Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Bella addormentata


Σκηνοθεσία: Marco Bellocchio
Παραγωγής: Italy / France / 2012
Διάρκεια: 115'


Αυτός ο κόσμος είναι ασθενής. Βαριά άρρωστος. Κι εμείς του απαγορεύουμε να πεθάνει. Τον κρατάμε διασωληνομένο κάτω από κλινικά λευκά σκεπάσματα. Με συνεχείς ναρκώσεις τον διατηρούμε κακήν κακώς σε αυτή την κωματώδη κατάσταση. Ένας κόσμος σε κώμα. Δηλαδή, ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός. Σε κώμα.

Είναι φορές, τις περισσότερες εδώ που τα λέμε, που ο θεραπευτής έχει μεγαλύτερη ανάγκη τον ασθενή, απ' ότι ο ασθενής τον ιατρό του. Κι όταν ο ασθενής είναι σε κώμα δεν του απομένει καμία αίσθηση. Δεν έχει καμία συναίσθηση του εαυτού του. Οπότε δεν έχει και καμία ανάγκη τον ιατρό. Από την άλλη, ο ιατρός έχει ανάγκη τον ασθενή. Γιατί μέσα από την ασθένειά του εξασφαλίζει μια θέση. Επιβεβαιώνει το λόγο ύπαρξής του. Έτσι, η ασθένεια είναι άκρως πιο ωφέλιμη ακόμα και από τη θεραπεία. Η θεραπεία ή ο θάνατος του αρρώστου θα έφερναν μια κατάληξη. Θα έβαζαν ένα τέλος. Θα συνταξιοδοτούσαν πρόωρα τον θεραπευτή. Θα τον απάλλασσαν. Η ασθένεια όχι. Όσο συντηρείται, συντηρείται και η ανάγκη για θεραπεία. Έτσι, ο θεραπευτής, έχει κάθε λόγο, με νύχια και με δόντια, να κρατάει τον ασθενή σε αυτή την κωματώδη κατάσταση. Στην κατάσταση που, έστω για τα προσχήματα, ο ασθενής εξαρτάται απ' τον ιατρό.


Κοινώς, όσο ο κόσμος βρίσκεται σε κώμα συμφέρει! Στο μεταξύ, ο ιατρός/θεραπευτής, ακόμα κι αν έφτιαξε αυτό το παιχνιδάκι με τα χέρια του, πείθεται ότι ο ασθενής τον έχει ανάγκη. Έτσι, ξεγελάει τον εαυτό του. Αυθυποβάλλεται σε μια διαδικασία χρησιμότητας. Αποδίδει στην ατομικότητά του έναν χρηστό λόγο ύπαρξης: την (α)πιθανή ίαση του ασθενή. Έναν λόγο ύπαρξης, που ουσιαστικά τον τυφλώνει. Τον νανουρίζει. Του επιτρέπει να μην έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική αχρηστία του. Γιατί ο θεραπευτής είναι πλήρως άχρηστος. Κι αυτή η αχρηστία συνοψίζεται στην κωματώδη κατάσταση του ασθενή του. Σ΄ αυτή την ανικανότητα να τον επαναφέρει στη ζωή, και από την άλλη στην αδυναμία να του επιτρέψει να πεθάνει.


Όσο ο κόσμος βρίσκεται σε κώμα συμφέρει! Συμφέρει ποικιλοτρόπως, εδώ που τα λέμε. Καθώς όσο αυτή η κατάσταση αποκτάει χρονικότητα, διαποτίζεται και ο περίγυρος με την ψευδαίσθηση της ίασης. Και όσο το κώμα του ασθενή συντηρείται, τόσο το περιβάλλον του γίνεται πιο δεκτικό και εύπιστο στις πιθανές "θεραπείες" που πουλιούνται δεξιά και αριστερά. Και έτσι, αφού ο ασθενής δεν έχει συναίσθηση, και συνεπώς καμιά βούληση, το περιβάλλον του αναλαμβάνει δράση. Και κυριευμένο απ' την αυταπάτη της ελπίδας συντηρεί σε μάκρος αυτόν τον ζωντανό θάνατο.


Στην ταινία του Bellocchio, όμως, ο ασθενής δεν είναι ένας άνθρωπος. Ο ασθενής είναι ο κόσμος. Ο ανθρώπινος κόσμος στον οποίο ζούμε. Και οι φορείς που προσεταιρίζονται τη θεραπεία του, είναι η πολιτική, η θρησκεία, η τέχνη, ο έρωτας κ.ο.κ. Όμως όπως είπαμε ήδη, ο θεραπευτής έχει υπέρογκα μεγαλύτερο συμφέρον απ' την ασθένεια παρά από την ίαση του ασθενή. Συνεπώς, επωφελείται, κρατώντας τον κόσμο/κοινωνία σε μια κωματώδη και προβληματική κατάσταση. Εμείς, οι υπόλοιποι, που συνδεόμαστε δια ζώσης με το δράμα του κόσμου, αφού υπάρχουμε μέσα σε αυτόν, είμαστε πρόθυμοι να αγοράσουμε κάθε πιθανή θεραπεία. Κάθε αξία στην οποία επενδύουμε την ίαση. Όχι την ίαση, αλλά την ελπίδα της ίασης. Κοινώς είμαστε πρόθυμοι να ενδώσουμε σε αυτό το προκάτ μελόδραμα. Και η ελπίδα της θεραπείας, όπως κάθε ελπίδα, είναι το βασικό συστατικό της νάρκης. Η ελπίδα είναι αυτό που σε κάνει να υπομένεις τα πάντα, παραμένοντας ναρκωμένος κάτω απ' το καθεστώς της, κοιτώντας προς έναν φαντασματικό προορισμό. Παραμένουμε ναρκωμένοι, σε κώμα, με την ενδοφλέβια δόση της ελπίδας.

Ο Bellocchio φιλμάρει αυτό το δράμα χωρίς να αφήσει δαχτυλικά αποτυπώματα. Κινηματογραφεί υιοθετώντας το υψίφωνο ταπεραμέντο του νεο-ιταλικού κινηματογράφου. Βάζει σε πρώτο πλάνο την πολιτική, την θρησκεία, τον έρωτα, την τέχνη και όλους τους πυλώνες που συνθέτουν τη σύγχρονη καθημερινότητά μας. Όλους τους φορείς της πλάνης. Της νάρκης. Κι όμως, παρ' ότι μιλάμε για ταινία, δηλαδή για κατασκευή, η διαδικασία είναι πολύ φυσική. Είναι σαν όλα να βρίσκονταν εκεί από μόνα τους, και ο Μπελόκιο να στάθηκε απλά απέναντί τους και να πάτησε το Rec.


Εν τέλει ο κόσμος παραμένει σε κώμα. Αυτό είναι το Bella addormentata. Ένας κόσμος σε κώμα. Ένας κόσμος άρνησης. Νουθετημένος σε αυτοσχέδια παιχνιδάκια τυφλότητας, όπου ο καθένας αποδίδει μια χρηστότητα στο εγώ του, στις πλάτες ενός ασθενή που έχει πεθάνει ήδη. Ο φόβος του θανάτου παραλύει τη ζωή. Την διαπερνά, την διαποτίζει. Αυτός ο φόβος προεκτείνει τον θάνατο. Τον προεκτείνει σε καθετί που θα όφειλε να είναι ζωντανό. Παραφράζοντας τον Pavese, ο θάνατος ήρθε στη γη. Ο θάνατος ήρθε και έχει τα μάτια μας.


Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

The Master



 Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Παραγωγή: Usa / 2012
Διάρκεια: 144’

Η νέα ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον τοποθετείται στην μεταπολεμική Αμερική του 50. Περίοδος ιδιαίτερη. Οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι απ’ το πρόσφατο παρελθόν. Σε απόγνωση. Αναζητούν ασφάλεια. Βεβαιότητες. Τρέφονται και εκτρέφουν την αυταπάτη της ελπίδας. Ο Νέος Κόσμος βρίσκεται επίσης σε μία κατάσταση μεταίχμια. Πρέπει να διαχειριστεί τη νέα γνώση που έχει προκύψει. Οικονομική. Βιοτεχνική. Πολεμική. Πνευματική. Να την διαχειριστεί και να την μεταδώσει στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι άνθρωποι όμως δεν ενδιαφέρονται να «γνωρίσουν». Θέλουν μονάχα να αισθανθούν ασφαλείς. Ο νέος Παγκόσμιος πολιτισμός αναπτύσσεται σε καθεστώς τρομοκρατίας. Δημιουργούνται οργανώσεις και κινήματα. Φορείς που αναζητούν μια θέση στο χάρτη της μεταβατικής εποχής. Η γνώση ιεραρχείται σε θρησκευτικούς και παρά-θρησκευτικούς μαστούς. Κύριο μέλημα η συναισθηματική και οπαδική εμπλοκή των ανθρώπων. Πιστών που μετριούνται αριθμητικά. Οι σχέσεις που προκύπτουν είναι ανάμεσα σε ανθρώπους που θέλουν να κυριαρχήσουν και σε ανθρώπους που επιθυμούν να κυριαρχηθούν. Να παραδοθούν μέσα σε κοινότητες όπου θα αισθάνονται ασφαλείς.


Ο Ντοντ Λάνκαστερ(Philip Seymour Hoffman), ο Μάστερ του τίτλου, είναι κάτοχος –υπό την στενή καθοδήγηση της συζύγου- του πνευματικού κινήματος The Cause. Αυτός είναι λογοθεραπευτής. Ρητοράκος ή μέντορας. Πουλάει την ελπίδα. Οι φοβισμένοι άνθρωποι της Νέας Χώρας, ενδιαφέρονται προφανώς να αγοράσουν. O πολιτισμός άλλωστε, θεμελιώνεται στην ελπίδα ύπαρξης μιας βελτιωμένης εκδοχής του κόσμου. Κι αυτή, μέσα στην κοινωνική οργάνωση που επιλέξανε, εκκολάπτουν ακριβώς αυτή την ελπίδα του πολιτισμού. Έμαθαν να προσποιούνται. Να είναι δεκτικοί και ελαστικοί μέσα στους νόμους της συνύπαρξης. Γιατί μόνο μέσω της κοινοτικής συνύπαρξης μπορούν να μειώνουν τον πυρετό του φοβισμού τους. Ο πολιτισμένος άνθρωπος έμαθε να αυθυποβάλλεται στην προσποίηση, και συνεπώς να αναπτύσσει αυτοματισμούς, ούτως ώστε να είναι αποδεκτός. Αυτό ακριβώς το προφίλ τον καθιστά προσβάσιμο στο κήρυγμα του Λάνκαστερ. Ο ανασφαλής άνθρωπος έχει μια τεράστια τρύπα φόβου, απ’ όπου μπορείς να τον ταΐσεις το οτιδήποτε. Και συνεπώς να τον επιμορφώσεις.


Ο έτερος πρωταγωνιστής, είναι ο Φρέντι(Joaquin Phoenix). Αυτός δεν είναι σαν τους άλλους. Αξιωματικός του ναυτικού. Επέστρεψε απ’ τον πόλεμο χωρίς σχέδια για το μέλλον. Χωρίς παρελθόν. Χωρίς ανησυχίες και φόβους. Χωρίς αναζήτηση ελπίδας. Αλκοολικός και ευαίσθητος. Δηλαδή ακατάλληλος για αυτή τη Νέα Χώρα. Παντού ανεπιθύμητος. Βρίσκει καταφύγιο στη σέκτα του Ντοντ Λάνκαστερ. Κι εκεί ανεπιθύμητος. Όμως οι δύο άντρες χτίζουν μια ακλόνητη σχέση αντρών. Μια σχέση πατέρα-γιου. Μία σχέση στενή.


Αυτή η σχέση εξασφαλίζει την θρησκευτική δέσμευση και την αφοσίωση του Φρέντι σ’ αυτή την αίρεση. Άλλωστε, όπως μας ξαναλέει παμπόνηρα ο Άντερσον στο φινάλε, ίσως η μεγαλύτερη πνευματική αίρεση που υπάρχει, να προκύπτει απ’ τον θρησκευτικό έρωτα δύο ανθρώπων. Για τον Λάνκαστερ, όμως, η αφοσίωση δεν αρκεί. Είναι ένα στοίχημα να καταφέρει να επιδράσει πάνω στον Φρέντι. Δεν είναι όπως με τους άλλους. Αν καταφέρει να τον αλλάξει, θα έχει επιτύχει να αλλοιώσει κάτι αμετάβλητο. Θα ‘χει καταφέρει, σχεδόν, να αλλοιώσει το σύμπαν. Γιατί ο Φρέντι είναι αμόλυντος. Είναι θεόμουρλος. Δεν έχει ανάγκη από αφέντες. Δεν έχει καμία ανάγκη να προσποιείται. Και κυρίως καμία ανάγκη να αγοράσει δισκία ελπίδας.

Στο Master παρατηρούμε, σχεδόν χειρουργικά, τα κίνητρα και την ψυχολογία των ανθρώπων που επιθυμούν να εξουσιάζουν, κι εκείνων που δέχονται να εξουσιάζονται. Γιατί, ίσως αυτός ο κόσμος να είναι μια ανελέητη εμποροπανήγυρη αφεντικών. Θρησκείες, κεφάλαιο, έρωτας, τέχνες, πολιτισμός: όλα παραδομένα στη λατρευτική λαιμαργία των πιστών, σ’ αυτή την αέναη προσπάθεια να απομακρύνουμε την αβάστακτη παράνοια της μοναξιάς.


Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Ε (Έψιλον)



Χορογραφία-Ερμηνεία: Αχιλλέας Χαρίσκος – Λαμπετώ Όνσκυ
 
Δύο ανθρώπινα όντα ξυπνούν μέσα σε σώματα σκύλων. Ούτως ή άλλως είμαστε πάντα φυλακισμένοι σε μία φύση αλλότρια. Πλέον, εξερευνούν τις δυνατότητες και τις κινήσεις αυτού του νέου υλικού απ’ το οποίο αποτελούνται. Διστακτικά. Ψηλαφιστά. Υπακούουν στο ρυθμό του χρόνου που τους αναλογεί. Υποτάσσονται στο ρυθμό του χρόνου που τους δόθηκε. Είναι και οι δύο περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι, γιατί πασχίζουν ομοίως για την εξοικείωση μέσα σε μια φύση ξένη, μέσα σε μια φύση άλλη.

Συντονισμένοι πλήρως. Συντονισμένοι σ’ έναν ρυθμό εξωτερικό. Ακολουθούν τη σκιά τους. Ακολουθούν την ουρά που τους δόθηκε. Η ουρά τους παραπατά. Αυτοί παραπατούν. Στο ενδιάμεσο ανακαλύπτουν την ταλάντωση της ηδονής. Κινήσεις ρυθμισμένες στη μηχανική της απόλαυσης. Στον αλγόριθμο της φύσης που τους δόθηκε. Η αρχαία εμμονή της αναπαραγωγής. Τα πάντα διαιωνίζονται. Τα πάντα διαιωνίζονται για να διασπαστούν. Τα πάντα διασπώνται για να διαιωνιστούν.

Οι σάρκες ενώνονται για να απογειώσουν την ατομικότητά τους. Χρησιμοποιούν την αλλότρια σάρκα για να αγγίξουν το θεϊκό νέκταρ του οργασμού. Του ατομικού οργασμού. Οι σάρκες ενώνονται για να διχαστούν. Για να διασπαστούν. Οι σάρκες ενώνονται, καθώς ενώνονται αποκτούν τη συνείδηση του περιγράμματος τους. Τη συνείδηση της ιδιόκτητης ατομικότητας. Πλέον, οι δυο τους περιφέρονται μέσα σε μια φύση νέα και αλλότρια. Μακριά απ’ τη φύση του σκύλου. Περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι γιατί είναι μονωμένοι μέσα σε μια παρόμοια τυφλή ατομική μοναξιά.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Holy Motors


Σκηνοθεσία: Leos Carax
Παραφωγή: France / Germany / 2012
Διάρκεια: 115'

Αυτός είναι ηθοποιός. Αυτός αλλάζει ρόλους διαρκώς. Κατευθύνει τις συσπάσεις του προσώπου. Αλλάζει ενδύματα. Φορά σάρκες στη σάρκα του. Χωρίς λόγο. Αυτός χορεύει ένα μελάγχολο χορό στο πάρτι των μεταμορφώσεων. Αυτό το πάρτι, δε λαμβάνει χώρο σε κάποια κοσμική έπαυλη. Δεν εξελίσσεται σε κάποιο μποέμ στέκι. Αυτό το πάρτι λαμβάνει χώρο στην οικεία του κινηματογράφου. Διαδραματίζεται μπροστά από την κάμερα στα πιο απίθανα μέρη. Αυτό το πάρτι είναι ο κινηματογράφος. 
Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Πηγαίνεις από μέρα σε μέρα, από χώρο σε χώρο, αλλάζοντας εαυτό. Κάποτε ωφελιμιστικά. Προσδοκώντας σε κάτι. Άλλοτε χωρίς λόγο. Απλώς κινείσαι. Μαζί με τα ακαθόριστα ενδύματά σου. Μιλάς έτσι ή αλλιώς για να ανακαλύψεις ποιος είσαι. Παρουσιάζεσαι, κάποιος που δεν είσαι, με σκοπό να μπερδέψεις. Για να φτιάξεις λίγο χώρο μεταξύ εσένα κι εσένα. Ή εσένα κι εμένα. Όμως κινείσαι. Ρευστός. Αλλάζεις πρόσωπα, αλλάζεις σχήματα. Για να προσαρμοστείς. Να επιβιώσεις. Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Εσύ είσαι άνθρωπος.
Οφείλεις να παραδεχτείς πως εσύ κι αυτός μοιάζετε λιγάκι. Και στο Holy Motors δε μπορείς να διακρίνεις αν αυτό που βλέπεις είναι ζωή ή ταινία. Αν αυτό που βλέπεις είναι ηθοποιός ή άνθρωπος. Κινηματογράφος, σημαίνει γράφω με κινούμενες εικόνες. Κι εμείς δεν είμαστε παρά η κίνηση της εικόνας μας στον κόσμο. Άλλωστε, αν κάπου χρωστάμε την εξέλιξη του είδους, δεν είναι παρά στη συνήθεια της μεταμόρφωσης, σ’ αυτή τη συνεχή υπόδηση των εαυτών του εαυτού μας. Στο παιχνίδι αυτό, ο κινηματογράφος μας χάρισε άπειρα πρόσωπα. Εμείς του χαρίσαμε περισσότερα. Εν αγνοία μας, είμαστε ο κινηματογράφος!   
Σ΄αυτό το ξέφρενο πανυγύρι που λέγεται Holy Motors, ο Leos Carax, το πάλαι ποτέ μαγικό παιδί του γαλλικού σινεμά, κάνει μια ταινία για την κίνηση. Μια ταινία για τη ρεούμενη εικόνα. Μια ταινία για τον κινηματογράφο. Μια ταινία καμωμένη απ' τα σπλάχνα του κινηματογράφου. Με όρους σινεφιλίας καταφέρνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να αγγίξει εκ νέου, όπως είχε κάνει η νουβέλ βαγκ 50 και 60 χρόνια πριν, την έννοια του cinematography. Μπορεί οι ταινίες να φτιάχνονται για τους θεατές. Κι αυτή να είναι μια ταινία που αισθάνεσαι αμήχανα. Όμως, είναι καλό να θυμόμαστε, πώς ο κινηματογράφος –και επαναλαμβάνω σκοπίμως ξανά και ξανά κινηματογράφος και όχι σινεμά- φτιάχνεται από τις ταινίες…

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Quintet

 

Σκηνοθεσία: Robert Altman
Παραγωγής: Usa / 1979

Διάρκεια: 118'

Στη μακριά φιλμογραφία του Altman υπάρχουν ορισμένες ταινίες που αντιμετωπίστηκαν με βαθιά απαρέσκεια. Τόσο από κριτικούς κινηματογράφου, όσο κι από θεατές. Μία από αυτές είναι και το Κουιντέτο. Μια ταινία που κατηγορήθηκε, όσο λίγες, για την "φτηνή" ποιότητά της. Και είναι αλήθεια, πως είναι καμωμένη με τα πιο φθηνά υλικά. Ο Robert Altman δεν το κρύβει. Όσον αφορά τη φωτογραφία, αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη -αν εξαιρέσεις τα αφελή τρυκάκια με τη βαζελίνη. Τα σκηνικά είναι φολκλόρ. Οι ηθοποιοί παίζουν κακό θέατρο. Οι διάλογοι είναι μια σειρά από αποφθέγματα. Ο ήχος γρατζουνισμένος. Ε, και; Το Quintet είναι ο ορισμός του b-movie. (Για τη "χρησιμότητα" των b-movies θα ήθελα να σας παραπέμψω σ' ένα σχετικό άρθρο του Αλέξανδρου Βούλγαρη στο 17ο τεύχος του περιοδικού Κοντέινερ στην 35η σελίδα ).



Πίσω στο Quintet, τώρα. Το να μην επιτρέπεις σε μια ταινία, να είναι καμωμένη με τα πιο φτηνά υλικά, δεν υποδεικνύει την αγάπη σου για τον κινηματογράφο, αλλά τα ενοχοποιημένα ένστικτα που σου έχουν επιβληθεί. Και συνεπώς τη μικρή ανοχή σου στο απαράδεκτο, και πιο συγκεκριμένα, αφού μιλάμε για κινηματογράφο, στο b-movie. Το να απαιτείς απαρέγκλιτα από μια ταινία να είναι κατασκευαστικά άρτια, είναι άκρως περιοριστικό. Γενικότερα, το να απαιτείς: είναι μια συμπεριφορά που ταιριάζει περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην τέχνη. Χμ, κατανάλωση τέχνης. Η απαίτηση για μια κατασκευαστικά άρτια ταινία δεν είναι καν ζήτημα ευαισθησίας ως προς τη φόρμα. Ακόμα και ο φορμαλισμός, εξερευνά την κατασκευή, όχι μεμoνωμένα, αλλά με μια ενότητα, αποσκοπώντας σε μια αισθητική εκζήτηση. Υπό αυτή την άποψη, η ακατέργαστη όψη μιας "φτηνής" ταινίας, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Το να κατακερματίζεις τις πτυχές που συνθέτουν το "είναι" μιας ταινίας, και να απαιτείς μεμονωμένα, ένα ποιοτικό κριτήριο, δεν είναι πια ζήτημα φόρμας -αφού η φόρμα αφορά την ενότητα- αλλά ζήτημα μορφής. Ένα έργο, συνήθως, αδιαφορεί για το πως λειτουργεί μία συνιστώσα (φωτογραφία, σκηνογραφία, υποκριτική, κ.ο.κ.) ως προς τον εαυτό της. Αντιθέτως, τοποθετεί τις επιμέρους συνιστώσες σ' έναν διάλογο. Όχι για να επιτύχει κάποια καλλιτεχνική αρτιότητα. Υπάρχουν τόσες "κομψές" ταινίες που ξεχάσαμε, γιατί ήταν απλά κομψές. Μια ταινία συνήθως, επιθυμεί να λειτουργεί συνολικά. Να είναι ένα επικοινωνιακό έργο. Βέβαια, το τελευταίο, σ' έναν βαθμό, προϋποθέτει και την ύπαρξη επικοινωνιακών θεατών...

Και το Quintet είναι μια επικοινωνιακή ταινία. Σε βυθίζει απ' το πρώτο πλάνο, σ' ένα παγωμένο σύμπαν. Σ' έναν κόσμο σε κορεσμό. Εδώ, τα σκυλιά μαδάνε ανενόχλητα τις σάρκες από τους πεθαμένους. Οσφραίνονται με ακρίβεια τους μελλοθάνατους. Εδώ, τα παιδιά έπαψαν να γεννιούνται. Καμία καινούρια εισροή. Τα πάντα έχουν ακινητοποιηθεί κάτω απ' το δύσκαμπτο κέλυφος ενός μόνιμου παγετού. Τα πάντα εξαντλήθηκαν. Τα πάντα επαναλήφθηκαν. Απολιθώθηκαν. Και επαναλαμβάνουν την απολίθωση αυτή.

 
Γιατί στο σύμπαν του Κουιντέτου τα δεδομένα είναι δεδομένα. Έχει επέλθει κορεσμός. Όλα είναι γνωστά πια. Όλα μοιάζουν κανονισμένα. Κανονισμένα απ' τη συνήθεια. Εκτελούν την απαράλλακτη μηχανική του κάθε μέρα. Χωρίς ανατροπή. Χωρίς κανένα περιθώριο ανατροπής.

Οι άνθρωποι έπαψαν να γονιμοποιούνται. Και αυτό το σύμπαν έπαψε να είναι γόνιμο. Όλοι ζούνε από κάποιο άγνωστο είδος υποχρέωσης. Σα να είναι αναγκασμένοι να ζούνε. Κι αφού ζούνε, παίζουν παράξενα παιχνίδια. Πλησιάζουν την οριακή γραμμή του θανάτου. Μερικές φορές την προσπερνούν. Έτσι όπως έχουν πεθάνει στο δοκιμασμένο, ψάχνουν, μάταια, τον τρόπο να αισθανθούν την έξαψη της ζωής. Ξανά και ξανά. Ακόμα και το παιχνίδι έχει κορεσθεί.

Για να αποδράσουν από αυτόν τον παγετώνα, το άγνωστο πρέπει να ξαναγίνει άγνωστο. Να εισέλθει κάτω απ' το ψύχος, να ξαφνιάσει. Να καταλύσει την ακινησία. Να μολύνει -νεκρούς και ζώντες- με νέα σπέρματα. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Ένα διαρκές σημείο φυγής. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Αν αφομοιωθεί, γίνεται δεδομένο. Καταναλωτό. Δεν είναι άγνωστο. Όμως το άγνωστο είναι άγνωστο. Αλλόκοτο. Ανερμήνευτο. Ερωτεύσιμο. Ζωντανό. Αέναη κίνηση των άστρων.


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

The Collector


Σκηνοθεσία: William Wyler
Παραγωγής: England / Usa / 1965
Διάρκεια: 1965

Αυτή (Samantha Eggar) είναι κομψή και θελκτική. Καλλιεργημένη. Φοιτήτρια στην Καλών Τεχνών. Αυτός (Terence Stamp) είναι ταπεινής καταγωγής. Του αρέσει να συλλέγει πεταλούδες. Να τις απονεκρώνει και να φτιάχνει συλλογές. Όμως τώρα προάχθηκε. Κέρδισε το Λόττο. Έτσι, έβαλε στο μάτι μια ανθρώπινη πεταλούδα. Εκείνη. Πήρε ένα μεγάλο δοχείο-σπίτι για να την κλείσει. Έχει αποφασίσει να την αγαπάει και θέλει να τον γνωρίσει. Γνωρίζει το πως να την απαγάγει δεν είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος. Όμως, έχει πειστεί πώς είναι κατώτερός της. Πώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος να την προσεγγίσει. Θα την κρατήσει όμηρο μέχρι να τον αγαπήσει.

Αυτοί οι δύο δε μπορούν να ερωτευθούν. Είναι κανόνας. Ούτε αυτός μπορεί να την ερωτευθεί. Ούτε εκείνη. Αυτός έχει αποφασίσει να την αγαπάει. Οπότε δε μπορεί να την αγαπήσει. Συν τοις άλλοις έχει πειστεί πως είναι κατώτερός της. Οπότε είναι αδύνατον να πιστέψει πως εκείνη μπορεί να τον αγαπήσει. Εκείνη από τη μεριά της, είναι αιχμάλωτη. Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και οι ιδανικές συνθήκες για έρωτα. Είναι πανικόβλητη, φοβισμένη. Αυτός ο φόβος -και όχι η καταγωγή της- δεν της επιτρέπει να τον κοιτάξει σαν ανθρώπινο ον. Αυτοί οι δύο δε μπορούνε να αγγιχθούνε. Να εκτεθούνε φυσικά -σαν άυλα σώματα- ο ένας στον άλλο. Ο έρωτας θέλει την ελευθερία του για να συμβεί. Κάθε άλλο είναι βία και εξαναγκασμός.

Ο William Wyler εδώ φτιάχνει μια κλασσική ωδή για τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Για τη χαμένη, τη σπαταλημένη ομορφιά.
"…καλύτερα να αντιστέκεσαι στην αληθινή ομορφιά, γιατί μπροστά της δεν μπορείς να κάνεις τίποτα παρά να την κοιτάζεις χαμένος…", λέει ο Georg Trakl. Και κάπως έτσι αντιδρούν και οι ήρωες του. Αυτός σκοτώνει πανέμορφες πεταλούδες. Κι έπειτα τις τοποθετεί σε καλλίοπτες εκθέσεις. Αλλά κι αυτή, δε διαφέρει. Θαυμάζει τους πίνακες του Van Gogh ακριβώς για αυτό το λόγο: επειδή είναι νεκροί. Το ίδιο και με τα βιβλία. Δεν γδέρνεται από την ποίησή τους. Αντί αυτού θαυμάζει το χάρτινο μνημείο τους.


Είναι πιο βολικό να σκοτώνεις την ομορφιά. Να την καταστρέφεις. Όταν κάτι είναι νεκρό, γνωρίζουμε πως να του φερθούμε. Κατ' αρχάς δεν διατρέχουμε κανένα κίνδυνο. Μπορούμε να το τοποθετήσουμε απέναντί μας. Σε όποια απόσταση επιθυμούμε. Να του φερθούμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Για αυτό προτιμούμε να τα σκοτώνουμε όλα. Να σκοτώνουμε την ομορφιά. Παρά να την αφήνουμε να μας πληγώνει. Η ανθρωπότητα είναι οργανωμένη με ακριβώς αυτόν τον τρόπο: να σκοτώνει την ομορφιά πολύ πριν γίνει επικίνδυνη. Ερχόμαστε σ' επαφή με τα νεκρά ηλιοτρόπια του Van Gogh. Αλλά πόσοι από εμάς ερχόμαστε σ' επαφή με την Ποίηση/δημιουργία του ζώντα Van Gogh; Ερχόμαστε σ' επαφή με τις νεκρές ταινίες του Godard. Τη νεκρή ποίηση του Eliot. Κι ούτω καθεξής. Όλα είναι αποξηραμένα και ταξιθετημένα στο αντίστοιχο νεκροταφείο τους. Στο αντίστοιχο μουσείο τους. Εμείς ερχόμαστε δεύτεροι και τρίτοι, δηλαδή τελευταίοι. Μέσα απ' τον δεδομένο ρόλο του θεατή. Όχι για να αγγιχθούμε μαζί τους. 'Η να λερωθούμε. Αλλά για να θαυμάσουμε. Η συνδιαλλαγή μας είναι άνιση. Περιφερόμαστε γύρω από ακίνδυνα μνημεία για να θαυμάσουμε. Το μάρμαρο, την αρχιτεκτονική. Για να ανάψουμε ένα κερί σ' αυτό που δεν κοιμάται, κι εμείς νομίζουμε πεθαμένο.




Ο William Wyler για αυτή την αδυναμία μας, ως ανθρωπότητα, σπαράζει. Για την ομορφιά που χάνεται. Για την τέχνη που πεθαίνει. Που έγινε ένας σωρός από κόκκαλα, από λείψανα ποιημάτων, εικόνων και ήχων του παρελθόντος. Όμως έχουν και η τέχνη και ο θάνατος τις απαιτήσεις τους. Με τη σειρά τους απαιτούν απ' τη μεριά μας, την κατοχή μιας άλλης τέχνης: αυτής του αναστάσιμου βλέμματος. Του βλέμματος που αίρει τον θάνατο, που αναγεννά την ομορφιά. Της ζωτικής επαφής που ανασταίνει την ακοίμητη τέχνη. Αυτή τη φορά όχι για να την καταστρέψουμε. Αλλά για να καταστραφούμε...



Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Sedmikrásky

 

Σκηνοθεσία: Vera Chytilová 
Παραγωγής: Czehoslovakia / 1966
Διάρκεια: 74'

Εμάς οι εξεγέρσεις μας είναι ασύνειδες. Οι εξεγέρσεις μας δεν είναι δικές μας. Συμβαίνουν μέσω ημών, χωρίς να το γνωρίζουμε. Δεν έχουμε συνείδηση της ασυνειδησίας μας. Η ασυνειδησία μας συνιστάται στην έλλειψη συνείδησης της συνειδητότητας ή της ασυνειδησίας μας. Ή για να το θέσω καλύτερα, στο ότι η συνείδηση και η ασυνειδησία είναι παράγοντες τους οποίους αγνοούμε και για τους οποίους αδιαφορούμε. Έχουμε, εν αγνοία μας, την άθελη παιδικότητα της ασυνειδησίας μας. Το παιδί δε γνωρίζει ότι είναι παιδί.


Οι εξεγέρσεις μας δεν είναι δικές μας. Συμβαίνουν μέσω ημών. Είμαστε εν αγνοία μας μια αντανακλαστική δύναμη κόντρα στον συγκεκριμένο τρόπο μέσω του οποίου υπάρχει ο κόσμος. Οι εξεγέρσεις μας είναι ασύνειδες και καταστροφικές. Κι ο πόλεμος είναι καταστροφικός. Αλλά η καταστροφή του πολέμου αφήνει σημαίες, αγάλματα και μνήμη. Η δική μας καταστροφή δεν αφήνει τίποτα. Η δική μας καταστροφή αφήνει καταστροφή. Δηλαδή τίποτα. Δηλαδή, η δική μας καταστροφή δεν αφήνει τίποτα και αφήνει τίποτα. Επειδή η δική μας ύπαρξη αμφισβητείται απ’ την ταυτόχρονη ανυπαρξία μας. Είμαστε η τέλεια έκφραση της ασημαντότητας. Του α-νοήματος. Οι δικές μας εξεγέρσεις, εν αγνοία μας, καταστρέφουν το υπαρκτό αφήνοντας χώρο στο ανύπαρκτο. Να ένας ορισμός ελευθερίας!

Ονειρεύτηκα ότι υπήρχα. Κι αν το όνειρο υπήρξε μέσω εμού που δεν υπάρχω, τότε πεθάναμε και οι δύο τόσο νέοι. Πεθάναμε αγέννητοι.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Kôshikei

 

Σκηνοθεσία: Nagisha Osima
Παραγωγής: Japan / 1968
Διάρκεια: 117'

Κανείς δεν είναι αυτό που είναι. Ο καθένας είναι μονάχα η αντίληψη που έχουμε για αυτόν. Μια δική μας εικόνα.

Από την άλλη, οι αντιλήψεις μας για κάποιον δεν είναι ούτε έμφυτες, ούτε απόλυτες. Σχετίζονται με την συμπύκνωση της εμπειρίας που έχουμε με αυτόν. Μιας εμπειρίας όμως, που αναπόφευκτα, είναι υποκειμενική. Εφάπτεται στην ιδιοσυγκρασία μας. Μιας ιδιοσυγκρασίας που με τη σειρά της δεν είναι ακριβώς δική μας. Δεν είναι αυτόφυτη. Αντιθέτως, είναι σε μεγάλο βαθμό καλλιεργημένη. Επηρεασμένη από τις ηθικές και τις πεποιθήσεις που υιοθετήσαμε καθώς βρισκόμασταν υπό τη διαρκή επιρροή των αντιλήψεων των γύρω μας. Των γύρω μας και του καιρού μας. Σ' ένα μάκρο-επίπεδο, απ' τις αντιλήψεις του χώρου και του χρόνου στον οποίο ζήσαμε. Συνεπώς, μολυσμένοι από την ιδιοσυγκρασία μας, που δεν είναι ακριβώς δική μας -τουλάχιστον όχι ολικά- όταν κοιτάμε κάποιον, αυτός δεν είναι ο κάποιος που κοιτάμε, αλλά αυτό που μας επιτρέπεται -από την ιδιοσυγκρασία μας- να δούμε. Συνεπώς και οι αντιλήψεις μας για κάποιον, δεν είναι ποτέ ολικές. Είναι μερικές, καθώς βρίσκονται σε στενή σύνδεση με τους αντανακλαστικούς μηχανισμούς την (κατασκευασμένης) ύπαρξής μας.

Ένα άλλο θέμα που προκύπτει, είναι ο χρόνος των αντιλήψεων μας για κάποιον. Όπως προλέχθηκε, η αντίληψη μας για κάποιον προκύπτει απ' τη συμπύκνωση της εμπειρίας μας μαζί του. Άρα, και η αντίληψη μας για αυτόν, η παροντική αντίληψή μας, αναφέρεται στο παρελθόν του. 'Η στο παρελθόν μας, αν προτιμάτε. Σε κάτι που έπραξε, σε κάτι που είπε, πριν και όχι τώρα. Άρα σ' ένα βαθμό οι αντιλήψεις μας για κάποιον αφορούν αυτό που ήταν και όχι αυτό που είναι. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που η ιδιοσυγκρασία μας, μας έκανε να είμαστε τον χρόνο που τον κοιτούσαμε.

Το μεγάλο ερώτημα όμως που θέτει ο Οσίμα είναι το ακόλουθο: Γιατί κάποιος δεν γίνεται αυτό που είναι, και γίνεται οι αντιλήψεις των άλλων;

Απ' τη στιγμή που γεννιόμαστε δε ζούμε ποτέ με τους εαυτούς μας. Και συνεπώς δεν αφήνουμε το ανύπαρκτο και άυλο "είναι" αυτού που είμαστε να αναδυθεί μέσω ημών. Αντιθέτως ζούμε σ' έναν χώρο και χρόνο που μας δεσμεύει στον δικό του αντιληψιακό χάρτη. Ζούμε ανάμεσα σε μια πληθώρα ανθρώπων. Ανθρώπων, που ζώντας μαζί μας, σχηματίζουν κάποιες αντιλήψεις για εμάς. Οι αντιλήψεις αυτές με τη σειρά τους μας τοποθετούν σε κάποιο ρόλο. Ουσιαστικά, για να εξασφαλίσουμε μια αρμονική συνύπαρξή με τους άλλους, αποδεχόμαστε -χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε- τους ρόλους που υφαίνουν για εμάς. Έτσι, ασυνείδητα και όχι συνειδητά, αφιερώνουμε τον χρόνο της ύπαρξης μας για να επιβεβαιώσουμε και για να συμφιλιώσουμε τις αντιλήψεις των άλλων. Ζω σε αρμονία με κάποιον σημαίνει γίνομαι το βλέμμα αυτού που με κοιτάει.

Επί της ουσίας δε γινόμαστε ποτέ ο εαυτός μας. Δηλαδή ένας εαυτός ρευστός, άγνωστος, ξένος και δικός μας. Αντιθέτως, αφιερώνουμε/θυσιάζουμε τον χρόνο μας για να μοιάσουμε με εκείνους που "χωρίς να το καταλάβουμε" πειστήκαμε πώς είμαστε. Με εκείνες τις παραδομένες εικόνες που πειστήκαμε πώς μας ανήκουν.


Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Der Spiegel des Lord Patschog


Σκηνοθεσία: Ελίνα Πάνικ 
Παραγωγής: Germany / 2011 
Διάρκεια: 14' 

Χρησιμοποιούμε τα μάτια των άλλων, ή κάποιον καθρέφτη, για να μας καθιστούμε ορατούς. Ορατούς: δηλαδή άλλους και περιγράψιμους. Κάποιους που να μπορούμε να μιλάμε για αυτούς. Στην ουσία, νομίζοντας πως μιλάμε για εμάς, μιλάμε για άλλους. Είμαστε ανήμποροι να υποστούμε το βουβό και ανυπέρβλητο βάρος του να υπάρχουμε. Διακόπτουμε την σχέση μας με την ύπαρξή μας όντας άλλοι. Εκχωρώντας σε αυτούς τους άλλους, στους υποτιθέμενους εμείς, μέχρι και το απειροελάχιστο θρόισμα, την πιο μικρή εμφάνεια του όψιμου εαυτού μας. Η ύπαρξη μας δε μας ανήκει.

Το ότι αμφιβάλλω για την ύπαρξή μου δε σημαίνει πως αμφισβητώ την ύπαρξη. Αμφισβητώ μόνο το γεγονός πώς μου ανήκει. Δε μπορώ να μιλήσω για τίποτα. Είμαι ένα τίποτα που δε μπορεί να μιλήσει. Καμωμένο από την αιώνια ύλη αυτού που δε γνωρίζω.

Αλλοποιούμε τα πράγματα, κοιτώντας τα. Χωρίς να τα παρατηρούμε. Τα ξεκοκαλίζουμε απ’ το αόρατο νήμα που τα συνδέει. Μιλάμε για αυτά προσπαθώντας να τα κάνουμε κατανοητά. Μα αυτή η πιεσμένη διαδικασία δεν τα καθιστά περισσότερο υπαρκτά. Το κάθε άλλο. Μιλάμε για τα πράγματα, μιλάμε για εμάς, για τους άλλους, γιατί δε μπορούμε να μιλάμε με αυτά. Στην ουσία, μιλάμε το θάνατό των πραγμάτων.

 
Υπάρχω μολυσμένος μέσα στην ανέφικτη ουτοπία μου. Είμαι η ύστατη προσπάθεια, ο ανεπαίσχυντος πόνος –πόνος όχι σωματικός-, του να συμπεριλάβω το άγγιγμα μαζί Σου. Όχι ενός Εσύ πραγματικού. Ενός Εσύ α-ληθινού. Ενός Εσύ ταυτόχρονα υπαρκτού κι ανύπαρκτου. Είμαι η αμετάδοτη όψη αυτού που δε μπορεί να κοιταχθεί. Είμαι Εγώ, όχι εγώ, αλλά ο τρόπος που υπάρχω μέσα στα πράγματα, και ο τρόπος που τα πράγματα υπάρχουν εντός μου. Μια σιωπή θρυμματισμένη από τη βία του πραγματικού.

Όλα έχουν ένα όνομα. Μα εγώ δεν έχω κανένα όνομα. Είμαι κανένα όνομα. Υπακούω μονάχα στο φανταστικό όνομα που δεν έχω. Η σωστή μεριά είναι εξίσου σωστή με την ανάποδη. Γιατί δεν υπάρχει σωστή μεριά. Η όψη μας στα μάτια των άλλων είναι εξίσου σωστή με την όψη μας στον καθρέφτη. Γιατί καμία όψη δεν είναι απόλυτη. Διακόπτουμε τη σχέση μας με τον εαυτό μας απ’ τη στιγμή που εκχωρούμε την ύπαρξή μας σ’ ένα υποστατικό Εγώ. Σ’ ένα εγώ συγκεκριμένο. Είμαστε παράλυτοι. Ξεκοκαλίζοντας μας από τη μυστική άλω του ανερμήνευτου. Από τις σιωπηλές και αιώνιες μεταπτώσεις αυτού που δε μπορεί να πεθάνει.

"Το ότι αμφιβάλλω για την ύπαρξή μου δε σημαίνει πως αμφισβητώ την ύπαρξη. Αμφισβητώ μόνο το γεγονός πώς μου ανήκει."


 

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

L'enfant d'en haut


Σκηνοθεσία: Ursula Meier 
Παραγωγής: France / Switzerland / 2012 
Διάρκεια: 97'

Στην αντίπερα όχθη της οικονομικά εύρωστης Ελβετίας, σ' ένα βιομηχανικό χωριό, ζει φτωχικά ο δωδεκάχρονος Σιμόν με τη μεγαλύτερη αδερφή του Λουίζ. Στον Σιμόν αρέσει η πολυτελή ζωή, τα ακριβά αυτοκίνητα. Οι ζωές των άλλων. Και είναι αποφασισμένος να μη μείνει αμέτοχος. Ως εκ τούτου τρυπώνει συστηματικά σε χιονοδρομικό κέντρο των Άλπεων, και γδύνει την αστική τάξη -αυτούς απ' τους οποίους δε θα λείψουν, όπως λέει ο ίδιος- από χιονοδρομικό εξοπλισμό. Έτσι ζει τον εαυτό του και την αδερφή του. Την αδερφή του που από την άλλη προσπαθεί να κρατήσει ακέραιη την κοινωνική υπόλοιψή της, και να ακουμπήσει, κάπως επιπόλαια, την ελευθερία της στο πρώτο οικονομικά εύρωστο αρσενικό.


Στο L'enfant d'en haut η Ursula Meier παρατηρεί δυο παιδιά που καλούνται, μόνα και άνισα, να επιβιώσουν. Που καλούνται να επωμιστούν ευθύνες ενήλικες, πολύ πρωτού ενηλικιωθούν. Στη φύση είναι αλλιώς. Η επιβίωση μετριέται αλλιώς. Ένας λύκος καλείται να προσαρμοστεί στις άγριες συνθήκες του δάσους, την ίδια ώρα που μια πολική αρκούδα καλείται να προσαρμοστεί στο ψύχος. Στον άνθρωπο όμως; Το ανθρώπινο περιβάλλον δεν είναι ούτε φυσικό, ούτε απόλυτο. Το ανθρώπινο περιβάλλον είναι ρευστό. Μεταβλητό. Εδώ, η επιβίωση μοιάζει ένας πολύ πιο σύμπλεκτος δρόμος.

Στον άνθρωπο τα πάντα διχάζονται. Κι αφήνουν στο ενδιάμεσο ένα αμετάκλητο ψύχος. Υπάρχει ένας ταξικός διχασμός. Ένα ταξικό μίσος. Απ' τη μία στις απρόσιτες Άλπεις (εξαιρετικό σεναριακό εύρημα), οικονομικά επιφανείς άνθρωποι αρμέγουν την "κλειστή" ευτυχία ενός πληρωμένου κόσμου. Την ίδια στιγμή που οι βιομηχανοποιημένες παρυφές υποσιτίζονται. Που πασχίζουν για ένα πιάτο μακαρόνια κι ένα ρολό χαρτί υγείας.


Οι άνθρωποι στο ενδιάμεσο αυτού του αρχέγονου πολέμου μουχλιάζουν. Σαπίζουν. Μένουν ανέγγιχτοι. Εφάπτονται μόνο για να συντονιστούν κάτω από έναν μεγάλο σκοπό. Για την επίτευξη μιας καλύτερης στρατηγικής θέσης μέσα σε αυτό τον αυτοσχέδιο πόλεμο που τους ορίζει. Δεν εφάπτονται για να αφουγκραστούν τον κοινό σφυγμό την ανάσας τους. Κάθε άλλο. Εφάπτονται κάτω απ' τη ματαιόδοξη επιθυμία τους να επιβιβαστούν σ' ένα όχημα που θα σπάσει το φράγμα του ήχου. Που θα ξεπεράσει το φράγμα της εξαθλίωσης. Αυτόνομοι ή απομυζητές, ειλικρινείς ή ύπουλοι, επιθετικοί ή παθητικοί, δεν έχει σημασία. Ο καθένας κοιτά την επιβίωση και ακολουθεί το δρόμο που του αρμόζει.

Εν τέλει, η Ursula Meier φτιάχνει ένα αφοπλιστικά σύγχρονο τοπίο της ατομικής μοναξιάς και της εμπόλεμης ψυχρότητας. Ακλουθώντας τον Σιμόν, ένα παιδί που αναγκάστηκε να θρυμματίσει την παιδικότητά του -και που θα μπορούσε κάλλιστα να ειδωθεί ως ένα alter ego του Antoine Doinel-, παρατηρεί τα αβέβαια ανθρώπινα βήματα. Σ' ένα αδιάσπαστο τοπίο μοναξιάς. Σε μια απαράμιλλη τροχιά προς τη φθορά. Ενός κόσμου που συνεχίζει να χτυπά και μετά το 400.


Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

2011-2012(Part 2)

11.
Οι ταινίες είμαι μια κατασκευή.
Κι όλα τα πράγματα που φτιάχνονται, φτιάχνονται για τους άλλους.
Ακόμα κι αν δεν το αξίζουν.


10.
Γάμησε το ρεαλισμό. Η πραγματικότητα συμβαίνει γιατί απλά συμβαίνει.
Η ροή των γεγονότων είναι μονής κυκλοφορίας.
Βούλωσε την φυτεμένη προδιάθεση του να επέμβεις. Του να ορίσεις.
Αφέσου. Αφέσου στα χρώματα. Στο τίποτα. Στο όλο. Σημασία έχει να αισθανθείς.

9.
Ο άνθρωπος επινοεί τον εαυτό του, δηλαδή τον (ασφαλές) τρόπο να υπάρχει, μόνο και μόνο για να μην έρθει αντιμέτωπος με την χαοτική εσωτερικότητα που τον συνθέτει. Τα αρνητικά συναισθήματα όπως η λύπη, η θλίψη, η μελαγχολία, η κατάθλιψη εξορίζονται σε μια αβίωτη σφαίρα. Η μελαγχολία, όμως, επιστρέφει. Αυτή τη φορά όχι ως ψυχολογικός εφιάλτης, αλλά ως συμπαντική απειλή. Οι πιο αφελείς, ή οι πιο πολιτισμένοι -αν προτιμάτε- θα αρνηθούν να ζήσουν ως το τέλος.

 Broken Road
Cinemart
movieworld
LiFO
CINEMA IS ALIVE...RIGHT?
ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΙΣΣΑ

8.
Γιατί τέχνη είναι ο τρόπος που μας αγαπούν αυτοί που δε θα γνωρίσουμε ποτέ...

Παράλληλα Βλέμματα
LiFO
C.

7.
Σ' έναν κόσμο που διαιωνίζεται, χωρίς κριτήριο, μέσω της αναπαραγωγής, η συνέχεια δεν μπορεί παρά να είναι μάταιη. Μάταιη, αστεία και τραγική. Η εξέλιξη, στην οποία δε φτάσαμε, στην οποία ποτέ δε θα φτάσουμε, συνιστάται στην επίτευξη μιας ατομικής αδιαφορίας απέναντι σ' έναν κόσμο που δεν αξίζει τίποτα περισσότερο.

FLIX
Cinefo
2 ή 3 Πράγματα που Ξέρω για Αυτό...

6.
Ο άνθρωπος εγκλωβισμένος στα δεσμά του πολιτισμού. Εθελούσια. Ο πολιτισμός ως παραμορφωτικός καθρέφτης. Δίνει ένα αλλιώτικο όνομα για το καθετί. Αφανίζει τον άνθρωπο και κυρίως την υπαρξιακή αξία του ό,τι είναι αισθητό.

 Ni avec toi, ni sans toi
C.
kersanidis

5.
Στα λιμάνια των πόλεων μπορείς να δεις ένα πλοίο να φέυγει ή να έρχεται. Μπορείς να δεις τον ήλιο να ανέρχεται απ' τον κόσμο των νεκρών και να διασχίζει τη θάλασσα. Μπορείς να δεις αυτούς που ήρθαν χωρίς να μπορούν να μείνουν ή να φύγουν. Αυτούς που δε μπορούν να κοιτάξουν τον ήλιο. Είναι η στεριά μια βαθιά πληγή στα πλευρά της θάλασσας. Τα σύνορα διακεκομμένες γραμμές περιμετρικά γύρω από τις φλέβες του Άνθρωπου.

TWO IN THE SOUP

4.
Αυτός ο κόσμος είναι μια παράνοια το Χειμώνα.
Ζήσαμε μέσα κι ανάμεσα σε μικρούς ανθρώπους που κινούνταν αδιάκοπα πασχίζοντας να αφήσουν το σημάδι τους.

Ni avec toi, ni sans toi

3.
Κάτω από άσπρες λάμπες φθορίου, μέσα στους ξεθωριασμένους τοίχους ενός απέραντου νεκροτομείου, παρατηρείς μια ραγδαία συλλογική καταστροφή. Έναν εθνικό θάνατο. Σύντομα, ο ρόλος σου, πίσω απ' τη λευκή ποδιά αμφισβητείται. Απεναντίας, παίρνεις θέση ανάμεσα στα νεκρά ευρήματα. Όπως σου αρμόζει.

φιλμ νουάρ
LiFO

2.
Ήταν νύχτα βαθιά. Γιατί πάντα είναι νύχτα.
Η φύση είχε αγκαλιάσει στα σπλάχνα της το νεκρό πτώμα αυτού που είμαστε.
Εμείς αναβάλλαμε τη συνάντηση με τη ζωή.
Είναι νύχτα.

TΟΥ ΟΡΑΤΟΥ Ο ΑΡΤΟΣ
Παράλληλα Βλέμματα
ΣΙΝΕΜΑ
LiFO

1.
Δεν ξέρω ποιος επιδρά βαθύτερα πάνω μου: ο θεός ή ο διάβολος·
άλλωστε τους έπλασα καθ' ομοίωσή μου.
Δε γνωρίζω αν επιθυμώ στο πλευρό μου τον έναν ή τον άλλο.
Μάλλον επιθυμώ αυτόν που μπορεί να με μετατοπίσει μακρύτερα.
Άλλωστε δε ζούμε ποτέ απ' τη ζωή. Ζούμε απ' την επιθυμία μας για αυτή.

FLIX