Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Branded to Kill (Seijun Suzuki)


(στον Witold Gombrowicz)

Έχετε μυηθεί στην τέχνη της αποτυχίας; Μα τι λέω, είστε ήδη μυημένοι. Η τέχνη της αποτυχίας είναι το πεπρωμένο σας. Το έργο σας δεν είναι ποτέ καλό. Ποτέ αρκετά καλό. Το παρουσιάζετε, το φανερώνετε, ελπίζετε πώς μέσα απ' αυτό θα σας αναγνωρίσουν, ότι θα σας αποτιμήσουν ευνοϊκά, περισσότερο από ευνοϊκά, ότι θα σας αποδώσουν δάφνες. Ότι θα σας ξεχωρίσουν ως τον πλέον σημαντικό ανάμεσα στους πλέον σημαντικούς. Κι όμως το έργο σας δεν είναι ποτέ αρκετά καλό. Το σχέδιο χαλάει. Μόλις που έχετε εμφανίσει το έργο σας κι εκείνο σε λίγο έχει κιόλας ξεχαστεί. Περιφρονείται και τοποθετείται ανάμεσα στη λήθη και σ' απαξιωτικά μισοχάχανα. Εκεί τοποθετείστε κι εσείς. Εκεί που είχατε πιστέψει ότι η μοίρα θα γελάσει, οτι επιτέλους η μοίρα θα γελάσει σ' εσάς προσωπικά, το πρόσωπό της αλλάζει έκφραση, παίρνει ένα μειδίαμα που δε φανερώνει τη χαρά, αλλά την ειρωνεία. Οπισθοχωρείτε. Κι εργάζεστε. Εργάζεστε σκληρά. Βάζετε όλα σας τα δυνατά. Για να επιστρέψετε, να επανεμφανιστείτε με μια νέα πραγμάτια. Με μια νέα σοδειά. Την τέλεια μορφή του έργου σας. Στο μεταξύ βγαίνετε με συναδέλφους, με ανθρώπους από διαφορετικούς χώρους. Προσπαθείτε να τους πάρετε με το μέρος σας. Πασχίζετε για την εύνοια τους. Προσπαθείτε να φέρετε κοντά όλους όσους πιστεύετε ότι την κρίσημη ώρα της αποτίμησης του έργου σας, η κρίση τους θα μετρήσει. Κι όμως αποτυγχάνετε. Αποτυγχάνετε και πάλι. Η αποτυχία έχει γίνει για εσάς μια εμμονή. Εμφανίζεστε με τα καλά σας και κανείς δεν αναγνωρίζει σ' εκείνα τίποτα το καλό. Κανείς δεν σας ανακηρύσσει ως νούμερο ένα ειδήμονα στην ειδικότητά σας. Η αποτυχία σας στοιχειώνει. Αρχίζετε να τρέχετε. Και τρέχετε πολύ. Όμως το τρέξιμο σας δεν είναι αρκετά γρήγορο για να προσπεράσετε εκείνους που προπορεύονται, ούτε για να απομακρυνθείτε από εκείνους που σας πλησιάζουν. Για μια στιγμή σταματάτε. Προσπαθείτε να ξεχάσετε. Σχεδόν τα καταφέρατε. Σχεδόν ξεχάσατε. Σχεδόν ηρεμείτε. Κι όμως η αποτυχία σας την έχει στημένη στη γωνία για άλλη μια φορά. Σας περιμένει στο αυτοκίνητο που περνάει από μροστά σας κι εσείς αναγνωρίζετε τον κατασκευαστή, σας περιπαίζει στην επωνυμία των ρούχων του διπλανού σας. Η αποτυχία σας παίζει κρυφτούλι στο ντουλάπι σας, στη μάρκα του πακέτου των μακαρονιών σας. Καθένας διαπρέπει στον τομέα του, κι εσείς αποτυγχάνετε ξανά και ξανά και πάλι, αποτυγχάνεται σε όλα, σε όλα εκτός από το να αναγνωρίζετε την ανωτερότητα των άλλων στους τομείς τους. Η αποτυχία έχει γίνει για εσάς μια εμμονή. Τη συναντάτε παντού. Έχει ριζώσει στο βλέμμα σας. Στην αναπνοή σας. Η τέχνη της αποτυχίας είναι η φύση σας. Δε θα σας αναγνωρίσουν ποτέ σε κάποια ανώνυμη στάση του μετρό. Δε θα σας επευφημήσουν σε κάποια δεξίωση. Δεν θα σταματήσουν τις κουβεντούλες τους καθώς περνάτε από μπροστά τους. Οι νίκες σας ήταν μικρές. Πολύ μικρές. Τα κατορθώματα σας ελάχιστα. Για να είμαι δίκαιος, ίσως όχι και τόσο ελάχιστα αλλά ποτέ επαρκείς. Οι νίκες σας ίσως κι αυτές να μην ήταν τόσο μικρές, κι όμως ήταν ύπουλες. Δεν ήταν ποτέ αρκετές. Παρ' όλα αυτά σας πρόσφεραν μια ικανοποίηση, σας εφοδίαζαν με μια παροδική ικανοποίηση, σας εμφύτευαν τον απαραίτητο προσωρινό ενθουσιασμό, για να ριχτείτε ξανά στην τέχνη σας, στην αγαπημένη σας τέχνη, την αποτυχία. Και να ριχτείτε σ' αυτή για τα καλά, μ' όλη σας τη δύναμη, να ριχτείτε με τη θέλησή σας. Αυτό ήταν οι νίκες σας, οι νίκες σας ήταν η απαραίτητη θέληση για να συνθλίψετε και να ξανασυνθλίψετε την πίστη σας μπροστά στο πεπρωμένο σας της αποτυχίας. Το αναπόδραστο βασίλειο σας. Με τη σκιά του, την βαριά κι επίμονη σκιά, ριγμένη διαρκώς επάνω σας. Μέχρι να σας αφανίσει. Να σας εξαφανίσει. Να σας κάνει εντελώς ασήμαντους κι ίσως περίγελους μες σ' αυτή την τόσο χορταστική ασημαντότητα που εσείς αρνείστε πεισματικά να αναλάβετε. Η εμμονή της αποτυχίας σας παρέδωσε την αγωνία της αποτυχίας. Τον ιδρώτα. Το σύγκρυο. Τη διαρκής αναγνώριση του υστερήματος σας. Της υστερίας σας. Σε σύγκριση όχι μόνο μ' εκείνους που ανταγωνίζεστε, αλλά το υστέρημά σας, το συνεχές υστέρημα ακόμα και σε σχέση σ' αυτό που σας περιμένει, σ' αυτό που θα συναντήσετε στη στροφή του δρόμου, στη μακρινή αυτή στροφή, και που αναμφίβολα θα σας θάψει, θα σας εκτοπίσει στο μοναδικό ρόλο για τον οποίο είστε προορισμένος, την παραδοχή της κατωτερώτητάς σας. Κι όμως η αγωνία της αποτυχίας, σας οδηγεί στην αγωνία, που δεν παύει να είναι αγωνία. Μια κατάσταση εμπύρετη. Δηλαδή μια κατάσταση σχεδόν ευτυχής. Γιατί η αν η εμμονή της αποτυχίας δε σας εξωθούσε στην αγωνία της αποτυχίας και την αγωνία, τότε θα σας οδηγούσε στο θάνατο. Κι ένας τέτοιος θάνατος δεν θα ήταν ηρεμία. Δεν θα ήταν γαλήνη. Δεν θα ήταν ανάπαυση. Δεν θα ήταν ούτε το τέλος της αποτυχίας σας ωστόσο, αλλά μονάχα η απόλυτη ένδειξη της επιβεβαίωσης της αποτυχίας. Η εκμηδένισή σας. Η εκμηδένιση και ο αφανισμός σας αυτή τη φορά απέναντι και από την αποτυχία. Αφού ο θάνατος θα σήμαινε την αποτυχία σας να εκπληρώσετε τον μοναδικό σκοπό για τον οποίο είστε προορισμένος: να αποτυγχάνετε.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

The Killing of a Sacred Deer (Yorgos Lanthimos)


Συνηθίζουμε να επικαλούμαστε την κοινή λογική, τι θα γινόταν όμως αν για μια φορά ακολουθούσαμε το κοινό παράλογο;

Στο The Killing of a Sacred Deer δεσπόζει η χρήση των ευρυγώνιων φακών. Επιλογή συνυφασμένη με το θέμα των αποστάσεων που κυριαρχεί στην ταινία, και γενικότερα με την επανίδρυση κι αναζήτηση ενός συμφιλιωτικού(;) χώρου. Η χρήση ευρυγώνιου φακού σε ένα κοντινό πλάνο μετατρέπει δύο κοντινά σώματα-πρόσωπα-αντικείμενα σε απομακρυσμένους πλανήτες. Ενώ στα γενικά πλάνα, που προτιμούνται τακτικότερα κι έχουν μια χαρακτηριστική ένταση στη γλώσσα της ταινίας, ο ευρυγώνιος φακός προκαλεί μια συνεχή παραμόρφωση στα άκρα οτυ κάδρου και συνεπώς στη γενική εικόνα, ενώ αφαιρεί από τα επιμέρους τμήματα-σώματα το βάρος τους, την αυτάρκεια τους, καθιστώντας αδύνατο στον θεατή να συγκεντρωθεί σε κάποιο απ' αυτά. Γενικότερα να συγκεντρωθεί. Να εστιάσει. Η διαταραχή της συγκέντρωσης είναι διαρκής. Μια απώλεια καθαρής κρίσης.

Αλλά ας εξετάσουμε και την ανθρωπογεωγραφία της ταινίας. Κι εδώ οι αποστάσεις σχετικές. Μια αστική οικογένεια πλάι σ' έναν μικροαστό έφηβο. Οι τάξεις μοιάζουν να τους χωρίζουν. Πλάνη. Η μοίρα τους ενώνει. Αλλά μήπως όχι μόνο η μοίρα; Από τη μία οι ευκαταστατοί κρύβουν πίσω απ' την προσωπική τους επιτυχία μια απάθεια που τους εξουθενώνει. Από την άλλη ο μικροαστός νεαρός επιδεικνύει τρομερή βούληση σαν συνεπαγωγή και της βαθιάς στέρησης που έχει βιώσει. Ο ένας για τον άλλον είναι ελκυστικός. Το πάθος του νεαρού προκαλεί γοητεία και μυστήριο για την οικογένεια. Η προσωπική ευδαιμονία απ' την άλλη αποτελεί μάλλον διακαή πόθο για έναν άνθρωπο που ζει σε μια διαρκή αβεβαιότητα. Οι αποστάσεις είναι τόσο σχετικές. Αυτό που μοιάζει να χωρίζει, μοιάζει και να ενώνει. Την ίδια στιγμή που οι καθρεπτικοί χαρακτήρες στέκονται τόσο γυμνοί και ευάλωτοι ο ένας απέναντι από τον άλλο.

Μπορεί το σύμπαν του Λάνθιμου να δομείται από αυστηρούς κανόνες. Μπορεί οι ήρωες να βασίζουν την αυτοκυριαρχία τους στη μεθοδική χρήση της λογικής. Την δύναμή τους ακόμη να την μαρτυρούν άριστα δομημένες συνήθειες και πρακτικές. Μπορούν να αντλούν από αυτά την ευδαιμονία τους. Όμως, όταν βρίσκονται μπροστά στο ανεξήγητο, όταν ο κόσμος τους ανατρέπεται, τότε ενεργούν με αφέλεια, σαν νήπια. Αν ήταν στον εχέφρονα εαυτό τους σίγουρα θα αποδοκίμαζαν αυτές τις συμπεριφορές. Κι όμως μόνο μ' αυτές τις συμπεριφορές επιτυγχάνουν να κάνουν ένα βήμα προς αυτό που θα αποκαλούσαμε ζωή.

Η τάξη της λογικής, γιατί και η λογική μια τάξη είναι, ξαφνικά μοιάζει τόσο επίπλαστη. Όλα εκείνα που πάνω της έμοιαζαν άσειστα, τώρα διαφαίνονται απλά ως περιττά. Αποβάλλονται. Και το πιο ενδιαφέρον και παράξενο ταυτόχρονα είναι ότι η ίδια η λογική μας παρέχει το κλειδί της ψευδαίσθησης που μας ανοίγει ορθάνοιχτα την πόρτα του παραλόγου. Και τώρα ακόμα και η πιο κοινή λογική μοιάζει εντελώς απίθανη μπροστά στο κοινό παράλογο. Κι όταν λέω κοινό παράλογο εννοώ πάλι ότι και το παράλογο έχει την δική του τάξη, ίσως ανεξιχνίαστη, αλλά τάξη. Δεν είναι απλά μια απονενοημένη αταξία όπως θα υπαγόρευε η λογική.

Για παράδειγμα, η ενοχή φαντάζει κάτι το λογικό. Η λογική επιβουλεύεται την ενοχή. Όμως κατά πόσο η ενοχή δεν είναι κάτι το παράλογο; Σε πόσο στέρεο έδαφος πατάει η ενοχή; Γιατί να μην την έπαιρνε με το μέρος της το παράλογο; Γιατί η ίδια η ενοχή να μη βασίζεται σ' έναν καθαρό παραλογισμό στη δυσκολία του ατόμου να αντιμετωπίσει μια μορφή πραγματικότητας; Και είναι μόνο η ενοχή τόσο αβέβαιη; Η ηθική; Η έννοια του δικαίου; Έννοιες πάνω στις οποίες θεωρητικά χτίζεται η κοινή λογική, όπου ολόκληρες δομές βασίζουν το κοινωνικό οικοδόμημα και ιχνηλατούν μια κοινή γραμμή πλεύσης, σ' ένα άλλο πρίσμα, υπό ένα άλλο πρίσμα, μπροστά ίσως σ' ένα ευρυγώνιο φακό φανερώνουν το παράλογο, κάτι το εντελώς παράλογο, κάτι το υποκειμενικό πριν την αντικειμενικοποίηση του υποκειμένου και κυρίως κάτι το ασταθές. Ζωντανό, παλλόμενο. Ζωντανό παλλόμενο παράλογο που υπερισχύει ενάντια σε ότι θεωρούσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή βέβαιο. Όμως δεν είναι απλά η κατάρριψη των βεβαιοτήτων που συντελείται μπροστά σ' αυτό το θαύμα του παραλόγου. Είναι και η ταυτόχρονη γέννηεση ενός κόσμου, μέσα στον οποίο το άτομο ευλογημένα τοποθετείται, και λέω ευλογημένα, αφού πλέον οι πεποιθήσεις του, οι ιδέες του δε μπορούν να του εξασφαλίσουν κανένα πλεονέκτημα. Όλα συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο. Ο παρόντας χρόνος είναι ο παράλογος χρόνος. Το κοινό παράλογο στο οποίο συναινούμε, θα συναινέσουμε, χωρίς καν να μας έχει τεθεί η ερώτηση.


Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Tesnota (Kantemir Balagov)


Σήμερα είδα την ταινία οικογένεια. Ήταν μια όμορφη ταινία. Είχε φωτιστεί σε κάθε κάδρο της με υπερκορεσμό των ψυχρών και τη διακριτική παρουσία θερμών χρωμάτων σε σημεία του κάδρου. Μια αντίθεση που έφερνε διαρκώς μια ανισορροπία και μια φρεσκάδα. Ενώ και η μικρή της ιστορίας(Olga Dragunova), έπαιζε τόσο ελεύθερα και τόσο ζωντανά που διαρκώς γεννούσε καινούριες φυσαλίδες μπροστά στα μάτια μου.

Έχω όμως έναν προβληματισμό. Συχνά όσοι κάνουν έναν προσωπικό κινηματογράφο, με τη δική τους γλώσσα, με τη δική τους γραμματική, κατηγορούνται για εσωστρέφεια και πώς αγνοούν τον θεατή. Οι άλλες όμως, αν μου επιτραπεί ο διαχωρισμός, οι εξωστρεφείς-φεστιβαλικές ταινίες όταν καταπιάνονται με θέματα όπως ο φυλετικός/πολιτικός φανατισμός, η γονεϊκή καταπίεση/αυταρχισμός κι ένα σωρό άλλα κοινωνικά στερεότυπα, αναπτύσσονται πάντα λες και ο θεατής δεν έχει ξαναδεί ταινία με παρόμοια θεματολογία. Λες και του παραθέοτυν μπροστά του μια απόλυτη αλήθεια, που δεν είναι παρά το political correct, Που το υπηρετούν με μια ζέση λες και ο θεατής δεν το 'χει υπ' όψιν του. Λες και περίμενε αυτή την ταινία για να μάθει τι συμβαίνει. Κοινώς λες και δεν έχει ξαναδεί ταινία ή ζωή ή ό,τι. Τώρα αν δεν είναι αυτό εσωστρέφεια, τότε τι είναι;