Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Denti ( Gabriele Salvatores)

το μόνο μέρος που μπορώ να κρυφτώ είναι το χαμόγελο της μητέρας μου

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

O Padre e a Moça (Joaquim Pedro de Andrade)


Κι ο ήλιος χρύσιζε τα στάχια, το χορτάρι. Ένας διάφανος ήλιος. Σχεδόν άρρωστος. Ριγμένος με μια κλίση πάνω στη γη που σχημάτιζε. Αναπάντεχα μία απροσδόκητη πύλη κάτω απ' τις φυλωσιές σχημάτιζε. Μια πύλη ελαφριά όπως άνεμος. Παράλογη όπως ο άνεμος. Μια πύλη αλλόκοτη, διαταρραγμένη. Καθώς την πλησιάζεις όλα χάνουν το βάρος τους. Η γέννησή σου αλλάζει ημερομηνία. Συνθλίβονται οι σημασίες. Καταργείται το νόημα. Τα ρούχα σου δε βαραίνουν στο σώμα σου. Δε μαρτυρούν τίποτα για αυτό. Ούτε οι ουλές, ούτε οι πόθοι σου. Το όνομά σου, αν είχες ένα, ελαφρύ κι αυτό. Παρασύρεται στο τσίριγμα των πουλιών. Λησμονιέται. Ιερέα αν σε λέγανε ή πόρνη, ο ιερέας και η πόρνη δεν έχουν πια σώμα, δεν έχουν λαιμό να κάτσει η ταμπέλα τους. Μπροστά απ' αυτή την πύλη το απόλυτο άγνωστο, το ευλογημένο χάος ευλογεί τις πυξίδες σου. Κάνει από πούπουλο τις ρίζες σου. Μπροστά απ' την πύλη δεν υπάρχει πλάνη. Όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί. Απερπάτητοι. Η γάτα έχει εφτά ζωές. Η πύλη έχει όλες τις ζωές και τις εφτά της γάτας. Μόνο τα μαλλιά μου έχουν το ίδιο μήκος και το σφρίγος στα πόδια σου. Αυτά είναι το μόνο γνώριμο ευαγγέλιο σ' αυτή τη νέα γη, σ' αυτή τη νέα χώρα. Και τα χείλη μου, τα χείλη μας, ακόμα υγρά όπως μια γη φροντισμένη. Εσύ πλησίασες. Την πύλη πλησίασες. Ήθελες να δεις την σύνθλιψη των εικόνων. Τις ιδέες να κομματιάζονται. Τον καθρέφτη που δεν καθρεφτίζει. Το φως των κεριών που δεν τρέμει πάνω στα ασημένια κηροπήγια. Τα σύμβολα στην αληθινή τους διάσταση, εξανεμισμένα. Το παρελθόν, όχι πια παρελθόν. Το μέλλον, ούτε μέλλον, ούτε προσδοκία. Το άγιο δισκοπότηρο χωρίς χείλη να κρέμονται από πάνω του. Μ' ένα βήμα περνούσες. Μ' ένα βήμα διέσχιζες. Μ' ένα βήμα έκοβες. Η ανάσα κιόλας ανώνυμη. Τόσο πολύ πλησίασες. Κι εγώ σε κοιτούσα. Έξω απ' το σώμα μου. Ακουμπισμένη πιο πολύ στην σκιά μου. Είχα ήδη χάσει το βάρος μου. Μ' όλους τους τόπους μπροστά να πέφτουν, να κρέμονται σαν στολίδια απ' τις πλαγιές κι απ' τον ήλιο σου. Μα εσύ μπροστά δεν έκανες. Εσύ πίσω έκανες. Ένα βήμα πίσω έκανες. Στην απόσταση παρεμβαίνοντας. Στην βαρύτητα παρεμβαίνοντας. Την βαρύτητα που έκανε τον ήλιο να πέσει. Να χάσει το ύψος του. Να χάσει την θέση του. Να χάσει την κλίση του. Να σβήσει την πύλη του. Εσύ επέστρεψες. Είχες ένα όνομα κάτω απ' το μαξιλάρι να σε περιμένει και επέστρεψες. Σ' αυτό το όνομα. Εγώ δεν είχα όνομα. Σώμα δεν είχα. Κι έμεινα κάτω απ' τις φυλλωσιές. Εκεί που η πύλη έτεμνε το σύνορο του κόσμου. Το σύνορο του κόσμου μου. Αμετατώπιστου.  

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Paterson (Jim Jarmusch)


Οι σκηνοθέτες, που χάρις την αποδοχή τους είναι πλέον κάτι περισσότερο από αυτό, είναι κάτι που θα χαρακτηρίζαμε ως πρότυπα, οφείλουν να γερνάνε παρόμοια με τους θαυμαστές τους. Χαρακτηριστικό παράγειγμα παράλληλης γήρανσης είναι ο Woody Allen. Που παρ' ότι έχει να κάνει μια ταινία παρόμοιας δυναμικής με αυτές που συναντάμε στο πρώτο μισό της φιλμογραφίας του περισσότερα από δέκα χρόνια, παραμένει δημοφιλείς και αξιαγάπητος στους θαυμαστές του. Στη χώρα μας μάλιστα, που δεν την λες και κινηματογραφική χώρα, ίσως έγινε περισσότερο δημοφιλής τα 10s απ' ότι τα 00s, και τα 00s από τα 90s κι ούτω καθ' εξής. Κι αυτό γιατί δεν ποτέ έχασε, τουλάχιστον όχι σημαντικά, από κοντά του τους θαυμαστές του, για τους οποίους είναι μάλλον ο φίλος τους και όχι ένας σκηνοθέτης κινηματογράφου, και συνδυαστικά αυτά τα χρόνια η εξουσία των media και των social media γιγαντώνεται.

Μπορεί να είναι κάπως τολμηρό, αλλά παρακολουθώντας το Paterson, κι έχοντας στο νου μου και την προηγούμενη δουλειά του Jarmusch, το Only Lovers Left Alive, αλλά και το ντοκιμαντέρ Gimme Danger πάνω στον Iggy Pop και τους Stooges, που προσφέρεται για κινηματογραφική λύσσα και πάθος (ξέρω χρησιμοποιώ εντελώς αδόκιμους όρους), κάτι παρόμοιο αισθάνθηκα και για τον ίδιο. Δηλαδή, ότι είναι ένας σκηνοθέτης που γερνάει παρόμοια με το κοινό του. Κι όταν αναφέρω αυτή τη γήρανση, μάλλον εννοώ της παροδική έλλειψη πάθους, φρεσκάδας που παρατηρώ στις ταινίες του. Σε συνδυασμό με την βαθμιακή προδιάθεση για ταινίες πιο καθαρές, πιο "σωστές", πιο "λογικές", πιο αριθμητικές, ή και πιο επιστημονικής προσέγγισης, αν θέλετε, όσον αφορά τη δημιουργία τους.


Για να το θέσω αλλιώς, πόσο πιθανόν είναι να πάθει κανείς σήμερα κάτι με το Paterson, και παράλληλα να του ξυπνήσει μια βαθιά κινηματογραφιλία, μια λύσσα, να του προκαλέσει κάτι πρωτόγνωρο σε σύγκριση με κάποιον που το 1986 θα έβλεπε το Down by Law, ή το 1995 το Dead Man ακόμα; Πόσο πιθανόν είναι κάποιος να πέσει για πρώτη φορά στον Woody Allen το 2016, να δει το Irrational Man, και να ξυπνήσει με μια πέτρα στο κεφάλι όπως σε παρόμοια περίπτωση θα έβλεπε ας πούμε, για να μη χρησιμοποιήσω κάποια από τα κοινώς καθορισμένα χιτάκια, το Crimes and Misdemeanors το 1989; Η απάντησή μου είναι πως είναι απίθανο. Αντί αυτού, νομίζω ότι ακόμα και σήμερα, αν κάποιος πέσει απροετοίμαστος στο Down by Lay, ή στο Dead Man, ή στο Crimes and Misdemeanors, και σ' ένα σωρό άλλα, είναι πολύ πιθανόν να του καλλιεργηθεί μια πρωτότυπη λατρεία κι ένα καθαρό ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί αν οι δημιουργοί γερνάνε παρόμοια με το κοινό τους, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα έργα τους, τουλάχιστον όχι με όλα τα έργα τους, γιατί υπάρχουν έργα που δεν γερνάνε. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που επιβάλλει ο ανθρώπινα διανοημένος χρόνος.

Το ερώτημα που μπυ γεννάται, είναι αν υπάρχουν σκηνοθέτες που -όσον αφορά τις δημιουργίες τους- μένουν έξω από αυτή τη φυσιολογική ροή του χρόνου; Το πρώτο παράδειγμα που μου έρχεται αβίαστα είναι ο Jean-Luc Godard. Προφανώς θα υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα, λιγότερο fabulus, όπως της Chantal Akerman, ας πούμε, σκηνοθέτες των οποίων δεν μπορείς να προσδιορίσεις τη ροή της φιλμογραφίας τους βάσει του εξωτερικού "φυσιολογικού"(με bold στο λογικού) χρόνου. Γιατί τα έργα τους παραμένουν ανέγγιχτα απ' αυτόν. Χωρίς σημάδια γήρανσης. Στον βαθμό που δεν μπορείς να προσδιορίσεις ποιο είναι πρώτο, ποιο είναι δεύτερο, ποιο έπεται ποιου κλπ. Γιατί ας πούμε το film-socialisme δεν θα μπορούσε να είναι μια ταινία στην midle area του Godard; Δεν θα μπορούσε να είναι μια ταινία λίγο πριν ή λίγο μετά το Numero Deux φερ' ειπείν; Ή ποιος διακρίνει το λόγο που το La folie Almayer δεν θα μπορούσε να είχε γίνει πριν το la-bas, ή και το Nuit et jour ακόμα, ακόμα; Δύσκολο ν' απαντηθεί. Αυτό που παρατηρείται πάντως όσον αφορά αυτούς τους δημιουργούς, δηλαδή εκείνους που δεν γερνάνε παράλληλα με το κοινό τους, είναι ότι σταδιακά αποβάλλονται κι από τις προτιμήσεις αυτών των fans. Οι οποίοι συχνά αποδοκιμάζουν τα νεότερα έργα τους, ή ακόμα πιο δραματικά νιώθουν προδομένοι. Ίσως το να παραμένεις νέος, σημαίνει να ζεις έξω απ' τον καιρό σου -αυτό δεν είναι άλλωστε κάθε φύσης νεότητα;-, να ζεις έξω από τον καιρό σου σε βαθμό που συνηγορεί το να παραμένεις μόνος.