Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Neruda (Pablo Larrain)

Η σπουδαιότητα ενός έργου καθορίζεται απ' τις απομιμήσεις του. Όσο πιο αμίμητο παραμένει ένα έργο τόσο πιο σπουδαίο θεωρείται. Περισσότερο απ' το ίδιο το έργο, είναι οι απομιμήσεις του που φροντίζουν την υστεροφημία του.


Ο Νερούδα δεν ήταν ποτέ ο αμίμητος ποιητής. Αντιθέτως είναι ο ποιητής που εύκολα αντιγράφτηκε. Κι αυτή η ταινία δεν είναι μια ταινία για τον συγγραφέα. Δεν είναι ούτε μια ταινία για τον πολιτικό. Είναι μια ταινία για την συγγραφή.


Για την συγγραφή, που ως συγγραφή έχει κατακτήσει την αθανασία κι όμως έξω απ' αυτήν δεν έχει τίποτα άλλο. Όλα τ' άλλα πρέπει να τα επινοέι, να τα αποσπά. Να τα κλέβει. Ο Νερούδα, είναι μια ταινία για την συγγραφή, για την κούφια συγγραφή, που για να κατακτήσει την δόξα, την φήμη, την ισχύ, την αναγνώριση -πράγματα για τα οποία τόσο πολύ διψάει- πρέπει να επινοήσει πλάσματα γύρω απ' αυτήν και μέσα σ' αυτήν και να τα κλέψει. Είναι τα πλάσματα που πλάθει η συγγραφή που της προσφέρουν έναν εαυτό, έστω εφήμερο, τον εαυτό που δεν έχει, έναν πυρήνα, μια ζωή, που για χάρη της προσφέρει στα πλάσματα της φαντασίας της, όχι την αθανασία, αλλά την συγκίνηση ότι αυτή υπάρχει, και όχι μόνο την συγκίνηση της αθανασίας, αλλά και την συμπύκνωσή της αθανασίας μέσα σ' αυτό που ζει, σ' αυτό που ζει, που ζει, που ζει, και που μπορεί να ζήσει μονάχα στη σκια της συγγραφής, μονάχα εν απουσία της.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

An (Naomi Kawase)


Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ο κινηματογράφος έκανε ταινίες για να καταδικάσει τα εγκλήματα και τις αναταρραχές που απειλούσαν τα ήθη, τα έθιμα και τις αξίες που συγκροτούσαν την κοινωνική γαλήνη.

Στο δεύτερο μισό του αιώνα έγινε αντιληπτό ότι αυτά τα ήθη και οι αξίες περικλείονταν από παχιά στρώματα διαφθοράς που επιστρατεύονταν για να συντηρηθεί σχεδόν με την βία η ζωή στους 37 βαθμούς κελσίου. Κι έτσι οι ταινίες γέμισαν με υπονοούμενα, γροθιές ή επαναστατικές πινελιές εις βάρος της κατεστημένης τάξης.

Στον 21ο αιώνα που η γιόγκα έχει πλυμμηρίσει τη ζωή μας με νηφαλιότητα απ' ότι φαίνεται ο κινηματογράφος θα κάνει και ταινίες για να χαιρετήσει τον κύριο Ήλιο.

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Τα χρόνια της αθωότητας (Nova Melancholia)


Η μικροαστική τάξη, η μεγαλοαστική τάξη, το προλεταριάτο, οι χίπιδες, η τάξη των μποέμ, η τάξη των αναρχικών· δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο η αστική τάξη. Ό,τι εξωκύλει είναι αταξία.

Έχει σίγουρα ενδιαφέρον το να περιγράφεις και να αποκαλύπτεις την αστική τάξη, μέσα από την σεξουαλικότητάς της, παραθέτοντας με ίση βαρύτητα και ίση φυσικότητα τόσο τα στοιχεία εκείνα που θα θεωρούνταν ταμπού όσο και τα στοιχεία που θα θεωρούνταν κεκτημένες συνήθειες. Μάλιστα, με τρόπο τέτοιο που το τι θεωρείται αποδεκτό και τι απαράδεκτο να μην είναι ευδιακρίτως αναγνωρίσιμο.

Το να περιγράφεις έχει ένδιαφέρον;

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Sugisball (Veiko Ounpuu)


Ο εαυτός μου είναι ένα πολύ στενόχωρο μέρος. Θέλω να πω, εδώ γεννιέμαι και ξανά γεννιέμαι. Εδώ έχω ζήσει όλη μου τη ζωή. Είναι τέτοια δυσαρέσκεια που μου προκαλεί το γεγονός της ύπαρξης μου πού όταν μου φανερώνεσαι εσύ, ο όποιος εσύ, μου αποκαλύπτεσαι ως ο άλλος τόπος. Ο άλλος τόπος που τον αναγνωρίζω περισσότερο απ' την προσδοκία του "όχι εδώ" παρά απ' το γεγονός. Και είναι τέτοια η ορμή που επιστρατεύω για να σε προσεγγίσω, για να διαφύγω απ' το εδώ, που καταστρέφω το εκεί πριν καν υπάρξει.

Το εγώ κουβαλάω συνέχεια πάνω μου. Πασαλειμένο με εμμονές, με ανάγκες. Από αποφορά είναι καμωμένη η ιδιότροπη γλώσσα μου. Και κάπου μια ελπίδα "θα μπορούσε να ήταν αλλιώς". Και συνεχίζω λέγοντας μέσα μου, πώς όταν σε συναντήσω όλα αυτά θα τα ξεχάσω. Μα αν τα ξεχνώ δεν τα ξεχνώ, το εγώ κουβαλάω συνέχεια πάνω μου, τα ξεχνώ μόνο με τον τρόπο εκείνο που τα παραμερίζω μόνο και μόνο για να ζητήσω επιβεβαίωση. Κάθως στέκομαι δίπλα σου, έχεις ήδη αναλάβει έναν ρόλο. Είναι τέτοια η αδεξιότητα και η δίψα μου που καθώς σε κοιτάζω σου σβήνω τα χαρακτηριστικά, σου αφαιρώ το πρόσωπο. Το μόνο που μπορώ να σου προσφέρω είναι αυτό που θα πάρω. Η θλίψη μου προσλαμβάνει θλίψη για την θλίψη μου. Είμαι με τέτοιο τρόπο φτιαγμένος που απ' το τοπίο αφαιρώ το τοπίο, ποτέ το κάδρο.


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Le mani sulla città (Francesco Rossi)


Ίσως κάποτε θα έπρεπε να απογαλακτιστούμε απ' την επιστήμη και την ιστορία τέχνης ως τροχοπέδη της αντιμετώπισης ενός έργου. Ο εγκλωβισμός της τέχνης στο θεσμικό μικροσκόπιο της ιστορίας της τέχνης, της κοινωνιολογίας της τέχνης, της επιστήμης της τέχνης που τόσο αυτάρεσκα μας λένε ότι ο κινηματογράφος, με τα μόλις 100 και πλέον χρόνια ζωής, είναι ακόμα μια βρεφική, νηπιακή, εντελώς καινούρια τέχνη, είναι μια εξίσου αιρετική άποψη μ' αυτήν που θα διατυπώσω πιο κάτω. Ίσως με τον ίδιο τρόπο που μιλάμε για μοντερνισμό στον κινηματογράφο, κι ακόμα πιο άμεσα, απαλλαγμένοι απ' την ιστοριολάγνα βραδύτητα & σοβαρότητα θα έπρεπε να μιλάμε και για "σινεμά δεινοσαύρων". Και δεν είναι ένας όρος αυτός που θα επιστρατευτεί για να μειώσει το έργο τέχνης ή την κινηματογραφική ταινία. Αλλά ένας όρος έτοιμος να χαρακτηρίσει έναν κινηματογράφο, που αφού αφομειώθηκε, ξεπεράστηκε.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Denti ( Gabriele Salvatores)

το μόνο μέρος που μπορώ να κρυφτώ είναι το χαμόγελο της μητέρας μου

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

O Padre e a Moça (Joaquim Pedro de Andrade)


Κι ο ήλιος χρύσιζε τα στάχια, το χορτάρι. Ένας διάφανος ήλιος. Σχεδόν άρρωστος. Ριγμένος με μια κλίση πάνω στη γη που σχημάτιζε. Αναπάντεχα μία απροσδόκητη πύλη κάτω απ' τις φυλωσιές σχημάτιζε. Μια πύλη ελαφριά όπως άνεμος. Παράλογη όπως ο άνεμος. Μια πύλη αλλόκοτη, διαταρραγμένη. Καθώς την πλησιάζεις όλα χάνουν το βάρος τους. Η γέννησή σου αλλάζει ημερομηνία. Συνθλίβονται οι σημασίες. Καταργείται το νόημα. Τα ρούχα σου δε βαραίνουν στο σώμα σου. Δε μαρτυρούν τίποτα για αυτό. Ούτε οι ουλές, ούτε οι πόθοι σου. Το όνομά σου, αν είχες ένα, ελαφρύ κι αυτό. Παρασύρεται στο τσίριγμα των πουλιών. Λησμονιέται. Ιερέα αν σε λέγανε ή πόρνη, ο ιερέας και η πόρνη δεν έχουν πια σώμα, δεν έχουν λαιμό να κάτσει η ταμπέλα τους. Μπροστά απ' αυτή την πύλη το απόλυτο άγνωστο, το ευλογημένο χάος ευλογεί τις πυξίδες σου. Κάνει από πούπουλο τις ρίζες σου. Μπροστά απ' την πύλη δεν υπάρχει πλάνη. Όλοι οι δρόμοι ανοιχτοί. Απερπάτητοι. Η γάτα έχει εφτά ζωές. Η πύλη έχει όλες τις ζωές και τις εφτά της γάτας. Μόνο τα μαλλιά μου έχουν το ίδιο μήκος και το σφρίγος στα πόδια σου. Αυτά είναι το μόνο γνώριμο ευαγγέλιο σ' αυτή τη νέα γη, σ' αυτή τη νέα χώρα. Και τα χείλη μου, τα χείλη μας, ακόμα υγρά όπως μια γη φροντισμένη. Εσύ πλησίασες. Την πύλη πλησίασες. Ήθελες να δεις την σύνθλιψη των εικόνων. Τις ιδέες να κομματιάζονται. Τον καθρέφτη που δεν καθρεφτίζει. Το φως των κεριών που δεν τρέμει πάνω στα ασημένια κηροπήγια. Τα σύμβολα στην αληθινή τους διάσταση, εξανεμισμένα. Το παρελθόν, όχι πια παρελθόν. Το μέλλον, ούτε μέλλον, ούτε προσδοκία. Το άγιο δισκοπότηρο χωρίς χείλη να κρέμονται από πάνω του. Μ' ένα βήμα περνούσες. Μ' ένα βήμα διέσχιζες. Μ' ένα βήμα έκοβες. Η ανάσα κιόλας ανώνυμη. Τόσο πολύ πλησίασες. Κι εγώ σε κοιτούσα. Έξω απ' το σώμα μου. Ακουμπισμένη πιο πολύ στην σκιά μου. Είχα ήδη χάσει το βάρος μου. Μ' όλους τους τόπους μπροστά να πέφτουν, να κρέμονται σαν στολίδια απ' τις πλαγιές κι απ' τον ήλιο σου. Μα εσύ μπροστά δεν έκανες. Εσύ πίσω έκανες. Ένα βήμα πίσω έκανες. Στην απόσταση παρεμβαίνοντας. Στην βαρύτητα παρεμβαίνοντας. Την βαρύτητα που έκανε τον ήλιο να πέσει. Να χάσει το ύψος του. Να χάσει την θέση του. Να χάσει την κλίση του. Να σβήσει την πύλη του. Εσύ επέστρεψες. Είχες ένα όνομα κάτω απ' το μαξιλάρι να σε περιμένει και επέστρεψες. Σ' αυτό το όνομα. Εγώ δεν είχα όνομα. Σώμα δεν είχα. Κι έμεινα κάτω απ' τις φυλλωσιές. Εκεί που η πύλη έτεμνε το σύνορο του κόσμου. Το σύνορο του κόσμου μου. Αμετατώπιστου.