Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Taking Woodstock


Σκηνοθεσία: Ang Lee
Παραγωγής: USA / 2009
Διάρκεια: 110'


Ο Ang Lee μας μεταφέρει στη θρυλική συναυλία που δόθηκε λίγο έξω από το Γούντστοκ το καλοκαίρι του 69. Η ταινία είναι σεναριακά επικεντρωμένη στον Elliot Tiber(Demetri Martin), έναν φιλότεχνο νεαρό -οικογενειακά καταπιεσμένο- και επιτυχημένο επιχειρηματία, που αναλαμβάνει να ξελασπώσει την καταχρεωμένη τοπική οικογενειακή επιχείρηση(ξενοδοχείο). Εντοπίζει με δημιουργικότητα το πολλά υποσχόμενο μουσικό φεστιβάλ του Γούντστοκ, το οποίο έχει μείνει άστεγο. Και φέρνει την επανάσταση (και το χάος) στην παρθένα περιοχή του, στη φάρμα Μπέθελ Γουντς, όταν θα στεγάσει στα μέρη του ένα απ' τα μεγαλύτερα μουσικά φεστιβάλ (και όχι μόνο) που συνέβησαν ποτέ στον πλανήτη.


Βγαίνω απ' τη σκοτεινή αίθουσα. Συναντάω βλέμματα γεμάτα απογοήτευση. Στις νωπές ματιές τους αποκωδικοποιώ, ίσως λαθραία, της εξής απορία: "Πότε θα δω επιτέλους μια ταινία που θα με μεταφέρει αυτολεξεί στον τόπο και στον χρόνο; Πότε θα ζήσω την ασύμπτωτη εμπειρία ως παρόν;" Κάνοντας μια πρόχειρη αναζήτηση στο wikipedia, μπορώ να βρω μια ακριβή περιγραφή των γεγονότων του Γούντστοκ με 127 λέξεις:"Woodstock Music & Art Fair (informally, Woodstock or The Woodstock Festival) was a music festival, billed as "An Aquarian Exposition: 3 Days of Peace & Music", held at Max Yasgur's 600-acre (2.4 km²; 240 ha, 0.94 mi²) dairy farm near the hamlet of White Lake in the town of Bethel, New York, from August 15 to August 18, 1969. Bethel, in Sullivan County, is 43 miles (69 km) southwest of the town of Woodstock, New York, in adjoining Ulster County. During the sometimes rainy weekend, thirty-two acts performed outdoors in front of 500,000 concert-goers. It is widely regarded as one of the greatest and most pivotal moments in popular music history and was listed among Rolling Stone's 50 Moments That Changed the History of Rock and Roll." Είναι όμως αυτό στ' αλήθεια μια ακριβή περιγραφή;

Τα συμβάντα μπορούν όντως να μας δώσουν μια σύνοψη για έναν τόπο. Και είναι πάντα χρήσιμα για αυτό. Ωστόσο οφείλουμε να ενθυμούμαστε πως ένα χωροχρονικό πλαίσιο δεν μας αποκαλύπτεται μέσα απ' τα γεγονότα. Ούτε μέσα απ' το τι και το πώς. Αντιθέτως, είναι περισσότερο οι σιωπές και οι παύσεις ενός τόπου που μας μιλούν για τον εαυτό του. Οι μυρωδιές που αναδύονται απ' τις κοιλάδες του ασχημάτιστου. Και αυτός ο τρόπος, το ερωτικό παιχνίδι, με τον οποίο το άρωμα μας σμίγει με την ατμοσφαιρική άβυσσο που μας περιβάλλει.


Και είναι η προαναφερθείσα γνώση στην οποία θεμελιώνεται η υπεροχή της Τέχνης έναντι της Ιστορίας, όσον αφορά την καταγραφή και την αναβίωση των παρελθόντων τόπων. Γιατί η Ιστορία πασχίζει, με ακρίβεια δευτερολέπτου, να καταγράψει κάθε υπαρκτό γεγονός, ώστε να σχηματίσει τον φαινομενικό φλοιό της πραγματικότητας. Ενώ η Τέχνη δημιουργεί εκ του μηδενός, εκ του μη όντος. Φτιάχνει την ατμόσφαιρα μέσα απ' τις σιωπές και τις παύσεις. Έτσι όπως τις αφουγκράζεται, έτσι όπως τις οραματίζεται. Στο κινηματογράφο οι εικόνες, οι μάχιμοι αντιπρόσωποι των σιωπών και των παύσεων, δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα. Όχι ανυπόστατη. Ούτε φαινομενική. Γιατί ο ρεαλισμός εδώ ελέγχεται ως προς τη συνέπεια με τη βαθύτερη, την εσωτερική πραγματικότητα. Και πρέπει να αντέχεις τα ύψη για να χορέψεις στους σφυγμούς αυτούς. Και ενίοτε να αντέχεις και το πηχτό έρεβος απ' τα απύθμενα καλντερίμια.

Όμως ας μιλήσουμε λίγο και για το Taking Woodstock, αυτό καθ' αυτό. Οι νοσταλγοί της συναυλίας, της δεκαετίας ίσως βρείτε έναν ακόμα λόγο να σπεύσετε στη νέα ταινία του Ang Lee. Ο οποίος ωστόσο απέχει πολύ από τη ντοκυμαντεριστική γραφή. Ο Ang Lee δημιουργεί την πραγματικότητα! Άλλωστε το film πατάει σε μυθοπλαστικούς πυλώνες, οι οποίοι συναντιούνται με την "αλήθεια" του μουσικού φεστιβάλ. Ένα απ' τα ηχηρότερα μηνύματα του film είναι η υποδήλωση της αδιάσπαστης σχέσης της "σύγχρονης κοινωνίας" με την οικονομία. Υιοθετώντας αβανταδόρικα εξαγνιστική, και μάλλον όχι άδικα φιλική σχέση με το hippie κίνημα.

Ο δικός μας Γαβράς έχει πει: "Εγκαταλείποντας τον ουμανισμό βαδίζουμε στον οικονομισμό. Κάποτε, ακόμη και τα πιο σκληρά συστήματα, οι αδίστακτες δικτατορίες, υποστήριζαν ότι όλα τα κάνουν για τον άνθρωπο. Σήμερα, όλες οι δημοκρατίες μιλούν για την οικονομία."

Και η παραπάνω πρόταση βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στο φιλμικό σύμπαν του Taking Woodstock. Ο Ang Lee, αποθεώνοντας διαρκώς στη φιλμογραφία του τη γοητεία του περιθωρίου, μας περιγράφει έναν κόσμο όπου η αλήθεια μετριέται στο αναγραφόμενο αντίτιμο των χαρτονομισμάτων. Ο Elliot Tiber αναρωτιέται για τους ατζέντηδες: "Είναι αληθινοί;" Για να πάρει την απάντηση, "ναι είναι, γιατί ξέρεις έχουν πουλήσει ήδη 100.000 εισιτήρια". Ένας κόσμος όπου η αλήθεια μετριέται με το χρήμα. Η, κατά Αριστοτέλη, μοναδικότητα της αλήθειας κατακερματίζεται σε επιμέρους ανταγωνισμούς. Γιατί ο άνθρωπος είναι, πλέον, ον οικονομικό. Μόνο ως τέτοιο λογίζεται. Κοινωνικά και εαυτολογικά. Αυτή είναι η Αλήθεια του κιβδηλοποιού πολιστιμού μας. Κατά πόσο όμως μπορεί η αλήθεια να αντιστοιχεί σε μια κατασκευή;


Κάψτε τους τα χρήματα. Όπως στο Γούντστοκ, λέει ο Ang Lee. Αφήστε τους να παραπατούν στο θολό πεδίο του ονείρου. Παραπατούν από λησμονιά. Του εαυτού τους. Τα βήματα τους αβέβαια στα εδάφη του ανυπόστατου. Εκεί που δε χωρούν σχηματισμένες αλήθειες. Μιλήστε τους για ειρήνη, για αγάπη, για ελευθερία. Μιλήστε τους για όλα αυτά που δεν καταλαβαίνουν, εγκλωβισμένοι στην μικρή προοπτική τους. Μιλήστε τους για ελευθερία. Για απαλλαγή απ' τον οικονομισμό. Απ' τον πολιτισμό, απ' την κοινωνία που επινόησαν. Διδάξτε τους την αξία του εδώ, του παντού και του τίποτα. Μιλήστε τους για αγάπη, με αγάπη. Και ο λόγος του στρέφεται προς εμάς. Το κοινό, που θα είναι πάντα το υπαρξιακό αποκούμπι του κάθε auteur.

Θα ήθελα πολύ να μιλάω για ένα αριστούργημα. Όμως ο Ang Lee δε μου το επιτρέπει. Δε μου το επιτρέπει το εύκολο βλέμμα αγιοποίησης(χρώματα). Δε μου το επιτρέπει η φόρμα του. Κατακλεισμένη από πειραματισμούς (τεμαχισμοί κάδρου, επιτηδευμένη χρήση της "φανταστικής" σεκάνς) που δεν υπάγονται σε δημιουργικές αναγκαιότητες. Δε μου το επιτρέπει το σενάριο. Τρόπον τινά συμβιβασμένο, εμπορικά δεσμευμένο. Όμως τίποτα απ' όλα αυτά δεν με αποτρέπει απ' το να λατρέψω την ταινία!
Βαθμολογία 7,5/10

4 σχόλια:

Okocha είπε...

Δυστυχως δεν με ικανοποιησε η ταινια κ ο Lee. Ισως ο δευτερος μεγαλυτερος σκηνοθετης σημερα, μετα τον Χανεκε, για μενα!
Συμφωνω για την "αγιοποιηση" (μηπως δεν ειναι αγιοποιηση κ ειναι αθωοτητα ομως;;; δεν ξερω ακομα) κ το σεναριο αλλα... η φορμα;;; Ο τεμαχισμος του καδρου ειναι χαρακτηριστικο του ομωνυμου doc κ σε αυτο νομιζω οφειλεται η χρηση του στην ταινια. Οσο για την "φανταστικη" σεκανς κ εγω ενιωσα ενα "τσιμπημα" οτι προσπαθει να με εντυπωσιασει. Κ δεν μου αρεσει αυτο.
Κανοντας το δικηγορο του διαβολου για κλεισιμο: Τι ειναι δημιουργικη αναγκαιοτητα; Πως την οριζουμε; Ειναι ο Χανεκε στην "7η Ηπειρο"; Ειναι το σινεμα του Οζου; Ποιος ειναι ο ορισμος;

kioy είπε...

Πολύ ενδιαφέρον το ερώτημα που θέτεις...
Προφανώς και μένει αναπάντητο, ακι αυτό ενέχει την απόλυτη γοητεία...

Τώρα προσωπικά, νομίζω πως η δημιουργική αναγκαιότητα σημαίνει το κατά πόσο η επιλεγμένη γλώσσα(φόρμα δλδ) (εξ)υπηρετεί το περιεχόμενο(ρεαλισμό) και κατά πόσο λειτουργεί προσθετικά, και όχι παρασιτικά εις βάρος του!
Ναι, από τη μία μπορείς να πεις τον Haneke, ή τον Mungiu που υπάγουν τη φόρμα τους σ' έναν τραχύ ρεαλισμό. Και από την άλλη μπορείς να μιλήσεις για σκηνοθέτες όπως ο Kar Wai Wong, που εκχυμώνουν τη φόρμα σε βαθύ απόσταγμα Α-λήθειας...

Okocha είπε...

Ειναι μεγαλο θεμα. Χωραει μεγαλη συζητηση. Κ μπορει να χωρεσει ακομη πιο μεγαλα λαθη. Σε ενα μαθημα Μονταζ στη σχολη μου, βλεποντας το Touch of Evil του Welles κ το περιφημο μονοπλανο στην αρχη της ταινιας, ενας συμφοιτητης μου (χωρις στενη σχεση με τον κινηματογραφο) ρωτησε, δικαιως, γιατι το γυρισε μονοπλανο κ οχι π.χ. πλανο, cut, πλανο, cut, κοντινο κτλ... Πως μπορει καποιος να ξεχωρισει, αντικειμενικα, την αναγκαιοτητα;
Μαλλον δεν μπορει... Το μονο που μπορει να κανει ειναι να εκφερει μια γνωμη, με τη βαρυτητα κ τις ανεπαρκειες του κατοχου της.

kioy είπε...

Ακριβώς, ο υποκειμενισμός είναι διάχυτος όταν μια συζύτηση εισέρχεται σε αυτά τα άδυτα επίπεδα προσωπικής κρίσης. Η κάθε πρόταση δεν είναι παρά ένας καθρέφτης του κατόχου της, επικίνδυνα ενδιαφέρον και ανεμικός συνάμα! Για αυτό εισήγαγα το προηγ. σχόλιο, ως "αναπάντητο ερώτημα".

Καθώς όποια συζήτηση γίνεται αυστηρά με το μέτρο των παραδοχών των ομιλητών. Κάτι όμως που αναιρεί και συρρικνώνει, σ' ένα κομμάτι, το αισθητικό, που δε χωρούν απλουστευτικές στρεβλώσεις και συμβιβασμοί. Ως προς τη νόηση!