Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Peter Weir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Peter Weir. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Gallipoli



Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1981

Διάρκεια: 110'


Ιστορίες πολέμου. Σάρκες ανοιγμένες. Όνειρα στραγγαλισμένα. Σε δύο μέτωπα. Εις τη δευτέρα. Οι άγγελοι του θανάτου δουλεύουν υπερωρίες. Ανταλλαγή πυρών. Καλλιεργημένου μίσους. Όλα ένα εκκωφαντικό πέπλο φρικαλεότητας, που αδειάζει τον παρατηρητή. Τον θεατή. Θεατής = ο μη μετέχων. Η αισχρότητα του πολέμου βουίζει στα αυτιά μου. Εκκωφαντικά. Ένας ήχος ανυπέρβλητος. Τόσο που μου συμβαίνει, όσα μένουν εκτός του κάδρου θανάτου, ανεξαρτήτως στρατοπέδων, να εξισώνονται στο γινόμενο του μηδενός. Οι πολιτικές σκοπιμότητες, οι πολεμικές επιχειρήσεις, η ατομική συμμετοχή, τα κυβερνητικά συμφέροντα, και ότι άλλο παραμετρικό, είναι πράγματα κενά. Άδεια από σημασία και νόημα. Τι έχει σημασία μπρος στην αναίτια -ποια θα μπορούσε να είναι συζητήσιμη αιτία;- σφαγή ανθρώπων; Μπρος στην πολυβολική παύση ζωών;


Δυο πολύ ταλαντούχοι σπρίντερ συναντιόνται σε ένα δρομικό αγώνα στην Αυστραλία. Μια γερή φιλία (προ)διαγράφεται. Ο ένας, ο μικρός(Mark Lee), έχει συνδέσει των ηρωισμό με την υπηρέτηση της πατρίδας. Την λούτσα με τη βούρτσα δηλαδή. Ο άλλος(Mel Gibson), είναι ένας τυχοδιώκτης. Ωστόσο θα ακολουθήσει τον φρέσκο φίλο του, όταν θα διαπιστώσει πως η στρατιωτική θητεία χαίρει άκρας κοινωνικής αποδοχής και θαυμασμού. Και οι δύο κατατάσσονται στον Αυστραλιανό στρατό, και μεταφέρονται στην πόλη της Gallipoli, όπου οι Αυστραλοί πολεμούν στο πλευρό των Άγγλων, στα πλαίσια του Ά Παγκοσμίου πολέμου. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου.


Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως στην ταινία του Peter Weir υπάρχει σε μια άτυπη σύγκριση με την Χολυγουντιανή πολεμική ταινία. Τόσο ως προς την κινηματογράφηση, όσο και ως προς την σεναριακή αφήγηση. Και υπάρχουν πολλές "λεπτές" διαφορές, παρά το γεγονός ότι το Gallipoli αποτελεί μάλλον την ταινία που επισφράγισε την άδεια εργασίας του μεγάλου Αυστραλού σκηνοθέτη στην Αμερική. Σεναριακά ο Weir θα αποφύγει τις φανφάρες. Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής τους ήρωες του. Και έτσι τα πάθη τους: η πολιτική αδαημοσύνη, η στρατολαγνεία, ο εθνικός φανατισμός, η "μελό" φιλία αλλά και η περιπέτεια ποτίζουν το κινηματογραφικό πανί (σχεδόν) δίχως ίχνος κριτικής. Όμοια και κινηματογραφικά. Ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης, αξιοποιώντας και το εύπορο φυσικό σκηνικό της Αυστραλίας, επιδίδεται σε μια εντυπωσιακή κινηματογράφηση. Με τρομερή επιμέλεια της φωτογραφίας. Ο φακός ποιεί τους τόπους της ερήμου, ή των πολεμικών εχθροπραξιών, ή της φιλικής συνεύρεσης με τέτοια καλλιέπεια που γίνονται τόποι γεωγραφικής αναψυχής αλλά και βαθύτερης εσωτερικής ανησυχίας για τον θεατή. Σε κάρδα ανάλογα της μοναδικής ικανότητας του μεγάλου Αυστραλού κινηματογραφιστή. Μέχρι εδώ, θα έλεγε κανείς πως το Gallipoli δεν διαφέρει σημαντικά από την κλασσική Χολιγουντιανή ταινία πολέμου. Όμως το σαφώς μονοσήμαντο φινάλε, τόσο σεναριακά όσο και κινηματογραφικά, έρχεται να διαψεύσει την προηγούμενη πρόταση, αλλά και να δώσει στον προγενέστερο φιλμικό χρόνο το χρήσμα μιας βαθιάς ειρωνείας στη ματαιότητα, τη φρικαλεότητα, αλλά και το αποτρόπαιο του πολέμου. Συγκεκριμένα οι καταληκτήριες μάχες παρουσιάζονται με τόνους καπνού και σκόνης. Δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που αφαιρεί την αποτύπωση και στερεί στον ηδονοβλεψία το σύνηθες υπερθέαμα των πολεμικών σκηνών. Από την άλλη, σεναριακά ο Peter Weir βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Θα ορίσει τους στρατιώτες ως τα πειραματόζωα στις "δοκιμές" των πυρηνικών, και μη, όπλων. Η αξία της ζωής παραδομένη εξ' ολοκλήρου στα ιμπεριαλιστικά καπρίτσια της εκάστοτε κυβέρνησης. Απαράμιλλη υπακοή σε εντολές θανάτου. Οι στρατιώτες τα πιόνια σε μια σκακιέρα αίματος. Στρατιώτης θα πει, η ζωή σου να βρίσκεται στην αδίστακτη εξουσία των άλλων. Των τυφλωμένων άλλων, από τα όποια φιλόδοξα σχέδια τους. Γιατί δεν υπηρετείς κάποιο έθνος. Πώς άλλωστε; Υπηρετείς μια φρικαλεότητα τυλιγμένη σε μια κάποια σημαία. Και δεν υπάρχει επιστροφή.


Και πλέον το καθαρό φινάλε του Αυστραλού σκηνοθέτη σημασιοδοτεί και την προγενέστερη δραματουργία. Την εμφυτευμένη τρομοκρατία. Αυτή για την οποία ένας στρατιώτης μάχεται. Την αδαημοσύνη που συντηρείται με ντόπες εθνικότροπου φανατισμού. Την υψηλή υπόληψη που προσδίδεται τεχνηέντως στη στρατιωτική υπηρεσία. Τόσο που όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί να σ' εξωθούν σε έναν ιμπεριαλιστικό παραλογισμό. Τα κοινωνικά στερεότυπα και η αποδοχή των άλλων, των τυφλών άλλων, που θολώνουν την κρίση και την αντίληψη πάνω στην πολεμική φρικωδία. Ο πόλεμος, πέραν του προφανούς μισανθρωπισμού του, ως οικονομικό εμπόριο. Οπλοβιομηχανίες οι οικονομικοί πυλώνες της εκάστοτε εποχής. Δάχτυλα στη σκανδάλη. Οι καταναλωτές εμείς. Εμείς και τα προϊόντα. Νεκρά σώματα.
Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

The Last Wave




Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1977
Διάρκεια: 106'


Άλλο ένα διαμάντι, που πρέπει να σπεύσεις να ανακαλύψεις -αν δεν το έχεις πράξει ήδη. Μια ταινία απ' την μαγνητικά "ερωτική" περίοδο του Peter Weir στην Αυστραλία. Στις μυστηριακές συχνότητες του Picnic At The Hanging Rock, ο άνθρωπος πάλι στην καρδιά του δράματος. Όπως και η διαρκή αλληλεπίδραση με τη Φύση, με το περιβάλλον του.


Ο David Burton, ένας λευκός δικηγόρος, καλείται να υπερασπίσει μια ομάδα Αβοριγίνων(παντελώς αλλιώτικους του μέσου Αυστραλιανού ανθρώπου -εσωτερικώς και εξωτερικώς), οι οποίοι κατηγορούνται για τη δολοφονία ενός ομόφυλού τους. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, ο David Burton που βασανίζεται από ψυχοφθόρα όνειρα-οράματα, θα ποθήσει διακαώς το λυτρωτήριο φως της αλήθειας. Εξερευνώντας πιθαμή προς πιθαμή την υπόθεση.


Αυτό που διαφοροποιεί όμως τον δικηγόρο απ' τη συντριπτική πλειοψηφία της σύγχρονης Αυστραλίας, δεν είναι τα μεταφυσικά οράματα που βλέπει. Είναι η επιθυμία του να αποτινάξει από πάνω του τα στέρεα πρίσματα της παγκοσμιοποιημένης συμβασιολογίας της επιβεβλημένης λογικής, και να ορθώσει βιωματικά το ανάστημα του απέναντι στα σύμβολα, απέναντι στα πράγματα. Προσπαθώντας να τα κατακτήσει. Όχι ως φωριαμός κάποιας παχυλής γνώσης, αλλά ταρακουνώντας διαρκώς τα ύδατα της προσωπικής αυτογνωσίας. Στο επίπονο ταξίδι της ενδοσκόπησης. Της ενδοσκόπησης και κατάκτησης του ατόμου, ως μια κουκκίδα στον χάρτη της καθολικότητας. Άλλωστε αυτή η ιδιάζουσα, μα γνήσια κουλτούρα των Αβοριγίνων, δεν είναι παρά η απόδειξη της μονόπλευρης οπτικής μας απέναντι στα πράγματα. Μιας επιβεβλημένης οπτικής, που με περίσσια ορμή επιβάλλουμε και εμείς οι ίδιοι.

Η καθολικότητα όμως, κάθε ομάδας, κάθε οργάνωσης και ολόκληρου του κόσμου, περιγράφεται μέσα απ' τον Νόμο, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά και οι Αβοριγίνες. Άραγε αναφέρονται σε κάποιο συνταγματικό συμβόλαιο; Προφανώς και όχι! Αναφέρονται στους άγραφους ηθικούς, εθιμικούς, κοινωνικούς κώδικες που διαμορφώνουν μια κοινωνία. Της κοινωνίας που προκύπτει ως παραγόμενο του ατομικού βάρους του καθενός μέσα σε αυτή. Και αυτό το Κύμα(The Last Wave) δημιουργείται στη σύγκρουση δυο κόσμων. Αυτόν που δουλικώς υποτάσσεται στα θέλγητρα των αρχόντων, και που γιγαντώνεται και αναπτύσσεται παγκοσμίως και ενοποιημένα. Και αυτόν που μισοπεθαμένος, με όποια δύναμη αντίστασης -πρωτίστως πνευματική- διακρατεί ακόμα μια εξαιρετικά στενόχωρη θέση σε αυτόν τον παραποιημένο παγκόσμιο φλοιό. Μια παραποίηση που αποτυπώνεται άλλωστε, στα πολυάριθμα πλάνα καταστροφής!


Και αν το σπανίως κινηματογραφημένο "The Last Wave" ήταν επίκαιρο στα 1977, δε μπορούμε να συλλάβουμε πόσο τραυματικά επίκαιρο είναι στο σήμερα! Στο σήμερα που οι κουλτούρες αφομοιώνονται και αφανίζονται στο βολικό πρότυπο της παγκοσμιοποίησης. Και αν η εθνική, η κοινωνική, η ομαδική διαφορετικότητα αμφισβητείται και αφανίζεται, τότε -όπως ο πρωταγωνιστής- οφείλουμε να κρατήσουμε ως φυλαχτό την ατομική μας διαφορετικότητα. Και μέσα απ' το ατέλειωτο ταξίδι της ενδοσκόπησης, να προσδιορίσουμε το βαθύτερο νόημα της καθολικής ύπαρξης. Ως παραγόμενο των δικών μας κόσμων...
Βαθμολογία 9,5/10

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Picnic at Hanging Rock


Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia/ 1975
Διάρκεια: 115'

Αυτό το καλοκαίρι τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι επανεκδόσεις. Η ανασύσταση μυθικών ταινιών της ιστορίας του κινηματογράφου. Μια τέτοια είναι το Picnic at Hanging Rock που εγώ θα το παρομοιάζα με ένα αισθαντικό παραλήρημα.

"Ό,τι βλέπουμε και ό,τι φαινόμαστε δεν είναι παρά ένα όνειρο, ένα όνειρο μέσα στο όνειρο." Πληροφορούμαστε στον εναρκτήριο λόγο, βγαλμένο από τα ανθολόγια των καταγραμμένων ποιητών. Αυτό που θα ακολουθήσει δεν είναι παρά ένα όνειρο, ένα ποίημα για την ομορφιά, ένας ύμνος για την φύση. Η ιστορία θα αναπτυχθεί σαν ενόραση της πραγματικότητας. Εκεί ένα πλήθος κοριτσιών κολεγίου, συνοδευόμενο με μία εκ των καθηγητριών, θα καταφτάσει στον βράχο του τίτλου για εκδρομή. Μια δυσνόητη ένταση, μια παχιά σκόνη μυστηρίου και κάδρα που αποτυπώνουν παρθένα ομορφιά περιλούζουν την μαγική ατμόσφαιρα του film. Τα πάντα κυλούν ανεξήγητα και κάθε προσπάθεια εκλογίκευσης μοιάζει παράλογη. Τρεις κοπέλες, τρεις άγγελοι εκ του πλήθους των κοριτσιών υπακούν σε ένα ανεξήγητα υπνωτικό κάλεσμα, και είναι έτοιμες με την δική τους ομορφιά να διαδώσουν το εισιτήριο για αυτόν τον διαφορετικό κόσμο. Και αφού έχουν καταδείξει την ματαιότητα του εκ συνήθειας επιβεβλημένου κόσμου με το "είναι αξιολύπητο που ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων ζουν δίχως σκοπό, ωστόσο αυτοί πιθανόν να εκτελούν κάποιο έργο το οποίο οι ίδιοι αγνοούν" είναι έτοιμες να παραδοθούν σε έναν ομορφότερο που οι υπόλοιποι δεν μπορούν καν να αντιληφθούν Το πέρασμα αυτό το οπτικοποιεί ο Peter Weir με μια εκπληκτική χορογραφία καθώς τα κορίτσια χάνονται πίσω από τους προσωπόμορφους βράχους. Αυτή την αγγελική χορογραφία, αυτή την έκφραση ομορφιάς επιθυμεί να ακολουθήσει και η δασκάλα η περιγραφή της οποίας ωστόσο είναι τρόπον τινά πιο κυνική.


Η ατμόσφαιρα που αναφέραμε είναι δαιδαλώδη. Σαν έναν μανδύα μέσα στον οποίον ασφυκτιούν τα ερωτικά ένστικτα, οι αισθαντικές εκφράσεις, ολόκληρος ο κόσμος του ατόμου. Αυτή την αφανή καταπίεση καλείται να αποτυπώσει και να κρύψει ο Peter Weir πίσω από τα αφαιρετικά και ονειρώδη πλάνα του. Πλάνα, σκηνές, σεκάνς που βυθίζονται σε μια ονειρική αφήγηση και με την δέουσα οικονομία καταφέρνουν να υποβάλλουν στο μέγιστο τον θεατή. Άλλωστε όπως υπαινίσσεται, οι ηρωίδες του υποκύπτοντας σε αυτό το "μεταφυσικό" κάλεσμα βίωσαν την ολοκληρωτική απελευθέρωση, την απελευθέρωση από την σεξουαλική καταπίεση, την απελευθέρωση από την υποχρέωση του συνηθισμένου, την απελευθέρωση από την μιζέρια του υπάρχον κόσμου. Τον υπάρχον κόσμο που ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης δεν θα αφήσει ατιμώρητο, καθώς θα τον αποτυπώσει με σαφώς μικρότερη ποιητική διάθεση.

Ο ίδιος ο Weir για την ταινία του έχει πει "Προσπαθήσαμε πάρα πολύ να δημιουργήσουμε μια ατμόσφαιρα υπνωτιστική, μέσα στις παραισθήσεις ώστε να χάνει ο θεατής την αίσθηση των γεγονότων και να παρασύρεται από τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα. Έκανα τα πάντα για να υπνωτίσω τους θεατές και να μην ασχολούνται με την λύση της ταινίας". Και εμείς ένθερμοι χειροκροτούμε και αποδίδουμε τα εύσημα για το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας. Μιας προσπάθειας που λειτουργεί στο άριστα σε όλα τα επίπεδα. Θα ήταν άδικο να μην εκθειάζαμε την καθηλωτική φωτογραφία αλλά και την σπαραχτική μουσική του.


Οι πιο πολλοί τον γνωρίζουν από το Dead Poet's Society. Ωστόσο θεωρώ πως η προαναφερθέν ταινία δεν είναι παρά απλά η επαλήθευση της "εμμονής" του Weir με το ρεύμα των καταρραμένων ποιητών, μα εκεί περιορίζεται αυστηρώς στο λεκτικό κομμάτι. Το Picnic at Hangong Rock είναι ασφαλώς μια ογκολιθική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου επηρεασμένη από το ίδιο ποιητικό ρεύμα. Χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ευκολίες. Κάνει ένα ποίημα φτιαγμένο με εικόνες έτοιμες να παρασύρουν σε έναν από τους δυνατότερους αισθαντικούς χορούς που ούτε η φαντασία σου δεν μπορεί να ακολουθήσει...
Βαθμολογία 9,5/10

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007

Dead Poets Society


Σκηνοθέτης: Peter Weir
Παραγωγής: USA / 1989
Διάρκεια: 128'

Ο κύκλος των χαμένων ποιητών ή η λέσχη των νεκρών ποιητών είναι το soft πέρασμα του Peter Weir από αλήθειες κατά του κομφορμισμού και του συντηρητισμού. Χωρίς να κρατάει αποστάσεις από το θέμα του, και πατώντας πολλές φορές σε ένα εξόφθαλμο voice over φτιάχνει μια ηθικοπλαστική ταινία. Κοπιάζει για να δημιουργήσει έδαφος για εύκολη επιβίβαση του κοινού διαμέσου συγκινησιακών και επικοινωνιακών τρικ. Ωστόσο ακόμα και αυτή η "ύπουλη" μέθοδος εξαγνίζεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς η ταινία του αποτελεί αντιρρησία των χαλιναγωγημένων καιρών. Νομίζω πως αυτό την έκανε δυνατό κεραυνό στα χρονικά της έκδοσής της(κέρδισε και το oscar άλλωστε) αλλά το πλήρωμα του χρόνου στέκεται απειλητικά απέναντι της!

Αλήθεια που χάσαμε τον Peter; Μετά το αποδεκτό άλλα μάλλον "αδιάφορο" Master and Commander: The Far Side of the World τα ίχνη του αγνοούνται. Μας συνηθίζει ωστόσο σε μεγάλα διαστήματα αποχής. Ωστόσο μέχρι το 2009 έχει ανακοινώσει ήδη δυο δουλείες του. Γεγονός που δεν μπορεί να μη μας κάνει ανυπόμονους. Αλλά για την ταινία τώρα...

Θα θελα να σταθώ σε δύο σημεία για όποια ανάλυση της ταινίας. Ελπίζω αυτά τα σημεία να μην γίνουν αφορμή να παραλληριστώ με την άθλια έρευνα για την κριτική ποίησης που ορθώς κατακερματίζεται στο film. Θα 'θελά λοιπόν να αναφερθώ στα όσα η ταινία διαμηνύει άμεσα στον θεατή αλλά και τις "κλισέ", σε μεγάλο βαθμό, τεχνικές που χρησιμοποιεί. Τεχνικές και μέθοδοι που νομίζω επιστρατεύονται για λόγους ευκολίας. Με σκοπό να προσελκύσουν την μεγαλύτερη γκάμα του κοινού, αλλοτριώνοντας ως κάποιο σημείο το τέλειο θεματικά περιεχόμενο και την δυναμική της ταινίας!

Θεματικά λοιπόν δε μου μένει παρά να εξυμνήσω την άρτια αυτή δημιουργία. Δίνει την δύναμη που μπορεί να φέρει στις ομάδες το νέο αίμα. Αυτή την διαφορετική άποψη που μπορούν να προσφέρουν και να απογειώσουν οι νέες προσθήκες σε μια ομάδα. Προσθήκες που συναντάμε με την έλευση του αντισυμβατικού και ανοιχτόμυαλου καθηγητή Keating(Robin Williams), και του εσωστρεφή μαθητή, μα δυναμικού αγωνιστή Todd Anderson(Ethan Hawke). Ταινία που καθ' όλη την διάρκεια της αποτελεί έναν ύμνο για την ανθρώπινη ελευθερία, για την παιδική "ανευθυνότητα" και την βόλτα στα στέκια του ονείρου. Ταινία που πατάει και αντιστέκεται της βολικότητας των πραγμάτων. Των χαλιναγωγημένων προτύπων που η κοινωνία προβάλλει ως μοναδικά διέξοδα στα πλαστά αδιέξοδα. Που άνευ φραγμών εξυμνεί την προσωπική άποψη. Άποψη που μπορεί να γίνει δυνατή, μονοπάτι που μπορεί να γίνει ο δρόμος προς μίμηση όταν κουβαλάει το συνειδησιακό βάρος του αγωνιστή. Ταινία που αρνείται να συντηρήσει τον "φτιαχτό" κόσμο των υποχρεώσεων, και προτάσσει τα στήθια της για να αμυνθεί τις αγνές επιθυμίες ανθρώπων που δεν έχουν ακόμα προσβληθεί από την ασθένεια των καιρών. Βαθιά λοιπόν συνειδητοποιημένα νοήματα κατά του κομφορτισμού και του συμβατικού τρόπου που διεκπεραιώνονται τα πάντα είναι τα στοιχεία που περικλείουν το σύμπαν της ταινίας. Αυτά τα μηνύματα κάνουν ακόμα πιο σημαντική την ταινία αν αναλογιστούμε το real περιβάλλον του 1989. Εντατικό φούντωμα του καπιταλισμού σε όλο τον κόσμο, διαρκής υποδείξεις για φτιαχτά μέλλον. Άνευ ορίου αχρείαστες αυξημένες υποχρεώσεις που βαραίνουν ανήλικους ώμους, και μολυσμένα από μεγαλοκαρχαρίες στερεότυπα. Έτσι η ταινία στέκεται απέναντι απ' όλα αυτά, δίνοντας νέα πιο εσωτερικά πρότυπα στο κοινό της.

Όλα αυτά η ταινία τα κάνει μέσα από μια ιστορία που αναπτύσσεται σε ένα Αμερικάνικο κολεγιακού τύπου σχολείο. Όπου το κατεστημένο της διοίκησης βαραίνει με υποχρεώσεις τους μαθητές με σωρεία γνώσεων. Σκοπός η προετοιμασία των τροφίμων του για το θεοποιημένο κολέγιο. Θεοποιημένη και ευρέως αποδεκτή μόρφωση που διαφημίζεται σε όλες τις κοινωνίες. Αυτή την συντηρητική δομή καλείται να σπάσει ο καθηγητής Keating. Νέος φιλόλογος, που αρνείται να διδάξει στα παιδιά συμβατικές γνώσεις. Αντίθετα τα μυεί στον κόσμο της σκέψης, τα καλεί να πιστέψουν στις δυνάμεις τους, και να ορθώσουν σαν λάβαρο τις επιθυμίες τους ψηλότερα από κάθε υποχρέωση. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη βλασφημία προς τον εαυτό σου από το να διαπιστώσεις πως χάνεις τις στιγμές της ζωής χωρίς να τις ζεις. Χωρίς να αρπάζεις απ' τα μαλλιά την ευτυχία που σου ανήκει. Έτσι τα παιδιά μέσα από την ελευθερία του νου, και ομαλές διαδικασίες ενηλικίωσης γίνονται ξεχωριστοί άνθρωποι. Έρχονται πραγματικά κοντά, σπάζοντας την απροσωπία των καιρών. Σε αυτή τους την εξέλιξη σημαντικό ρόλο παίζει η ελεύθερη διαπαιδαγώγηση τους μέσα από τον από κοινού ορισμένο θεσμό των νεκρών ποιητών και το αγαπημένο προς αυτά μάθημα του κύριου Keating. Μόνο που η νέα αυτή ανθρωποκεντρική και επαναστατική ιδεολογία έρχεται κόντρα στα καλά θεμελιωμένα συντηρητικά πρότυπα του περιβάλλοντος. Ακολουθούν σωρεία γεγονότων μέχρι τον τελικό προορισμό, όπου οι απελευθερωμένες και αφυπνισμένες συνειδήσεις δραπετεύουν από τον κόσμο της μιζέριας και ανεβαίνουν ένα σκαλί υψηλότερα για να δουν τον κόσμο από ψηλά...

Μια ταινία ένα πραγματικό ηθικοπλαστικό διαμάντι. Που μέσα από την "ποιητική" πλευρά της ζωής μιλάει με αλήθειες στον θεατή. Αυτή η θεματολογία της είναι και το κλειδί της αναγνώρισης... Για μένα όμως παρουσιάζει κάποια προβλήματα που αμαυρώνουν το συνολικό της περιεχόμενο. Ο Peter Weir δεν κρατάει αποστάσεις από το θέμα του. Χρησιμοποιεί αυθεντίες, και εξόφθαλμη διάκριση καλού και κακού κατά την δημιουργία των ηρώων του. Ήρωες που κουβαλούν την ιστορία της ταινίας αλλά δεν έχουν το εσωτερικό υπόβαθρο που θα διεκπεραιώσουν αψεγάδιαστα τα νοήματα. Αυτά τα κλισέ λοιπόν, εύκολοι ρομαντισμοί που αποσκοπούν στην μαζικότερη παρακολούθηση της ταινίας είναι η σκιά σε κατά τα άλλα απαστράφτουσες απόψεις. Ενώ στο ευρύτερο πλαίσιο, για να ειπωθούν τα μηνύματα, το σύμπαν στερείται φυσικότητας. Νομίζω πως η ταινία χάνει το στοίχημα να αναπαραστήσει φυσικά τον κόσμο ενός σχολείου, χρησιμοποιώντας συνηθισμένα πλάνα, καθώς και η έλλειψη εμβάθυνσης σε σημαντικούς παράγοντες της στερούν μια ακόμα καλύτερη εικόνα(εννοώ τους ρόλους τω διευθυντών, των γονιών και σε πολλά σημεία ακόμα και των παιδιών).

Στην γενικότερη κριτική των συντελεστών έχουμε αποδεκτές ερμηνείες από την πλευρά των ηθοποιών. Με ικανοποιητικότερες αυτές των δυο πρωταγωνιστών. Συναισθηματική αχνή μουσική, και επιβλητική φωτογραφία εναρμονίζουν το film. Γενικότερα νομίζω πως πρόκειται για μια μεγάλη ταινία. Που ωστόσο χάνει αρκετά στην τελική της μορφή. Λόγω της εμμονής της να φωνάξει άμεσα αλήθειες αντί να της ψιθυρίσει στο αυτί του θεατή στην πιο ακριβή τους μορφή!
Βαθμολογία 7,5/10