Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

The Four Feathers


Σκηνοθεσία: Zoltan Korda
Παραγωγής: England / 1939
Διάρκεια: 115'

Το The Four Feathers είναι από εκείνες τις ταινίες που σε μαγεύουν με το μέγεθος της παραγωγής τους. Γεννημένη στο 1939, μια από τις (οπτικά) πλουσιότερες πολεμικές ταινίες της περιόδου. Με εκθαμβωτικά ανοικτά πλάνα. Εντυπωσιακές -το επίθετο είναι λίγο- σκηνές μάχης. Και ένα τεχνικολόρ, που φτύνει το χρώμα στις πιο έντονες απολαύσεις του. Ο Zoltan Korda διαχειρίζεται αποτελεσματικά, ως προς την κινηματογράφηση, το εύρος της παραγωγής του. Με αποτέλεσμα μια σημαντική ταινία της πρώτης εποχής του ομιλούντος κινηματογράφου.

Στην ιστορία τώρα, που δε διεκδικεί δάφνες ποιότητας, έχουμε το εξής: Ο νεαρός Harry Faversham(John Clements) λιποτακτεί, τρομοκρατημένος από τις ιστορίες εθνικού φανατισμού των ηλικιακά μεγαλυτέρων. Η πράξη του όμως αυτή τον καθιστά έκπτωτο στην καρδιά της αγαπημένης του συζύγου. Και για να την ξανακερδίσει, μεταμφιεσμένος ως Άραβας, ενσωματώνεται στα στρατεύματα της χώρας του(Αγγλία) που βρίσκονται στην μακρινή Αίγυπτο. Όπου και επιδίδεται σε ηρωικά κατορθώματα αυτοθυσίας.


Περιεχομενολογικά η ταινία συντηρεί το political correct. Τονίζοντας και στηρίζοντας τα εθνικότροπα φρονήματα. Συνταυτίζοντας και ορίζοντας ως κλίμακα μέτρησης της (ατομικής) γενναιότητας τον βαθμό υπακοής και υπηρέτησης της πατρίδας. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα τέτοια περιστατικά φανατισμού στο επίπεδο του περιεχομένου. Ωστόσο δεν θα το πράξω, γιατί φοβούμαι πως θα αδικήσω ένα κατά τ' άλλα σημαντικό κινηματογράφημα.

Τι όμως κάνει το The Four Feathers ένα σημαντικό κινηματογράφημα; Πέραν των στοιχείων που ανέφερα στην αρχή σε επίπεδο παραγωγής, η ταινία του Zoltan Korda περιέχει (τουλάχιστον) μία σεκάνς αριστουργηματικής ανθολογίας. Και αναφέρομαι στην σχεδόν εναρκτήρια σεκάνς, όπου ο πρωταγωνιστής Harry Faversham, στην ηλικία των δέκα, βρίσκεται σ' ένα επίσημο οικογενειακό τραπέζι, κατακλυζόμενος από ιστορίες και (κυρίως) πνεύμα εθνικού φανατισμού. Αποχωρεί εμφανώς αμήχανα, για να σταθεί έντρομος και τρεμάμενος, σαν τη φλόγα στο κερί που κρατάει, απέναντι από φιγούρες δοξασμένες για τα υπερτιμημένα και τα ιστορικά αμφισβητούμενα ηρωικά κατορθώματα τους. Ο Harry Faversham, στα χρόνια της ενηλικίωσης, κουβαλάει αυτή τη σκηνή, όπως και ο θεατής, σε θέση τραύματος. Που υπαγορεύει και την υποτιθέμενη δειλία του.


Ενώ ακόμα υπάρχει και ένας εκπληκτικός διάλογος. Με την June Duprez στο ρόλο της Ethne να λέει:"Κάποιοι γεννιούνται ελεύθεροι και κάνουν ό,τι θέλουν. Εμείς δε γεννηθήκαμε ελεύθεροι. Γεννηθήκαμε σε μια παράδοση. Πρέπει να υπακούμε σ' έναν κώδικα ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε. Η περηφάνια και η ευτυχία εξαρτάται από την υπακοή μας". Δηλώνοντας έτσι επακριβώς τα αυθύπαρκτα δεσμά του ατόμου με τους κοινωνικούς θεσμούς. Μπορεί ο πρωταγωνιστής, για χάρη της mainstream δραματουργίας της ταινίας, να επιλέγει την οδό του συμβιβασμού και της υπακοής, αλλά από μόνος του ο λόγος παραδοχής της June Duprez εμπεριέχει το έναυσμα για προβληματισμό σχετικά με την φύση της φαινομενικής ελευθερίας μας. Και ίσως ένα έναυσμα, ελπίζω, για το κάψιμο των προϋπαρχόντων και επινοημένων δεσμών που διακρατούν την ανελευθερία μας. Ενώ στα ίδια πλαίσια, λίγο νωρίτερα έχουμε ακούσει το ποιητικό: "Οι αναμνήσεις είναι καλύτερες γιατί δεν έχουν αβεβαιότητα. Κινούνται ανάλαφρα χωρίς να τις επισκιάζει τίποτα". Επιβεβαιώνοντας και φωτογραφίζοντας έτσι τις αδυναμίες των ανθρώπινων όντων, ως κοινωνικά όντα. Που έχουν χαραμίσει την υπαρκτή ζωή στη σκλαβιά μιας ετεροπροσδιόριστης και ετεροκατασκευασμένης πραγματικότητας, και που ανασάνουν μόνο δια των ονείρων, των φαντασιών, και των μνημών που πλάθονται κατά παραγγελία του ιδιοκτήτη.

Αν θες να ζήσεις να ονειρεύεσαι. Και αν θες να ονειρεύεσαι, να ζεις όπως τα όνειρα σου...
Βαθμολογία 7/10

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω ότι η φράση κλειδί είναι "τι γυρεύει η βασίλισσα στην έρημο του Σουδάν;". Στη συνέχεια βέβαια γίνεται σοβαρή προσπάθεια να αποκρυβεί το νόημα της φράσης, αλλά ξεκινώντας απ' αυτήν να ερμηνεύει κανείς την ταινία, καταλαβαίνει και την αδικία που υπάρχει σε κάθε πολεμική σύγκρουση. Βρίσκω ότι είναι βαθιά αντιπολεμική ταινία, που προσπαθεί ο σκηνοθέτης να υπονομεύσει το νόημά της στην τελευταία σκηνή.

Είναι κρίμα που ένας Ινδός σκηνοθέτης που γνωρίζει πράγματα μέσα "απ' την κοιλιά του θηρίου", να κλείνει την ταινία με μια σκηνή σε στυλ "γατούλα με τη ροζ μυτούλα". Για μένα πάντως το αντιπολεμικό της μήνυμα παραμένει αναλλοίωτο, διαχρονικό και πολύ ευανάγνωστο μέσα στην ταινία.

Ευχαριστώ για την φιλοξενία.
Μάνος

kioy είπε...

Καλώς ήρθες Μάνο

Παίζουν λίγο πλάγια με τις δηλώσεις τους αυτές οι ταινίες. Ας μην ξεχνάμε πως κυριαρχεί λογοκρισία στον κινηματογράφο την συγκεκριμένη περίοδο, πρόκειται για μια μεγάλη παραγωγή, πράγματα που καθιστούν, δυστυχώς αναγκαίο, τα μυνήματα να διαβιβάζονται υπόγεια.

Εμένα θα με στοιχειώνει πάντα η σκηνή του μικρού, ο πανικός μπροστά στους πίνακες φαντάσματα. Νομίζω πρόκεται για μια σκηνή σπάνιας κινηματογραφικής οικονομίας. Μέσα σε μια εικόνα ξεσκεπάζει όλο τον φτιασιδωτό ηρωισμό του πολέμου: μιας παραγωγικής μηχανής αξιών και ιδεών που θεμελιώνουν τη μηχανική του συμφέροντος...

Θα ήταν ενδιαφέρον να αναζητήσουμε αν το φινάλε ανήκει όντως στον Korda... Υποθέτω, τόσο "ένθετο" που το θυμάμαι, πως πιθανόν να επιβλήθηκε..

Καληνύχτα!