Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

L'immortelle (1963)


Σκηνοθεσία: Alain Robbe-Grillet
Παραγωγής: France / Italy / Turkey / 1963
Διάρκεια: 101'


Κινούμασταν κατά μήκος του εθνικού δρόμου. Εκατέρωθεν, δεξιά κι αριστερά ατελείωτες σειρές δεντροστοιχιών. Έμοιαζε να είμαστε καρφωμένοι στο ίδιο σημείο. Δέντρα προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Απαράλλακτα. Το ίδιο ύψος, το ίδιο χρώμα, το ίδιο φύλλο, η ίδια απαντοχή. Παρατήρησα το χέρι σου που έτρεμε πάνω στο δέρμα του τιμονιού. Το φούσκωμα στο λαιμό σου, την ακατάστατη αναπνοή κάτω απ' την λευκή επιδερμίδα σου. Ήσουν τρομοκρατημένη. Σαν να σε είχε κυριεύσει η ιδέα του γεγονότος ενός σκύλου που θα χτυπούσες πέντε ή δέκα λεπτά αργότερα. Όπως τότε στην παραλία. Ο ρυθμός των κυμάτων, το ένα πίσω απ' το άλλο, σε νανούριζε. Σε είχε ήδη νανουρίσει. Ο ήλιος, η άμμος, το δέρμα σου, όλα στην ίδια απόχρωση τρυφερότητας.
Ξύπνησες τρομαγμένη. Σχεδόν πανικόβλητη. Σαν να είχαν τραβήξει το ρούχο του εφιάλτη από πάνω σου και να απέμεινες γυμνή. Προσπάθησες να βρεις την ηρεμία σου. Την αυτοκυριαρχία σου, ίσως. Μου είπες ότι ο ήλιος είναι δυνατός. Ότι δε σε αφήνει να κοιμηθείς. Σε ρώτησα αν σε ξύπνησε εκείνο το μακρινό γάβγισμα. Με ρώτησες ποιο γάβγισμα. Κάπως αστεία, προσπάθησα να μιμηθώ τη φωνή του σκύλου με τη φωνή μου. Με παρακάλεσες να μην αγγίζω πεπρωμένα που επρόκειτο να συναντήσουμε στο μέλλον.


Το χέρι μου στο λαιμό σου. Σέρνεται στο άσπρο σου. Όπως η καύτρα. Αργά. Αβέβαιο για το χάδι ή τον στραγγαλισμό. Ξύπνησα με μια φωτογραφία στο χέρι. Πίσω απ' αυτή τη φωτογραφία, τυπογραφικό απαράλλακτο, η ίδια φωτογραφία πολλές φορές.
Έφερνα την μία πίσω απ' την άλλη και μπροστά αναδυόταν η ίδια εικόνα. Αν σε είχα γνωρίσει, θα έλεγα πως στη φωτογραφία εικονιζόσουν εσύ. Όπως τότε, σ' εκείνον το ναό, που σε είχα ρωτήσει αν προσευχόσουν. Μου είχες πει ότι οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να προσεύχονται, ότι οι άντρες τους απαγορεύουν, ότι οι γυναίκες είναι καλές μόνο για να κάνουν έρωτα. Θα είχαμε γελάσει και οι δύο μ' αυτή την διατύπωση. Δυνατό γέλιο, παρατεταμένο. Όμως όπως έφευγες, με το φουστάνι να πηγαίνει και να έρχεται στην κίνηση των γοφών σου, δεν μου έμενε παρά να σ' ακολουθήσω και να βυθίσω το πάθος που ακόμα δεν είχε σχηματιστεί, στον πάτο της φτέρνας σου και στα κυκλικά του αιδοίου σου. Στο δωμάτιο οι γρύλιες κλειστές. Μετά βίας εισέρχεται το φως και η θάλασσα. Έξω φωνές. Ο ψαράς χωρίς πετονιά, ή τίποτα σχετικό, καρφωμένος στην ίδια θέση επάνω στην καρέκλα του. Μια γυναίκα, σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, του έλεγε ότι οι καρέκλες είναι για το εσωτερικό των σπιτιών, ότι οι άντρες θα έπρεπε να κάθονται χάμω. Σ' αρέσει το τσάι; Δεν ξέρω πως είναι το τσάι στα Τούρκικα. Ίσως αν σε είχα γνωρίσει, να είχα πάψει να σ' αναζητώ, να σε συναντώ, σε κάθε εκδοχή του παραμυθιού. Όμως ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο άνεμος είναι πάντα νότιος και ποιος βάζει στ' αυτιά μου αυτή τη μουσική. Κάθε φορά που μιλάω για σένα με κάποιον που σε γνωρίζει, σχηματίζω μια λανθασμένη εικόνα. Κανείς δε μας δείχνει το δρόμο. Στο αμάξι σου ο σκύλος ακόμα γαβγίζει. Το δέρμα σου λευκό. Απατηλό. Λέει ψέμματα. Αν είχαμε τρόπο, ίσως να είχαμε αποδράσει από αυτή την ιστορία πολύ πιο νωρίς. Όμως ακόμα και οι βάρκες δεν είναι αληθινές. Η μόνη ξένη γλώσσα που καταλαβαίνω είναι τα μάτια σου.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Fuocoammare



Σκηνοθεσία: Gianfranco Rosi

Παραγωγή: Italy / France / 2016
Διάρκεια: 108'

Ο Gianfranco Rosi είναι από τους ελάχιστους σύγχρονους που κάνουν πολιτικό κινηματογράφο και όχι κινηματογραφημένη πολιτική.

Το  Fuocoammare τοποθετείται σ' έναν κόσμο όπου η ιατρική παρέχει πιο εγκάρδια τις υπηρεσίες της σ' ένα αγόρι που προκαλεί στον εαυτό του μια ιδεοληψία απ' το άγχος του ότι δεν αναπνέει καλά απ' ότι σε χιλιάδες ανθρώπους που αφυδατώνονται, λιποθυμούν, σιγοπεθαίνουν από πολιτική βαρβαρότητα. Σ' έναν κόσμο που η αγωνία μιας γυναίκας για την κακοκαιρία που επηρεάζει την ψαριά του άντρα της αρθρώνεται αποφασιστικότερα απ' την κραυγή ανθρώπων που ταξιδεύουν αναπόφευκτα στην κακοκαιρία κυνηγημένοι απ' το πεπρωμένο τους. Σ' έναν κόσμο που οι λέξεις ευτυχία, δυστυχία, ζήλια βρίσκονται πλάι πλάι στο ίδιο λεξικό, κι αυτό που τις χωρίζει δεν είναι η νοηματική καθαρότητά τους, αλλά η τυπογραφική μέριμνα.


Προφανώς ο Gianfranco Rosi δεν είναι εδώ για να καταγγείλει το αυτονόητο. Το προφανές. Η πραγματικότητα που θίγεται είναι πλησιέστερη από κοντινή που να την χαρακτηρίσουμε ως αναγνωρίσιμη είναι τουλάχιστον πλεονασμός αν όχι οξύμωρο. Ωστόσο αυτές οι αποστάσεις, αυτές οι χαοτικές αποστάσεις που κυριεύουν τα φαινόμενα του κόσμου μας δεν μοιάζει να 'χουν αντιμετωπισθεί απ' την ανθρωπότητα παρά μόνο με δύο πρακτικές. Από τη μία η άγνοια. Κι όταν λέω άγνοια, δεν εννοώ την παθητικότητα/αθωότητα που υπαινίσσεται η λέξη, αλλά μια σωρεία ατομικών αντιπερισπασμών στην οποία ενδίδουμε για να μπορούμε να συνεχίζουμε αυτό που αποκαλούμε ζωή ανεμπόδιστα. Αυτή είναι και η πρακτική που επιτρέπει τον ανεξέλεγκτο ρυθμό της εξάπλωσης του μεγέθους των αποστάσεων. Από την άλλη ένας απλοϊκός ακτιβισμός. Ένας ακτιβισμός με πύον και αντιπαλότητα. Ο οποίος παρά μόνο ενδυναμώνει την σχεδόν γεννετική βιολογία των μετώπων. Και συνεπώς είναι αυτός που εγκαθιδρύει την έννοια της απόστασης αφού χωρίζει τους ανθρώπους σε στρατόπεδα.


Κι αυτό στο οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο θεατής είναι κάτι μάλλον αμετάκλητο. Κάτι παραλυτικό. Κάτι μέσα στο οποίο βρίσκεται εξουδετερωμένος. Ο κόσμος έχει την δική του σημειολογία. Την δική του ακατάρριπτη αριθμητική. Η πορεία του είναι ζήτημα ατομικής επιλογής. Το περίφημο "which side are you on?" δεν είναι παρά μια ευκολία. Ένα κολάκευμα. Δεν είμαστε σημεία των αποστάσεων. Δεν μπορούμε να καθορίσουμε τον ρου της ιστορίας. Είμαστε μέρη των αποστάσεων. Είμαστε το μέρος των αποστάσεων. Και ως μέρος των αποστάσεων καλούμαστε να υπάρξουμε. Το ερώτημα παραμένει: πως;

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Anomalisa


Σκηνοθεσία: Duke Johnson, Charlie Kaufman
Παραγωγή: Usa / 2015
Διάρκεια: 90'


Καταφεύγουμε στις λέξεις για να συνδεθούμε με τους άλλους. Οι λέξεις όμως δεν μας παρέχουν αυτή την σύνδεση, αλλά έναν τρόπο σύνδεσης. Κι αυτός ο τρόπος σύνδεσης στην πραγματικότητα αποτελεί μια τακτική αποξένωσης και εξασφάλισης της απομόνωσής μας.

Αυτό που διακυβεύεται στην επαφή μας με τον κάθε άλλο είναι τα όρια του εγώ. Αυτό που έχει οριοθετηθεί ως ακατάλληλο, ως απαγορευμένο από την ανθρώπινη εμπειρία είναι η έννοια του τραύματος. Η έννοια της πληγής. Η πληγή όμως, δεν είναι μονάχα μια πηγή εκπομπής πόνου, αλλά και μια έννοια που καταλύει το σύνορο του εαυτού. Διαμέσου της πληγής είμαστε ευάλωττοι απέναντι στον άλλον. Μέσω της πληγής το έξω -δηλαδή το όχι εγώ- εισρέει στο εγώ. Παρεισφρύει. Η έννοια της πληγής υποθάλπτεται σε κάθε ανθρώπινη επικοινωνία. Και η ανθρώπινη εμπειρία, η κοινωνία των λέξεων, η μηχανική των ατομικών συνηθειών, το κράτος των συνατήσεων οργανώνονται με τέτοιον τρόπο ούτως ώστε να κατακηθεί η ρητή απαγόρευση της πληγής και του τραύματος. Το εγώ οφείλει να μένει αλώβητο σε κάθε επαφή με τον άλλο. Αυτή είναι μια καθολική παραδοχή-αξίωση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, στην πρακτική ζωή, η επικοινωνία είναι η μη-επικοινωνία και η επαφή είναι η μη-επαφή. Κι ούτω καθ' εξής.

Είναι άλλωστε αυτή ακριβώς η πρακτική που ενδυναμώνει και τον χαρακτήρα της τέχνης. Η τέχνη είναι αυτή που προσφέρει το απαγορευμένο τραύμα στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο όχι ως εγώ, αλλά ως θεατή. Το τραύμα όχι ώς τραύμα, αλλά ως έννοια τραύματος. Παρέχει το τραύμα δηλαδή, όχι σαν ένα διαπροσωπικό γδάρσιμο σ' ένα υποκειμενικό εγώ, αλλά σαν ένα καθολικό γδάρσιμο σ' ένα οικουμενικό εγώ. Και κατ' αυτόν τον τρόπο ο θεατής δέχεται να υποφέρει. Οι έννοιες του πόνου και του τραύματος έχουν μετατοπιστεί σ' ένα άυλο πλαίσιο εννοιών και συναφειών, διατηρώντας εντελώς αλλώβητη την απόρθητη έννοια του ατομικισμού και του εγώ.


Η καθημερινή μάχη του ανθρώπου δεν είναι παρά η διαρκής αξίωση της κατοχύρωσης αυτού του απόρθητου. Η υπεκφυγή στην επαγγελματική σταδιοδρομία, ο διαχωρισμός της επιστήμης, το θερμοκήπειο των stars και των idols, είναι μερικά από τα μέσα που χρησιμοποιεί το εγώ προς την γιγάντωση της εξωστρεφής αυτό-εικόνας του. Κι αυτή η γιγάντωση επιβάλλει ένα άνισο περιβάλλον αλληλεπίδρασης. Το εγώ θαυμάζεται απ' τον άλλο, όχι για αυτό που είναι, αλλά για αυτό που φαίνεται. Το εγώ δεν είναι ποτέ αξιοθαύμαστο. Κι αφού το εγώ θαυμάζεται για αυτό που φαίνεται και όχι για αυτό που είναι, το εγώ εν τέλει μένει ανέγγιχτο. Απείραχτο. Αλλώβητο. Ατραυμάτιστο. Νικηφόρο.


Το εγώ, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά μέσα απ' την πραγματιστική και κοινωνική εδραίωση ιδεών τύπων και τυπικότητων, αφιερώνεται στην απώθηση του πόνου απ' τον οποίο έλκεται. Ο αυτοσκοπός της ύπαρξης, σχεδόν πλέον σε επίπεδο γονιδιακό, είναι η εξασφάλιση μίας ατραυμάτιστης αυτονομίας. Πλέον το φιλοσοφικό ζήτημα της υποκειμενικής θεώρησης του εγώ και ο άλλος(ο όχι εγώ) μετατοπίζεται. Μετατοπίζεται σε κοινωνίες που αποτελούνται από εγώ και εγώ και εγώ και εγώ και εγώ και εγώ. Όπου το εγώ ισούται με το αδιάρρηκτο, το απαραβίαστο.