Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Gallipoli



Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1981

Διάρκεια: 110'


Ιστορίες πολέμου. Σάρκες ανοιγμένες. Όνειρα στραγγαλισμένα. Σε δύο μέτωπα. Εις τη δευτέρα. Οι άγγελοι του θανάτου δουλεύουν υπερωρίες. Ανταλλαγή πυρών. Καλλιεργημένου μίσους. Όλα ένα εκκωφαντικό πέπλο φρικαλεότητας, που αδειάζει τον παρατηρητή. Τον θεατή. Θεατής = ο μη μετέχων. Η αισχρότητα του πολέμου βουίζει στα αυτιά μου. Εκκωφαντικά. Ένας ήχος ανυπέρβλητος. Τόσο που μου συμβαίνει, όσα μένουν εκτός του κάδρου θανάτου, ανεξαρτήτως στρατοπέδων, να εξισώνονται στο γινόμενο του μηδενός. Οι πολιτικές σκοπιμότητες, οι πολεμικές επιχειρήσεις, η ατομική συμμετοχή, τα κυβερνητικά συμφέροντα, και ότι άλλο παραμετρικό, είναι πράγματα κενά. Άδεια από σημασία και νόημα. Τι έχει σημασία μπρος στην αναίτια -ποια θα μπορούσε να είναι συζητήσιμη αιτία;- σφαγή ανθρώπων; Μπρος στην πολυβολική παύση ζωών;


Δυο πολύ ταλαντούχοι σπρίντερ συναντιόνται σε ένα δρομικό αγώνα στην Αυστραλία. Μια γερή φιλία (προ)διαγράφεται. Ο ένας, ο μικρός(Mark Lee), έχει συνδέσει των ηρωισμό με την υπηρέτηση της πατρίδας. Την λούτσα με τη βούρτσα δηλαδή. Ο άλλος(Mel Gibson), είναι ένας τυχοδιώκτης. Ωστόσο θα ακολουθήσει τον φρέσκο φίλο του, όταν θα διαπιστώσει πως η στρατιωτική θητεία χαίρει άκρας κοινωνικής αποδοχής και θαυμασμού. Και οι δύο κατατάσσονται στον Αυστραλιανό στρατό, και μεταφέρονται στην πόλη της Gallipoli, όπου οι Αυστραλοί πολεμούν στο πλευρό των Άγγλων, στα πλαίσια του Ά Παγκοσμίου πολέμου. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου.


Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως στην ταινία του Peter Weir υπάρχει σε μια άτυπη σύγκριση με την Χολυγουντιανή πολεμική ταινία. Τόσο ως προς την κινηματογράφηση, όσο και ως προς την σεναριακή αφήγηση. Και υπάρχουν πολλές "λεπτές" διαφορές, παρά το γεγονός ότι το Gallipoli αποτελεί μάλλον την ταινία που επισφράγισε την άδεια εργασίας του μεγάλου Αυστραλού σκηνοθέτη στην Αμερική. Σεναριακά ο Weir θα αποφύγει τις φανφάρες. Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής τους ήρωες του. Και έτσι τα πάθη τους: η πολιτική αδαημοσύνη, η στρατολαγνεία, ο εθνικός φανατισμός, η "μελό" φιλία αλλά και η περιπέτεια ποτίζουν το κινηματογραφικό πανί (σχεδόν) δίχως ίχνος κριτικής. Όμοια και κινηματογραφικά. Ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης, αξιοποιώντας και το εύπορο φυσικό σκηνικό της Αυστραλίας, επιδίδεται σε μια εντυπωσιακή κινηματογράφηση. Με τρομερή επιμέλεια της φωτογραφίας. Ο φακός ποιεί τους τόπους της ερήμου, ή των πολεμικών εχθροπραξιών, ή της φιλικής συνεύρεσης με τέτοια καλλιέπεια που γίνονται τόποι γεωγραφικής αναψυχής αλλά και βαθύτερης εσωτερικής ανησυχίας για τον θεατή. Σε κάρδα ανάλογα της μοναδικής ικανότητας του μεγάλου Αυστραλού κινηματογραφιστή. Μέχρι εδώ, θα έλεγε κανείς πως το Gallipoli δεν διαφέρει σημαντικά από την κλασσική Χολιγουντιανή ταινία πολέμου. Όμως το σαφώς μονοσήμαντο φινάλε, τόσο σεναριακά όσο και κινηματογραφικά, έρχεται να διαψεύσει την προηγούμενη πρόταση, αλλά και να δώσει στον προγενέστερο φιλμικό χρόνο το χρήσμα μιας βαθιάς ειρωνείας στη ματαιότητα, τη φρικαλεότητα, αλλά και το αποτρόπαιο του πολέμου. Συγκεκριμένα οι καταληκτήριες μάχες παρουσιάζονται με τόνους καπνού και σκόνης. Δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που αφαιρεί την αποτύπωση και στερεί στον ηδονοβλεψία το σύνηθες υπερθέαμα των πολεμικών σκηνών. Από την άλλη, σεναριακά ο Peter Weir βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Θα ορίσει τους στρατιώτες ως τα πειραματόζωα στις "δοκιμές" των πυρηνικών, και μη, όπλων. Η αξία της ζωής παραδομένη εξ' ολοκλήρου στα ιμπεριαλιστικά καπρίτσια της εκάστοτε κυβέρνησης. Απαράμιλλη υπακοή σε εντολές θανάτου. Οι στρατιώτες τα πιόνια σε μια σκακιέρα αίματος. Στρατιώτης θα πει, η ζωή σου να βρίσκεται στην αδίστακτη εξουσία των άλλων. Των τυφλωμένων άλλων, από τα όποια φιλόδοξα σχέδια τους. Γιατί δεν υπηρετείς κάποιο έθνος. Πώς άλλωστε; Υπηρετείς μια φρικαλεότητα τυλιγμένη σε μια κάποια σημαία. Και δεν υπάρχει επιστροφή.


Και πλέον το καθαρό φινάλε του Αυστραλού σκηνοθέτη σημασιοδοτεί και την προγενέστερη δραματουργία. Την εμφυτευμένη τρομοκρατία. Αυτή για την οποία ένας στρατιώτης μάχεται. Την αδαημοσύνη που συντηρείται με ντόπες εθνικότροπου φανατισμού. Την υψηλή υπόληψη που προσδίδεται τεχνηέντως στη στρατιωτική υπηρεσία. Τόσο που όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί να σ' εξωθούν σε έναν ιμπεριαλιστικό παραλογισμό. Τα κοινωνικά στερεότυπα και η αποδοχή των άλλων, των τυφλών άλλων, που θολώνουν την κρίση και την αντίληψη πάνω στην πολεμική φρικωδία. Ο πόλεμος, πέραν του προφανούς μισανθρωπισμού του, ως οικονομικό εμπόριο. Οπλοβιομηχανίες οι οικονομικοί πυλώνες της εκάστοτε εποχής. Δάχτυλα στη σκανδάλη. Οι καταναλωτές εμείς. Εμείς και τα προϊόντα. Νεκρά σώματα.
Βαθμολογία 8,5/10

2 σχόλια:

W. είπε...

Πω πω πω!!!!!!!! Μαζί με το ΤΡΟΥΜΑΝ, ο καλύτερος Γουίαρ! Τί μονόλογος αυτός με τα "springs"...

kioy είπε...

Για μένα ο καλύτερος Γουίαρ είναι το Picnic. Ποτέ δε μας έχει απογοητέψει!!!