Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Flandres

Σκηνοθεσία: Bruno Dumont
Παραγωγής: France/ 2006
Διάρκεια: 91

Η Φλάνδρα του Dumont είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία που παρά το αξιοσημείωτο πέρασμα της στο φεστιβάλ των Καννών, μάλλον αδικήθηκε στις μετέπειτα διανομές της. Γιατί δεν βρήκε ποτέ την θέση που τις αξίζει στα μάτια των θεατών. Αλλά το ουσιαστικό είναι αόρατο στο μάτι, όπως είχε πει ο Εξιπερί και προσφάτως μου θύμισε μια φίλη!

Ο Dumont προσεγγίζει τους ήρωες του σε αυτή την ταινία με απαξίωση και μισανθρωπισμό. Αφού οι ίδιοι πρώτα μας αποδείξουν τον λόγο της «άσχημης» μεταχείρισης τους. Οι ήρωες είναι ο Desemont και η Barbe. Ο Desemont αγαπάει βαθιά την γειτόνισσα του και επιπόλαια συναισθηματικά Barbe. Όμως ποτέ δεν θα βρει την δύναμη, όχι να το ομολογήσει, αλλά να αποδεχτεί τα συναισθήματα του. Τα οποία φυλακίζονται μέσα του, κατασπαράζοντας το είναι του, και χωρίς καμιά βούληση να τα απελευθερώσει. Είναι εμφανής ο ρόλος που παίζουν οι αδυναμίες του και πάνω στην ζωή του. Με την ανιαρή ρουτίνα να κυριαρχεί πάνω του, και η ζωή του να μοιάζει κάτι παραπάνω από άσκοπη. Η Barbe απ’ την πλευρά της είναι ένα ματαιόδοξο κορίτσι. Επιζητεί το κάθε αντρικό μάτι για να επουλώσει τις ανασφάλειες της, μόνο που δυστυχώς για κείνη δεν περιορίζεται στα βλέμματα… Η ζωή της έχει την ίδια μοίρα, καθώς ούτε η ίδια δείχνει πρόθυμη να αποδεχτεί τις αδυναμίες της, οι οποίες θα την βασανίζουν αδιάκοπα μέχρι την ημέρα της συνειδητοποίησης, μέχρι την μέρα της φανέρωσης. Ανάμεσα στους κεντρικούς ήρωες βρίσκεται και ο Mordac, που είναι άλλος ένας εραστής για την Barbe και ένα αγκάθι που περισσότερο φανερώνεται στον Demester με το πέρας του χρόνου. Ο Dumont χαρίζει την πλήρη απαξίωση στους ήρωες του, κινηματογραφώντας τους με πολύ μακρινά γενικά πλάνα στις αχανής χωρικές εκτάσεις. Δίνοντας έτσι την ασημαντότητα τους μέσα στην φύση, μέσα στον κόσμο.

Ο Dumont κάνει εξ’ αρχής μια ολική διάκριση στην εξέλιξη του μύθου του. Δεν ενδιαφέρεται καθόλου για αυτή την αδιάκριτη και νευρική γεγονοτολογική εξέλιξη των πραγμάτων, αντίθετα θα εστιάσει σημασιολογικά πάνω στα πρόσωπα και πως τα γεγονότα επιδρούν σε αυτά. Μπαίνοντας έτσι στον ψυχισμό των ηρώων του, και ξεδιπλώνοντας την υποκειμενική αλήθεια κάθε ατομικότητας. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο στοίχημα της ταινίας, το οποίο και κερδίζει. Και για να το καταφέρει γυρίζει την πλάτη του πολλές φορές στο τι γίνεται, και οπτικοποιεί τις σκηνές πάνω στα μάτια και τις αντιδράσεις των ηρώων του. Δηλαδή οι σκηνές είναι οπτικά επικεντρωμένες στο υποκείμενο(ήρωα) ανεξαρτήτως αν είναι αυτός που δρα ή όχι. Με αυτόν τον τρόπο οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι οι πλέον βαρυσήμαντες για την εξέλιξη της ταινίας. Αλλά το πρωταγωνιστικό δίδυμο (Adélaïde Leroux- Samuel Boidin) φέρνει σε πέρας την αποστολή του περισσότερο από ικανοποιητικά. Άλλα δυο στοιχεία που επιβεβαιώνουν την περιφρόνηση του δημιουργού στην γεγονοτολογική πλευρά του σεναρίου είναι το πάγωμα του χρόνου. Όπου τα μακρόσυρτα πλάνα αποσκοπούν στον καθορισμό του ψυχισμού των ηρώων, και η απουσία λόγου. Τα ελάχιστα λόγια που υπάρχουν βρίσκονται εκεί για να περιγράψουν την κενότητα των πρωταγωνιστών και μόνο. Πράγμα που επιτυγχάνεται με το νοσηρό και μοχθηρό ύφος των διαλόγων.

Στο δεύτερο μέρος της ταινίας παρακολουθούμε τον Demester να πηγαίνει στον πόλεμο σε μια προσπάθεια να σπάσει την προαναφερθέν ρουτίνα. Τον ακολουθούν και οι υπόλοιποι συγχωριανοί του. Όμως ακόμα και σε αυτή την μακρόσυρτη σεκάνς του πολέμου(η οποία είναι παραπάνω από εμπνευσμένη από την μινιμαλιστικότητα του Full Metal Jacket) τα αποτρόπαια γεγονότα του πολέμου περνούν σε δεύτερη μοίρα. Το επίκεντρο πάλι είναι τα πάμπολλα ψεγάδια των ανθρώπων πάνω σε αυτόν. Οι αδυναμίες τους να αρνηθούν και η παντελή άγνοια του που βρίσκονται και για ποιο σκοπό βρίσκονται. Και η εξωτερική βία υπονομεύει την εσωτερική βία των ηρώων. Στην πατρίδα έχει μείνει η Barbe. H δήλωση πλέον είναι ολοφάνερη. Έχει υποκύψει ολοκληρωτικά στις εσωτερικές τις αδυναμίες, στα συναισθήματα της και στα νεύρα της υπό το βάρος της ευθύνης. Της ευθύνης της εγκυμοσύνης. Όλα αυτά την οδηγούν στα πρόθυρα της τρέλας, όπου ο Dumont κάνει πλέον ξεκάθαρο πως η μη αναγνώριση και αντιμετώπιση των έσω μας, μας οδηγούν στον δρόμο της παράνοιας!

Ο σκηνοθέτης αφού μας έχει ταρακουνήσει με αυτή την «άβολη» σημειολογία του, θα μας χαρίσει στο τέλος μια πνοή αισιοδοξίας. Με τον Demester να εξομολογείται στη Barbe με την επιστροφή του… Αυτή η εξομολόγηση έχει διπλή φύση. Πρώτον δείχνει την αποδοχή των συναισθημάτων του και την αντιμετώπιση των αδυναμιών του. Σήμα ευοίωνο για το αύριο. Και δεύτερον αυτή η εξομολόγηση δηλώνει όλο το ύφος της ταινίας. Όπου ο πρωταγωνιστής εξομολογείται ένα γεγονός ακριβώς με την σκοπιά που το ένιωσε-έπραξε, ενώ θα μπορούσε να είχε ερμηνευτεί εντελώς διαφορετικά από οποιονδήποτε άλλο!
Βαθμολογία 8/10

2 σχόλια:

theachilles είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε όσο και μένα φίλε μου. Δεν μπορώ να βρω την ισορροπία μου με τον Dumont. Μετά την απογοήτευσή μου με τους 29 Φοίνικες, ήρθε η Φλάνδρα και ενθουσιάστηκα. Συμφωνώ με όσα λες, να προσθέσω ότι βρήκα διασκεδαστική τη συνέχεια της γαλλικής κινηματογραφικής παράδοσης με τις νεανικές πρωταγωνιστικές τριάδες (πάντα δυο άντρες και μία γυναίκα). Ωστόσο εδώ δεν υπάρχει η ανεμελιά του παρελθόντος, μόνο η αποκτήνωση. Από τις καλύτερες ταινίες της περυσινής σεζόν (και η καλύτερη γαλλική κατ'εμέ).

kioy είπε...

Γεια χαρά σου φίλε μου,
όντως πολύ καλή η ταινία! Τους 29 Φοίνικες δεν τους έχω δει(περισσότερο από αυτά που έχω ακούσει) και έτσι δεν έχω άποψη. Τώρα για αυτό, είναι ένα καταπληκτικό δημιούργημα!
Είναι εφυέστατος και αξιόλάτρευτός ο τρόπος που ο Dumont μεταφέρει τον άξονα της θεματικής βαρύτητας στα πρόσωπα και την υποκειμενικές τους αντιδράσεις από την εξωτερική περιγραφή των γεγονότων.
Αυτή την μινιμαλιστικλη και νατουραλιστική γραφή συνάμα, που και εγώ θαύμασα, στις περσινές ταινίες, την είδα μόνο στην επίσης αριστουργηματική Ελεύθερη Βούληση!