Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1981. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1981. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Possession


Σκηνοθεσία: Andrzej Zulawski
Παραγωγή: France / Germany / 1981
Διάρκεια: 127’

Πιστεύουμε πως κατέχουμε (possess) τους εαυτούς μας. Πως τους γνωρίζουμε. Πως είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο που λειτουργούν, για τις δράσεις που επιχειρούν. Καθώς και για εκείνες που δεν επιχειρούν. Κατά έναν τρόπο, πιστεύουμε πως είμαστε τα νήματα που κινούν τους εαυτούς μας για τον έναν ή τον άλλο σκοπό. Πως τους εξουσιάζουμε. Πως είναι η προέκτασή μας. Εν τέλει, εμείς κι αυτοί συνυπάρχουμε γαλήνια, κυριευμένοι από την ψευδαίσθηση μιας σχέσης ιδιοκτησίας-κατοχής(possession). Αφού, κάθε άλλο, πιστεύουμε πως κατέχουμε τους εαυτούς μας.



Ώσπου κάποια στιγμή δεν τους ελέγχουμε πια. Οι εαυτοί μας ξυπνάνε. Πηδάνε άγρια εδώ κι εκεί. Χτυπούν τα πόδια τους στο χώμα. Πίνουν λαίμαργα αίμα από τον ομφαλό της γης. Θηλάζουν το παλιρροϊκό σκοτάδι των αχαρτογράφητων αισθημάτων. Εμείς ακολουθούμε (δεν έχουμε άλλη επιλογή). Οι ρόλοι αλλάζουνε. Εμείς ακολουθούμε τους εαυτούς μας. Εμείς κι αυτοί συμπράττουμε. Δεν νιώθουμε ιδιοκτήτες τους πια. Δεν είμαστε ιδιοκτήτες τους, όπως φαιδρώς φανταζόμασταν. Μεταξύ ημών κι αυτών δεν υπάρχει εξουσία. Υπάρχει μόνο μια μυστήρια και ακατάληπτη σχέση γεννητικής ταύτισης.


Κάτω απ’ το δέρμα του απτού, στη δίνη του α-όρατου αλλά αισθητού, η παράνοια μας συνεπαίρνει. Δεν ελέγχουμε τους εαυτούς μας. Δεν τους γνωρίζουμε. Είναι όντα ξένα. Δεν είχαμε φανταστεί ούτε στο απειροελάχιστο ετούτα τα πρόσωπα. Οι εαυτοί μας προπορεύονται. Εμείς, αναπόφευκτα, ακολουθούμε. Σχεδόν υπνοβατούμε. Είμαστε κυριευμένοι. Είμαστε υπό την κατοχή τους. Κινούνται ακατάστατα. Κινούμαστε ακατάστατα. Δεν υπάρχει καμία καθοδηγητική διαδικασία συνεκτικής συνείδησης, γνώσης ή εμπειρίας. Τρέχουν. Εμείς τεντωνόμαστε, τραυματιζόμαστε για να συντονιστούμε στο ρυθμό αυτής της πρωτόγνωρης όρμησης. Μας πάνε σε άγνωστους τόπους. Σε τόπους που ούτε καν υποψιαζόμασταν την ύπαρξή τους. Υπό αυτή την έννοια, εισάγεται και το ζήτημα της μεταφυσικής στην κουβέντα. Αλλά ας επανέλθω. Εμείς παραληρούμε, τραυματιζόμαστε, κραυγάζουμε, πίνουμε λαίμαργα αίμα υποταγμένοι στο αλλόκοτο ον του εαυτού μας. Στο ον που έχει εξαγριωθεί. Βιαζόμαστε ποικιλοτρόπως μέσα σ’ αυτή την φρενήρη και χαώδη οσφυαλγία του ασύνειδου αισθάνεσθαι.


Και ίσως δεν υπάρχει πιο κατάλληλος σκηνοθέτης απ’ τον Zulawski για να σκηνοθετήσει αυτόν τον παροξυσμό και την ακαταστασία των ασύνειδων φαινομένων που συνθέτουν την εσωτερικά επιβεβαιωμένη άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης.  Την τόσο παράλογα παράλογη (η λογική του οξύμωρου) περιπλάνηση στα ψυχοσωματικά άδυτα του ανθρώπινου.



Όταν οι εαυτοί μας ξανά πέφτουν σε νάρκη, εμείς αισθανόμαστε, ξανά φαιδρώς, ότι τους κατέχουμε. Στο μεταξύ έχουμε μεταμορφωθεί. Έχουμε μεταμορφωθεί σε μία τελειότερη εκδοχή. Τελειότερη με την έννοια του αλώβητου, του άτρωτου, της σκληρότητας. Όμως σε αυτή τη μεταμόρφωση δεν συνέτεινε η γνώση ή η εμπειρία αυτού που βιώσαμε. Μάλλον ακριβώς το αντίθετο. Είμαστε ήδη στη νέα κατάσταση. Η μεταμορφωμένη μας εκδοχή είναι η νέα κατάσταση. Σαν να σπάσαμε το παλιό μας κέλυφος και να οδηγηθήκαμε σ’ ένα νέο, πιο ανθεκτικό. Και κατά έναν τρόπο ανεξάρτητο. Οι σφυγμοί της ανάμνησης άλλωστε δεν είναι ποτέ επαρκείς για να καταγράψουν καθαρά και ολόκληρα αυτό που έχει ήδη συμβεί. Αυτό που έχει παρέλθει. Μόνο τμήματα επαναφέρονται, κι αυτά επεξεργασμένα κατά το σχήμα που κολακεύει το παρόν. Το προηγούμενο στάδιο μένει ανέγγιχτο. Απροσπέλαστο. Βυθισμένο κι αυτό σε νάρκη. Ακόμα και η πιο ζωηρή φαντασία δεν είναι ικανή να προσεγγίσει το ανερμήνευτο και την ακαταστασία της ασύνειδης ύπαρξης.


Όμως τότε τι είναι αυτό στο οποίο χρωστάμε αυτή την νέα πιο τέλεια, πιο σκληρή, πιο άτρωτη, ίσως και πιο ψυχρή έκφανση της νέας κατάστασης; Ίσως πρόκειται για το γεγονός ότι καλούμαστε να υπάρξουμε, να συνεχίζουμε να υπάρχουμε, προσπερνώντας κι αγνοώντας αυτό που έχει ήδη συμβεί. Όχι αυθυποβάλλοντάς μας σε μια κατάσταση αμνησίας ή περιφρόνησης. Αλλά, όντας οι ίδιοι, εν αγνοία μας, αυτή η κατάσταση της περιπαθούς αμνησίας. Όμως, η νέα μας εκδοχή, ακόμα κι αν το αγνοούμε, εμπεριέχει όλη τη σκοτοδίνη, όλη τη μεταφυσική μανία του γεγονότος. Του γεγονότος του εαυτού μας. Του γεγονότος ότι υποχωρήσαμε ως κτήμα ενός τέλειου και ατελούς όντος, ενός αγνώστου. Ότι υπήρξαμε δαιμονισμένοι –υπό μια πιο ελεύθερη και υπαρξιακή έννοια της μεταφυσικής (την έννοια του αγνώστου). Ωστόσο συνεχίζουμε. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως κατέχουμε τον εαυτού μας. Όσο διαρκεί αυτό, όσο φαιδρώς οικειοποιούμαστε τον εαυτό μας, κοιμίζοντάς τον, και υποτάσσοντας τον σε μια ιδιόκτητη εξορία, αυτός μένει άγνωστος προς εμάς. Εμείς μένουμε άγνωστοι προς τον εαυτό μας. Άγνωστοι, ακόμα κι αν ταυτιζόμαστε. Υπό αυτή την έννοια, την έννοια του αγνώστου, ο εαυτός είναι ένα δαιμονισμένο ον.  Φέρει όλα τα ίχνη του αισθάνεσθαι, των κυμαινόμενων ενστίκτων, της αυτιστικής παρόρμησης, των αιχμηρών πετρωμάτων της έσω ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης. Και είναι έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, να αναποδογυρίσει τα μέρη της εξουσίας σ’ αυτόν τον υπαρξιακό πόλεμο που εν αγνοία μας έχουμε κηρύξει. Είναι έτοιμος να μας καταλάβει(possess) και να μας μεταφέρει στις πιο σκοτεινές, στις πιο καταπιεσμένες πτυχές του αισθήματος.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Il mistero di Oberwald


Σκηνοθεσία: Michelangelo Antonioni
Παραγωγής: Italy / Germany/ 1981
Διάρκεια: 129'


Το Il mistero di Oberwald θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια ποιητική ταινία. Με αποκορύφωμα τη θραυστή φιγούρα της Monica Vitti και την αιμόφιλη γοητεία του Franco Branciaroli. Άλλωστε, ο Antonioni, πειραματίζεται εκτενώς με το μέσο σε αυτή την ταινία. Κινηματογραφώντας, σε μια από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιήθηκε, αποκλειστικά σε ψηφιακό μέσο. Όμως, περισσότερο από μια ποιητική ταινία, είναι μια ταινία για την ποίηση.

Αυτή δέκα χρόνια πριν έχασε τον άντρα της. Έβαλε ένα μαύρο πέπλο μεταξύ του εαυτού της και των ανθρώπων. Χωρίς καμία προθυμία. Βαριά η θλίψη την σκεπάζει. Την ακινητοποιεί στο κρεβάτι. Χωρίς καμιά παρόρμηση. Νεκρή για τον κόσμο των ζωντανών. Νεκρή για τον κόσμο των νεκρών. Ακρωτηριασμένη. Ώσπου την προσβάλλει η ποίηση. Απρόβλεπτα. Ακαριαία. Την ξεσκεπάζει απ' τις στάχτες. Φυτεύει μέσα της το ζωτικό λουλούδι. Που όλο μεγαλώνει.


Την μολύνει η ποίηση. Η ποίηση δε διαβάζεται. Ούτε γράφεται. Η ποίηση βιώνεται. Είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μα όχι για όλους. Η ποίηση δεν τοποθετείται στο πέμπτο ράφι της βιβλιοθήκης σου. Δε διαβάζεται με πρόγραμμα κάθε Δευτέρα. Δεν είναι προσφιλής για όσους έχουν κλειδωθεί στον κόσμο τους. Για όσους έχουν σφιχταγκαλιάσει τις βεβαιότητές τους. Για όσους δεν είναι διατεθειμένοι να χάσουν τον εαυτό τους. Για όσους δεν είναι διατεθειμένοι να συναντήσουν και να συναντηθούν μ' ένα ον ανώτερο. Με το ον του μη-εαυτού. Η ποίηση δεν έχει ταξικότητα. Περιφρονεί όλα τα σχήματα που παρεμβάλλονται για να εμποδίσουν την γυμνή αφή. Δεν χειραγωγείται η ποίηση. Μονάχα αμφιβάλλει και αμφισβητεί. Όχι με επιθετικότητα. Όχι σε ενεργητική φωνή. Μόνο για να απελευθερώσει τα πράγματα απ' το βάρος τους. Να τ' αφήσει να αιωρούνται ξανά μες το μεγάλο ουρανό. Η ποίηση αφαιρεί τα δόκιμα χρώματα. Τα προαποφασισμένα. Κοιτάζει βαθιά μέσα στα πράγματα. Κοιτάζει το χάος των χρωμάτων. Την απεραντοσύνη της φυλής τους. Μιας φυλής χωρίς φυλή και χωρίς φύλο.


Αυτήν την έχει μολύνει η ποίηση. Είναι πια ζωντανή. Κυρίως ζωτική. Και πιο πολύ ερωτευμένη. Ερωτευμένη με το καθετί που την εμπεριέχει. Ξεβούλωσαν οι αρτηρίες της. Καθετί ενέχει μια οδυνηρή αισθαντικότητα. Η ευτυχία της δεν είναι βολεμένη. Παλεύει σ' ένα χάος χρωμάτων. Κινείται απαλλαγμένη απ' τη σωρό της πανοπλίας της. Η ποίηση την έχει κυριέψει. Η ποίηση δεν έχει σχήμα. Δεν έχει μορφή. Προσομοιάζει την ομορφιά που έζησες. Πιο πολύ αυτή που θα ζήσεις. Πια είναι ζωντανή. Ελαφριά. Το βλέμμα της αγκαλιάζει ότι μπορεί να υπάρξει. Ζωντανή για τους ζωντανούς. Ζωντανή για τους νεκρούς. Γιατί η ποίηση, εκτός από ζωτική, είναι κυρίως αυτοκαταστροφική.



Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

La femme d'à côté


Σκηνοθεσία: François Truffaut
Παραγωγής: France / 1981

Διάρκεια: 106'


Η μαντάμ Γιουβ είναι ιδιοκτήτρια εγκαταστάσεων τένις σε μια επαρχία της Γκρενόμπλ. Από εκεί περνούν όλοι. Όλα. Αυτή δε μπορεί να παίξει. Ένας αγώνας τένις χρειάζεται αναγκαστικά δύο. Όπως κι ο έρωτας! Αυτή έχει ένα θρυμματισμένο πόδι. Απόκτημα μιας απόπειρας αυτοκτονίας. Δράστης ένας παράφορος έρωτας. Όχι, η μαντάμ Γιουβ δε μπορεί να "παίξει". Η φαινομενική αδυναμία, όμως, της δίνει μια μοναδική ικανότητα: να τα ελέγχει όλα.

Οι δύο που μπορούν να παίξουν είναι ο Μπερνάρντ(Gérard Depardieu) και η Ματίλντ(Fanny Ardant). Δυο οικογενειάρχες. Ζουν σε αντικρινά σπίτια. Υπήρξαν παράφορα ερωτευμένοι προ οκταετίας. Ο χρόνος ενυπάρχει σε μια αδιάκοπη κυκλικότητα. Οι φλόγες μεταξύ τους αναζωπυρώνονται. Η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη: είναι έρωτας.


"Μπορεί να υπάρχουν πολλές τεχνικές, μα πάντα έχουμε ανάγκη κακογραμμένες ιστορίες", ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία. Και ο Τριφό μας παραχωρεί μια από τις πιο αφηγηματικές ταινίες του. Ατονίζει ελαφρώς τη νουβέλ βαγκ φορεσιά, και παίζει πολύ με τα κλισέ. Άλλοτε τα ενισχύει, άλλοτε τα αναποδογυρίζει. Κατά αυτόν τον τρόπο γαργαλά την πατούσα του κοινότοπου. Αφού ρίξει την πλοκή μέσα σε μια στροβυλική αφηγηματική παραλληλία, ο θεατής ακολουθεί υπνωτισμένος.

Το θέμα της "Γυναίκας της Διπλανής Πόρτας" είναι ο έρωτας. Ο απόλυτος έρωτας. Ο μεταφυσικός ιδεαλισμός που του προσδίδουν οι ονειροπόλοι τσαλακώνεται. Ο Τριφό τον αγγίζει μεν με υπερβατικό τρόπο, αλλά με μια κτηνώδη, ενστικτώδη και παρορμητική χροιά. Η υπέρβαση συντελείται στην υπερύψωση του έρωτα έναντι της λογικής. Ό,τι συμβαίνει σ' αυτόν είναι ανεξέλεγκτο. Η ικανότητα της "ενιαίας" συμπεριφοράς του εαυτού αναιρείται. Υπάρχει μόνο το αίμα: κόκκινο. Μια πάλη που συνοψίζεται -τόσο στη σχέση σου με τον εαυτό σου, στη σχέση σου με το περιβάλλον, και κυριότερα στη σχέση σου με το "αντικείμενο του πόθου- στο: Ούτε μαζί, Ούτε χώρια.


Ο έρωτας είναι ανεξέλεγκτος. Είναι η ουσία που σε κρατάει στη ζωή. Αυτούσια χωρίς υποκατάστατα. Κι αφού υπερβαίνει τη λογική, τότε ο λόγος δε μπορεί να τον περιγράψει. Οι εικόνες του Τριφό το προσπαθούν γενναιόδωρα. Παρουσιάζοντας τον σαν μια πόρτα, που σε αρπάζει με τα μάτια στη ράχη και σε ξεπροβοδίζει μ' ένα σπασμένο πόδι, μια σχισμένη φλέβα, μια συντετριμμένη ύπαρξη ή μια σφαίρα στον κρόταφο.
Βαθμολογία 9/10

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Gallipoli



Σκηνοθεσία: Peter Weir
Παραγωγής: Australia / 1981

Διάρκεια: 110'


Ιστορίες πολέμου. Σάρκες ανοιγμένες. Όνειρα στραγγαλισμένα. Σε δύο μέτωπα. Εις τη δευτέρα. Οι άγγελοι του θανάτου δουλεύουν υπερωρίες. Ανταλλαγή πυρών. Καλλιεργημένου μίσους. Όλα ένα εκκωφαντικό πέπλο φρικαλεότητας, που αδειάζει τον παρατηρητή. Τον θεατή. Θεατής = ο μη μετέχων. Η αισχρότητα του πολέμου βουίζει στα αυτιά μου. Εκκωφαντικά. Ένας ήχος ανυπέρβλητος. Τόσο που μου συμβαίνει, όσα μένουν εκτός του κάδρου θανάτου, ανεξαρτήτως στρατοπέδων, να εξισώνονται στο γινόμενο του μηδενός. Οι πολιτικές σκοπιμότητες, οι πολεμικές επιχειρήσεις, η ατομική συμμετοχή, τα κυβερνητικά συμφέροντα, και ότι άλλο παραμετρικό, είναι πράγματα κενά. Άδεια από σημασία και νόημα. Τι έχει σημασία μπρος στην αναίτια -ποια θα μπορούσε να είναι συζητήσιμη αιτία;- σφαγή ανθρώπων; Μπρος στην πολυβολική παύση ζωών;


Δυο πολύ ταλαντούχοι σπρίντερ συναντιόνται σε ένα δρομικό αγώνα στην Αυστραλία. Μια γερή φιλία (προ)διαγράφεται. Ο ένας, ο μικρός(Mark Lee), έχει συνδέσει των ηρωισμό με την υπηρέτηση της πατρίδας. Την λούτσα με τη βούρτσα δηλαδή. Ο άλλος(Mel Gibson), είναι ένας τυχοδιώκτης. Ωστόσο θα ακολουθήσει τον φρέσκο φίλο του, όταν θα διαπιστώσει πως η στρατιωτική θητεία χαίρει άκρας κοινωνικής αποδοχής και θαυμασμού. Και οι δύο κατατάσσονται στον Αυστραλιανό στρατό, και μεταφέρονται στην πόλη της Gallipoli, όπου οι Αυστραλοί πολεμούν στο πλευρό των Άγγλων, στα πλαίσια του Ά Παγκοσμίου πολέμου. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου.


Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως στην ταινία του Peter Weir υπάρχει σε μια άτυπη σύγκριση με την Χολυγουντιανή πολεμική ταινία. Τόσο ως προς την κινηματογράφηση, όσο και ως προς την σεναριακή αφήγηση. Και υπάρχουν πολλές "λεπτές" διαφορές, παρά το γεγονός ότι το Gallipoli αποτελεί μάλλον την ταινία που επισφράγισε την άδεια εργασίας του μεγάλου Αυστραλού σκηνοθέτη στην Αμερική. Σεναριακά ο Weir θα αποφύγει τις φανφάρες. Ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής τους ήρωες του. Και έτσι τα πάθη τους: η πολιτική αδαημοσύνη, η στρατολαγνεία, ο εθνικός φανατισμός, η "μελό" φιλία αλλά και η περιπέτεια ποτίζουν το κινηματογραφικό πανί (σχεδόν) δίχως ίχνος κριτικής. Όμοια και κινηματογραφικά. Ο μεγάλος Αυστραλός σκηνοθέτης, αξιοποιώντας και το εύπορο φυσικό σκηνικό της Αυστραλίας, επιδίδεται σε μια εντυπωσιακή κινηματογράφηση. Με τρομερή επιμέλεια της φωτογραφίας. Ο φακός ποιεί τους τόπους της ερήμου, ή των πολεμικών εχθροπραξιών, ή της φιλικής συνεύρεσης με τέτοια καλλιέπεια που γίνονται τόποι γεωγραφικής αναψυχής αλλά και βαθύτερης εσωτερικής ανησυχίας για τον θεατή. Σε κάρδα ανάλογα της μοναδικής ικανότητας του μεγάλου Αυστραλού κινηματογραφιστή. Μέχρι εδώ, θα έλεγε κανείς πως το Gallipoli δεν διαφέρει σημαντικά από την κλασσική Χολιγουντιανή ταινία πολέμου. Όμως το σαφώς μονοσήμαντο φινάλε, τόσο σεναριακά όσο και κινηματογραφικά, έρχεται να διαψεύσει την προηγούμενη πρόταση, αλλά και να δώσει στον προγενέστερο φιλμικό χρόνο το χρήσμα μιας βαθιάς ειρωνείας στη ματαιότητα, τη φρικαλεότητα, αλλά και το αποτρόπαιο του πολέμου. Συγκεκριμένα οι καταληκτήριες μάχες παρουσιάζονται με τόνους καπνού και σκόνης. Δημιουργώντας μια αποπνικτική ατμόσφαιρα, που αφαιρεί την αποτύπωση και στερεί στον ηδονοβλεψία το σύνηθες υπερθέαμα των πολεμικών σκηνών. Από την άλλη, σεναριακά ο Peter Weir βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Θα ορίσει τους στρατιώτες ως τα πειραματόζωα στις "δοκιμές" των πυρηνικών, και μη, όπλων. Η αξία της ζωής παραδομένη εξ' ολοκλήρου στα ιμπεριαλιστικά καπρίτσια της εκάστοτε κυβέρνησης. Απαράμιλλη υπακοή σε εντολές θανάτου. Οι στρατιώτες τα πιόνια σε μια σκακιέρα αίματος. Στρατιώτης θα πει, η ζωή σου να βρίσκεται στην αδίστακτη εξουσία των άλλων. Των τυφλωμένων άλλων, από τα όποια φιλόδοξα σχέδια τους. Γιατί δεν υπηρετείς κάποιο έθνος. Πώς άλλωστε; Υπηρετείς μια φρικαλεότητα τυλιγμένη σε μια κάποια σημαία. Και δεν υπάρχει επιστροφή.


Και πλέον το καθαρό φινάλε του Αυστραλού σκηνοθέτη σημασιοδοτεί και την προγενέστερη δραματουργία. Την εμφυτευμένη τρομοκρατία. Αυτή για την οποία ένας στρατιώτης μάχεται. Την αδαημοσύνη που συντηρείται με ντόπες εθνικότροπου φανατισμού. Την υψηλή υπόληψη που προσδίδεται τεχνηέντως στη στρατιωτική υπηρεσία. Τόσο που όλοι οι κοινωνικοί θεσμοί να σ' εξωθούν σε έναν ιμπεριαλιστικό παραλογισμό. Τα κοινωνικά στερεότυπα και η αποδοχή των άλλων, των τυφλών άλλων, που θολώνουν την κρίση και την αντίληψη πάνω στην πολεμική φρικωδία. Ο πόλεμος, πέραν του προφανούς μισανθρωπισμού του, ως οικονομικό εμπόριο. Οπλοβιομηχανίες οι οικονομικοί πυλώνες της εκάστοτε εποχής. Δάχτυλα στη σκανδάλη. Οι καταναλωτές εμείς. Εμείς και τα προϊόντα. Νεκρά σώματα.
Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Storie di ordinaria follia



Σκηνοθεσία: Marco Ferreri
Παραγωγής: Italy / France / 1981
Διάρκεια: 101'


Η τραχιά ποίηση του Charles Bukowski ανταμώνει με την κινηματογραφική ποίηση του Marco Ferreri σε μία, εκ πρώτης όψεως, αλλόκοτη ταινία. Μια ταινία όπου κυριαρχούν τα ζωώδη ένστικτα, οι γραφικές φετιχιστικές σεξουαλικές περιγραφές, αλλά και ένας λεπτός συναισθηματισμός.

Ο άνθρωπος αρέσκεται στο να κατασκευάζει φαντασιώσεις για τις έννοιες και τις καταστάσεις που δε μπορεί να κατακτήσει νοητικά ή βιωματικά. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να καλύψει ακούραστα την απόσταση που τον χωρίζει απ' την πραγματικότητα. Έπειτα, ποτίζει και εμπλουτίζει τις προαναφερθέν φαντασιώσεις με σκέψεις απόλυτα εναρμονισμένες με το αρχικό σχέδιο. Σκέψεις παράγωγα της ευρύτερης άγνοιας του. Ώσπου τέλος, έχει κάνει κτήμα του μια αυθαίρετα κατασκευασμένη εικόνα. Μια καλλιεργημένη αυταπάτη του εαυτού.


Το παραπάνω περιστατικό παρατηρείται ακόμα πιο έντονα σε αφηρημένες έννοιες που εύκολα προκαλούν σύγχυση. Όπως για παράδειγμα οι έννοιες της Τέχνης, ή της Ποίησης. Αν έχετε ταυτίσει στο υποσυνείδητο τις παραπάνω έννοιες με αστραφτερά χρώματα, πολύχρωμα κεντήματα, πορσελάνινες κούκλες και λοιπές χαρωπές ωραιοποιημένες εικόνες, τότε φοβάμαι πως το δίδυμο Ferreri-Bukowski θα σας απογοητεύσει. Ωστόσο, θα σας δώσει την ευκαιρία να δείτε μια υπαρκτή πλευρά της Τέχνης, της Ποίησης και του Κινηματογράφου.

Άλλωστε το διόδιο για την κατάκτηση της αιώνιας Τέχνης ίσως να είναι κάποιο είδος πνευματικής διαφορετικότητας. Αυτό που ο πρωταγωνιστής Ben Gazzara αναφέρει ως στυλ στον εναρκτήριο λόγο του. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως εμείς μέσα σε αυτό το αλλόκοτο σύμπαν πλοηγούμαστε στο εσωτερικό (ιδιότυπο) δωμάτιο ενός καλλιτέχνη. Ένα σύμπαν ελαφρώς παρανοϊκό. Ένα δωμάτιο που χορεύει σε μελαγχολικές σκούρες μπλε συχνότητες, με στιγμιαίες παύσεις θερμού κόκκινου. Έναν κόσμο πλημμυρισμένο με αρχέγονα ένστικτα. Όπου η οινοποσία είναι μία πόρτα εξόδου απ' τη λογική. Έναν κόσμο σκοτεινό, συνειδητοποιημένα περιθωριακό, όπου κυριαρχεί η μηδενιστική ποίηση του Charles Bukowski.


Όσο για τους δύο πρωταγωνιστές, αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι και οι δύο ήρωες που κινούνται στο περιθώριο. Ήρωες ευαίσθητοι για να βουλιάξουν στο αποστειρωμένο τίποτα της συμβατικότητας. Και αδυνατούν να χωνέψουν τον εαυτό τους εντός του συστήματος. Ο Charles Bukowski είχε πει: "Έχω μία από τις δύο επιλογές -- να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ... ή να μείνω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πεθάνω της πείνας." Στην ταινία θα μπορούσαμε να πούμε πως το αρσενικό, ο Ben Gazzara, υποδύεται τον συγγραφέα της παραπάνω ρήσης. Εκμεταλλεύεται την ποιητική του ιδιότητα, περιθωριοποιείται, και εξασφαλίζει ευκολότερα το εισιτήριο διαφυγής απ' την πραγματικότητα. Απ' την άλλη, η πανέμορφη Ornella Muti θα λέγαμε πως υποδύεται την εκδοχή του ταχυδρομείου απ' την παραπάνω ρήση. Το εισιτήριο διαφυγής δεν είναι το ίδιο εύκολο για αυτή. Όντας πόρνη για να επιβιώσει, συμμετέχει αναγκαστικά στα κοινά. Και φέρεται να βάλλεται με μανία κατά της φύσης της. Δηλαδή της ομορφιάς της, την οποία κατηγορεί για τη μοίρα της. Η αυτομαστίγωση και το χάραγμα της σάρκας φαντάζει μονόδρομο για τη σωτηρία. Έτσι, ανάμεσα σ' αυτούς τους δύο αναπτύσσεται ένας διαφορετικός έρωτας. Ποιητικός και βίαιος, συναισθηματικός και υπαρξιακός. Αλλά ταυτόχρονα και σπαρακτικά ασύμπτωτος!


Ίσως συναντήσετε υπέρογκες δυσκολίες στο να ακολουθήσετε αυτό το βίαιο σύμπαν της ταινίας. Ωστόσο, αν ακόμα και το τελευταίο ποίημα, δια της λυρικής εικονοποίησης του Marco Ferreri, δεν καταφέρει να σας προκαλέσει ρίγος, τότε ίσως προσπέρασε και η τελευταία πιθανότητα να "αισθανθείτε" την ποίηση του Charles Bukowski.
Βαθμολογία 7,5/10