Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2006. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2006. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Time


Σκηνοθεσία: Ki-duk Kim
Παραγωγής: Japan / South Korea / 2006
Διάρκεια: 97'


Αγαπάμε κάποιον κι όταν η αγάπη μας είναι παθιασμένη, ανεξέλεγκτη, εμμονική διψάμε για επιβεβαίωση. Είμαστε ανασφαλείς και θέλουμε να επιβεβαιώσουμε ότι η αγάπη αυτού του κάποιου είναι πηγαία, ειδική και αποκλειστική και όχι μια αντανακλαστική πράξη προς τη δική μας αγάπη. Προς αυτή την κατεύθυνση μηχανουργούμε. Αποφασίζουμε να μας εξαφανίσουμε από το μέρος αυτού και συνεπώς να εξαφανίσουμε και την ορατή απεύθυνση της αγάπης μας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξαφάνισης βρίσκουμε τρόπους να ελέγχουμε το πρόσημο, τις διακυμάνσεις και την ένταση των συναισθημάτων του αγαπημένου προσώπου. Αν η αγάπη του προς το μέρος μας είναι ισχυρή, τότε αισθανόμαστε ανακούφιση και επιβεβαίωση. Ίσως πρόκειται για την πιο τραγική μορφή επιβεβαίωσης, καθώς για να επιτευχθεί προϋποθέτει την απόρριψη. Προϋποθέτει να απορρίψουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας, δηλαδή το πρόσωπο που επιβεβαιώνεται. Κι όσο κι αν θέλουμε να επιστρέψουμε στον αρχικό εαυτό μας, εκείνον που κατέκτησε τα διαπιστευτήρια αγάπης, αυτή η επιστροφή είναι αδύνατη, γιατί έχουμε αποσχιστεί από εκείνον τον εαυτό. Έχει διαρρηχθεί η ενοποιητική κρούστα. Έχει καλοσχηματιστεί ο σπόνδυλος της απομάκρυνσης.

Στο μεταξύ το αγαπημένο πρόσωπο, όταν αποκαλύπτεται το σχέδιο μας, αισθάνεται εξαπατημένο. Νιώθει θήραμα και πειραματόζωο μιας ανίερης στρατηγικής. Μπορεί να αναγνωρίζει πως αυτή η στρατηγική είναι μέρος μιας λανθάνουσας-διεστραμμένης μορφής αγάπης, αλλά αυτό το γεγονός δεν άρει τα πλήγματα της κακομεταχείρισης και της σφοδρότητας με την οποία αισθάνεται ότι έχει παραβιαστεί. Έτσι, αν το αγαπημένο πρόσωπο εκφράσει την επιθυμία του να συνεχίσει να συμπορεύεται μαζί μας, θέλει να αλλάξει εντελώς τους όρους και τις συνθήκες της συμβίωσης. Επιθυμεί να αλλάξει το «συμβόλαιο» της αγάπης. Και πρώτα απ’ όλα, το αγαπημένο πρόσωπο, για να συνεχίσει, έχει ανάγκη να απορρίψει τον εαυτό του, τον εαυτό που αισθάνεται ότι παραβιάστηκε, και ότι έγινε θύμα μιας πρωτοφανούς αδικίας και ανισότητας.

Εμείς από μέρους μας εναντιωνόμαστε σε αυτή την αλλαγή. Σε αυτή της επιθυμία μεταμόρφωσης του αγαπημένου προσώπου. Εμείς επιθυμούμε από τον άλλον τον παλιό άλλον. Εκείνον που επιβεβαιωμένα μας αγαπάει. Ο νέος άλλος μας τρομάζει. Δεν τον θέλουμε αυτόν τον νέον άλλον, ούτε τα αβέβαια συναισθήματα που μας προκαλεί. Στην αγάπη θέλουμε να προπορευόμαστε. Όταν προπορευόμαστε τα συναισθήματα μας δεν εκλαμβάνονται ως αδυναμίες, αλλά ως η ευδαιμονία μιας κυριαρχίας. Αυτό είναι σημαντικό για εμάς στην αγάπη: να προπορευόμαστε.

Ο χρόνος που κάποτε ένωνε αυτά τα δύο πρόσωπα, τώρα τα χωρίζει. Οι συνδετικοί κρίκοι απορρυθμίστηκαν. Και τώρα αυτός ο απόλυτος χρόνος -στην αδυναμία των ατόμων να δημιουργήσουν εκείνες τις ουσιαστικές σχέσεις που θα τον ακινητοποιούσε- μοιάζει πιο απειλιτικός από ποτέ. Οδηγώντας τα πάντα με το σταθερό του βήμα στη φθορά και την κατάπτωση.

Ο Ki-duk Kim κάνει εδώ μία από τις πιο μισάνθρωπες –και ελαφριές όμως- ταινίες του. Ο εγωισμός, η απογοήτευση, ο εκβιασμός, η ανωριμότητα και η απογοήτευση είναι δομικά συστατικά των χαρακτήρων και της ταινίας γενικότερα. Στοιχεία που αναδύονται και ως πυλώνες μιας σύγχρονης Βαβέλ. Σε μια ταινία που παρατηρεί όλα τα παραπάνω σ’ ένα εξωτερικό κυρίως επίπεδο. Οι χαρακτήρες είναι τρωτοί, αδύναμοι και ευάλωτοι, όπως πάντα στις ταινίες του αγαπημένου δημιουργού. Όμως εδώ αδυνατούν να με παρασύρουν στα πάθη τους. Κάτι που καθιστά αυτομάτως την ταινία στη θέασή μου περισσότερο συμβολική και διανοητική και λιγότερο αισθητηριακή. Συγχρωτισμένη, ωστόσο, απόλυτα με την πυρηνική συναισθηματική ανωριμότητα και «επιδερμικότητα» που αποκλείει τα άτομα από το να επικοινωνήσουν ουσιαστικά μεταξύ τους.

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Ροζ


Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Βούλγαρης
Παραγωγής: Greece / 2006

Διάρκεια: 95'


Ο Βασίλης(Αλέξανδρος Βούλγαρης) είναι ένα ιδιαίτερο παιδί. Μεγαλώνοντας παραμένει διαφορετικός και μετά την ενηλικίωση. Εξωτερικά μαζεμένος. Εσωτερικά πλημμυρισμένος με μια εύθραυστη ωριμότητα. Ότι αγγίζει τον πληγώνει: η τρέλα της υπερκινητικής ευαισθησίας. Μα θα ήταν διαφορετικά, και χειρότερα επίπονα, αν ήτανε αλλιώς. Ο κανονικός κόσμος είναι εξαιρετικά κανονικός για αυτόν. Σκέτο αδιέξοδο. Super ήρωες που φτύνει η τηλεόραση, γονείς που είναι μαζί, ή δεν είναι, γιατί πρέπει. Άνθρωποι που κυνηγούν καριέρες γιατί πρέπει. Όλα τόσο ξένα. Ο Βασίλης είναι ανήμπορος να εκφραστεί μέσα σ' αυτόν τον κόσμο. Αυτός μόνο να αισθάνεται ξέρει στα διαλλείματα και τις παύσεις του. Η ζωή υπάρχει στις έσω συγκινήσεις του. Αλλά και ο ίδιος ο κόσμος των κανονικών είναι ανίκανος να σκύψει πάνω του, να τον συμπεριλάβει. Για τον Βασίλη, παράδεισος και γεύση από ροζ, γίνεται η εντεκάχρονη Snezana(Romanna Lobats) από την Ουκρανία. Η σχέση τους είναι όλο, και σίγουρα όχι κανονική.


Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης δεν προσάπτει στην παιδικότητα τα μελωμένα που αποδίδουν οι κανονικοί. Η Snezana είναι ένα παιδί ώριμο, βγαλμένη απ' το σκοτεινό παραμύθι ενός καταραμένου ποιητή. Αυτό που την κάνει παιδί -όχι δεν είναι η ηλικία- είναι ο τρόπος που δέχεται της πληγές της ζήσης. Τις στεγάζει στην πιο υγρή την πιο νωπή μορφή. Με αυθόρμητη έλξη. Δεν σχηματίζει τις απωθητικές αντανακλαστικές άμυνες των ενηλίκων. Κι ούτε οχυρώνεται σε αβίωτες κάμαρες για να εξομαλύνει τη ζάλη των αισθήσεων. Όλα αυτά επιτρέπουν στο Βασίλη να νιώθει ελεύθερος πλάι της. Ένα δωμάτιο να απογυμνωθεί. Μια επικοινωνία να ανθίζει. Σκοτεινή, αμφίβολη και αβέβαιη, όπως της πρέπει της Άνοιξης. Η Snezana για αυτόν δεν είναι απλά μια διέξοδος. Είναι η απόλυτη ηρωίδα στις φαντασιώσεις των αισθήσεων.

Και ο Αλέξανδρος Βούλγαρης καταφέρνει να αποτυπώσει με μοναδικό τρόπο τη μελαγχολία των δύο. Σκηνοθετεί ιδανικά τον εαυτό του. Οι κυρτωμένες πλάτες, το τραύλισμα στη φωνή, τα νεκρά κρεμασμένα χέρια, οι επιπόλαιες λέξεις, το μονίμως χαμηλωμένο βλέμμα μεταγγίζουν μια εκκωφαντική γεωμετρία συναισθημάτων. Την ίδια στιγμή που τα διψασμένα μάτια της εκπληκτικής Romanna Lobats, είναι ιδιοσυγκρασιακά πρόθυμα να απορροφήσουν τον κόσμο (του).


Τον Βασίλη, όπως και τον σκηνοθέτη, σ' αυτή την ταινία τον απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις. Δεν υπάρχει φιλία, έρωτας, μητρότητα, αγάπη. Κι αν υπάρχουν, ποιος ο λόγος να τα κλείνουμε σε κουτιά; Όλα υπάρχουν, αν υπάρχουν, γιατί υπάρχουν ελεύθερα. Στο Ροζ η αντισυμβατική πρωταγωνιστική σχέση αναπτύσσεται ελεύθερα. Ανθίζει επειδή ανθίζει. Δεν υπάρχουν ούτε κίνητρα ούτε απαιτήσεις. Η επαφή των δύο είναι αδιαμφισβήτητη. Σώματα δίχως σώματα, άρρηκτα ενωμένα. Οι σάρκες δεν αγγίζονται. Είναι τα άυλα χνώτα που ενώνονται, η πιο ακριβή αφή. Το "είναι" μεγαλώνει, κι απλώνει μέσα τους, σαν πληγή.

Ίσως μια επαφή κανονική, χείλος με χείλος, βλέμμα χωρίς βλέμμα, λέξεις χωρίς σιωπή, να τιμωρούσε τη θεότητα της ροζ ευαισθησίας στην άνευ επιστροφής καταδίκη του μαύρου...

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

La tourneuse de pages



Σκηνοθεσία: Denis Dercourt
Παραγωγής: France / 2006
Διάρκεια: 85'


Πρόκειται επί της ουσίας για μια ιστορία εκδίκησης. Η οποία εμπεριέχει σωρεία επιπολαιοτήτων και υπερβολών στο σενάριο για να τεκμηριωθεί. Τις οποίες περισσότερο με πονηρά, παρά ιδιοφυή, αφηγηματικά τεχνάσματα προσπαθεί να "περάσει" με φυσικότητα.


Η Melanie, μικρό κορίτσι κόβεται σε μουσικές εξετάσεις. Γεγονός για το οποίο φέρει καταλυτική ευθύνη η επιπολαιότητα μιας σολίστ της εξεταστικής επιτροπής, της Ariane Fouchécourt. Η Melanie έπειτα από καμιά δεκαριά χρόνια, ενήλικο κορίτσι πλέον, μέσα από μια σειρά υπερβολικών γεγονότων, καταφέρνει να τρυπώσει στο πολυτελή σπίτι της σολίστ. Αρχικά ως υπηρέτρια γενικής χρήσης και έπειτα ως το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες στις παρτιτούρες. Η Melanie με το αγγελικό παρουσιαστικό και την αξιοπρόσεκτη οργανωτικότητα επιτυγχάνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη, αλλά και τον ανεκδήλωτο έρωτα της Ariane. Και τα πάντα βαίνουν ομαλώς για την εκπλήρωση του σατανικού σχεδίου εκδίκησης.


Ο Denis Dercourt, ενορχηστρώνοντας και τις άψογες μουσικές του Jérôme Lemonnier, επιτυγχάνει να κάνει ένα άπταιστο ψυχολογικό θρίλερ από πλευρά ατμόσφαιρας. Ένα αίσθημα απειλής πλανιέται διαρκώς στις σχέσεις μεταξύ της καταξιωμένης ντίβας και της νεαράς υπηρέτριας. Ένας υπόγειος ερωτισμός προσδίδει ένταση στην παρακολούθηση. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι υπόνοιες για την έξαρση της καταιγίδας είναι περισσότερο από εμφανής.


Όμως τελικά ο Denis Dercourt αδυνατεί να χειραφετηθεί από το επίπεδο της πλοκής. Η οποία μάλιστα ενέχει περιττές κορώνες. Και παρά τις αχνές επιδιώξεις για μια συμβολική αμφισημία, όπως την ταξική εκδίκηση για παράδειγμα, το "La tourneuse de pages " παραμένει ένα προβλεπόμενο, και μάλλον ρηχό, ψυχολογικό δράμα. Απ' το οποίο κρατάμε την απειλητική ατμόσφαιρα της πρώτης κυρίως ώρας, αλλά και την εξαιρετική ερμηνεία της πολλά υποσχόμενης Déborah François.
Βαθμολογία 4,5/10

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

The Fountain



Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky
Παραγωγής: USA / 2006
Διάρκεια: 96'


Κάθομαι πίσω απ' την οθόνη. Απέναντι μου το Fountain. Πως να αναμετρηθώ μαζί του; Οι όποιες σκέψεις, οι όποιες λέξεις σχηματίζονται, γλιστρούν ανεπιστρεπτί στην άβυσσο ενός άγνωρου σύμπαντος. Ακούω ακόμα απ' τα χείλη της "Finish It". Η προσταγή που τσαλάκωνε τον αναπόσπαστο εγωισμό της ανθρώπινης φύσης μου, γίνεται μια λεπτή γραμμή ανακούφισης. Αλλά τι λέω; Είμαι τόσο μακρυά απ' αυτό. Μαζί του - με το "Finish it"- διανύω το Γολγοθά της ζωής και του θανάτου. Μέχρι την Αθανασία. Ζωσμένος τις ανεπάρκειες μου. Η αβάσταχτη απόσταση απ' την πληρότητα, διαιωνισμένη στο άπειρο. Οι λέξεις, οι εικόνες, το κέντρο της δικής μας Εδέμ, τραύμα ανυπέρβλητης οδύνης.


Ο Darren Aronofsky θα παραμερίσει οτιδήποτε, και θα κεντήσει την καρδιά του δικού του ονείρου. Στην αγαπημενέστερη μορφή. Την κινηματογραφική! Και ο θεατής παραδομένος σε μια οπτικοακουστική πανδαισία, σε ένα εικαστικό ντελίριο χάνει όποια ικανότητα έναρθρης ομιλίας. Οι αλλόκοσμες μουσικές του Clint Mansell υπογράφουν το εξιτήριο του. Αναπολώντας από κάποια χρονοτρύπα του διαστήματος, τα χρόνια που έχασε η ψυχή του... Τεράστια ερωτήματα τείθονται. Ο θάνατος; Η ύλη και το πνεύμα; Η αγάπη; Διαστάσεις αγεφύρωτες, αναπόφευκτα κουρνιασμένες στο ανθρώπινο σώμα.


Ο μεγάλος αυτός σκηνοθέτης θα αποπειραθεί να δαμάσει το αχανές του χωροχρόνου. Από την γέννεση και τον Κήπο της Εδέμ, στην εξέλιξη ως το σήμερα. Και απ' το σήμερα ως το αύριο, παγιδευμένο σε κάποιο νεφέλωμα στο υπεργαλαξιακό του ταξίδι στο διηνεκές. Ο εκπληκτικός Hugh Jackman(όσο ζω μαθαίνω), σαστισμένος αναφωνεί: "Ο θάνατος είναι μια ασθένεια σαν όλες τις άλλες. Και εγώ θα βρω το ιατρικό." Με μια ευδιόρατη χλεύη μοιάζει να έχει φτάσει τόσο κοντά στο σωστό. Το οποίο μάλλον θα ήταν:"Ο φόβος για τον θάνατο είναι η μεγαλύτερη ασθένεια απ' όλες τις άλλες". Άραγε υπάρχει αντίδοτο; Ναι, η αγάπη. Η αληθινή, καθαρτική αγάπη. Αλλά πριν φτάσουμε ως εκεί, θα παρακολουθήσουμε όλους τους ήρωες(εξαιρουμένης της θετικής Rachel Weisz) κυριευμένους απ' τον φόβο του θανάτου. Ένας φόβος που στρέφει στον μεγαλομανή εναγκαλισμό της ίδιας της ύπαρξης, του εγώ. Και τη ματαιοδοξία, που ευγλώττως οδεύει την εξατομικευμένη οντότητα αντιμέτωπη με την ολότητα του σύμπαντος. Ω, επιστήμη! Στο δρόμο προς κάποιο άγνωστο ελιξήριο. Που όσοι ποθούν χρόνια να προσθέσουν στην εύθραυστη ζωή τους, τελικώς μόνον αφαιρούν τη ζωή απ' τα παραπλανημένα χρόνια τους. Ο Darren Aronofsky θα παρουσιάσει το μεγαλούργημα του σε μια εκκωφαντικά χρυσή φορεσιά. Χρυσός συνώνυμο του πλούτου. Πλούτος συνώνυμο της ματαιοδοξίας!


Και αν η σάρκα χρωστάει αυταποδείκτως έναν θάνατο, είναι όλα τελικά τόσο μάταια; Ή μήπως η σάρκα είναι το κλουβί του πνεύματος, της ψυχής; Και η μέγιστη φθοροποιός δύναμη; Της ψυχής που ζητάει απελευθέρωση, μέσα απ' τον θάνατο, στα άσβηστα του χρόνου μονοπάτια. Η σύζευξη με το φόβο είναι δυσβάσταχτη. Και η ενοχή ανεξίτηλο σημάδι. Το πνεύμα καταδικασμένο στις τραχιές πληγές του! Η οδύνη διαιωνισμένη και πολλαπλασιασμένη ως το μαθηματικό άπειρο. Μεταποιεί τον πόνο, σε φρεσκοβαμμένο πορφυρό άσμα που ρέει άφθονα και αδιάκοπα εκ των έσω.


Και όλα αυτά θα τα παρακολουθήσουμε μέσα από μια εκ των πιο σπαραξικάρδιων σχέσεων αγάπης στην ιστορία του cinema. Αυτή του Hugh Jackman και της Rachel Weisz. Άραγε υπάρχει σωτηρία; Ποια είναι τελικά η πηγή της ζωής; Ο Darren Aronofsky δίχως δισταγμό θα την καθρεφτίσει στην αγάπη. Το συναίσθημα που αγγίζει τη θέωση και εξαγνίζει ως παρθένο ύδωρ τα ενδότερα... Όχι την παρεξηγημένη αγάπη των καιρών μας. Μια αγάπη που υποδεικνύει την χειραφέτηση από την απεγνωσμένη προσκόλληση του εγώ και απ' τον εγκόσμιο φόβο, που οδηγούν στον αιώνιο θάνατο. Μια αγάπη, στην οποία η καρδιά γίνεται φύλλο λεπτό, έτοιμο να απορροφήσει την οδυνηρή ολότητα του κόσμου(του σύμπαντος), και μέσα από αυτόν τον ακράδαντο σύνδεσμο να αναπαυτεί στην αιώνια γαλήνη της αθανασίας!
Βαθμολογία 10/10





The Fountain(ΑΠΟΚΥΡΗΓΜΕΝΟ)


Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky
Παραγωγής: USA / 2006
Διάρκεια: 96'

Το παρελθόν συναντά το μέλλον και αυτή η προσμονή του παρόντος δείχνει να προσκολλά και να προσπερνά τον χρόνο μέσα πάντα απ' την ιδιοφυία του Darren Aronofsky. Ένας πολεμιστής γύρω στα 1500 ξεκινά το πλάνεμα του κορμιού του για να σώσει τη βασιλίσσα του και την ψυχή του. Η καρδιά του έχει επιλέξει και πλέον αρκεί να βρει την πηγή της ζωής ικανή να λύσει τη Βασίλισσα απ' τα δεσμά της και να την κλειδώσει στην αγκαλιά του! Στο παρόν, που αποτελέι και το πιο πειστό δείγμα αληθοφάνειας, ένας ερευνητής ιατρικής(εδώ το παρακάνε ο Aronofsky) κάνει τα πάντα για να σώσει την αγαπημένη του απ' καρκινοπάθεια οξέιας μορφής, αλλά νικιέται απ' το χρόνο, ανακαλύπτωντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το φάρμακο κατά της γύρανσης και κατά του καρκίνου. Τελικά η αγάπη, η εσωτερικότητα και η συνεχή σκέψη ζωντανεύει την ανάμνηση και η ζωή των δικών μας προσώπων παραμένει αιώνια θεραπεύωντας τον θάνατο. Ενώ στο μέλλον, ένας θανόντας περιπλανιέται στο σύμπαν σε άυλη μορφή, περιπλανιόνται οι σκέψεις περιπλανιόνται οι φόβοι, τα βιώματα και η λύτρωση φτάνει με την εξάγνιση των πάντων μέσα απ' τον έρωτα και την αγάπη σε μια απελευθέρωση της ψυχής.Τα πρόσωπα χρονικά ασύμβατα αλλα σημειολογικά συμβατά, ενώνονται απ' την κάμερα του Darren Aronofsky υπό τα δεσμά της αιώνιας λυτρωτήριας αγάπης και του έρωτα αλλά και αρκετές φορές διαχωρίζονται κρατώντας ένα αυστηρά προσωπικό προφίλ, δίνωντας έτσι αινιγματική μορφή και χώρο για ερωτηματικά αλλά και αναζήτηση στο θεατή!

Ο Darren Aronofsky μετά το εκπληκτικό Requiem for a Dream
εγκαταλείπει τις ιλιγγιώδης ταχύτητες του μοντάζ που αγαπήσαμε και συγκεντρώνεται σε μια πιο ισορροπημένη σκηνοθεσία, αφήνωντας πάντα νέα τεχνάσματα να διεισδύουν στη λεπτομέρια τα οποία βρίσκουν ωστόσο ταίρι σε πιο παραδοσιακά γκρο πλάνα, τρε-γκρο πλάνα και σταθερότερες λήψεις που πλέον είναι έντονα χρησιμοποιήσιμες.

Με την ύπαρξη του πολιτισμού των Μάγια στο κομμάτι του παρελθόντος καλύπτεται το μυθοπλαστικό κομμάτι της ταινίας, με το παρόν να αποσκοπεί σε ρεαλιστικότητα, και με την ένταξη φαντασίας και σουρεαλισμού με το κομμάτι του μέλλοντος που κλείνει το χρονοδιάγραμμα καταφέρνει να κάνει μια πολύ ολοκληρωμένη ταινία. Ο θεατής αρχικά είναι παρατηρητής μιας μεγάλης σειράς γεγονότων, ασύντακτα χρονικά, που τον κρατάν διαρκώς "στην πρίζα" αλλά και τον φορτώνουν ίσως και με αχρείαστο όγκο πληροφοριών που κάπως τον αποπροσανατολίζουν. Ωστόσο το τέλος είναι αντάξιο της ποιότητας του σκηνοθέτη και των προσδοκιών μας και όλα αποσαφηνίζονται με ξεκάθαρο μα και ταυτόχρονα λυρικό τρόπο. Πολύ καλός και ο χειρισμός των αντικειμένων και των συμβολισμών που είναι διάχυτοι παντού μες στην ταινία με την βέρα, το βιβλίο και το σπαθί να βρίσκονται στη πρώτη σειρά.

Έτσι μιλάμε για μια ταινία με αριστουργηματική γραφή και κατ' εμέ το πιο επαναστατικό μοτίβο της χρονιάς. Ωστόσο έχει την ατυχία να έχει στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Hugh Jackman ο οποίος κατά τη γνώμη μου πραγματοποιεί πενιχρή ερμηνεία ενώ και οι υποστηρικτικοί ρόλοι δείχνουν τελείως ασυμβίβαστοι με το γενικότερο προσανατολιμό της ταινίας. Η μόνη που διασώζεται είναι η Rachel Weisz χωρίς ωστόσο να εντυπωσιάζει. Αυτό το ερμηνευτικό βατερλό, μάλλον αποτελέι μια ήττα του σκηνοθέτη να διαχειριστεί το έμψυχο δυναμικό και να το κάνει κοινωνό του οράματος του για την ταινία καθώς το πρόβλημα παρατηρείται σε γενικό βαθμό. Τέλος ο Clint Mansell ξανά ντύνει με άριστης αισθητικής μελωδίες την ταινία δημιουργώντας πιο υποβλητική ατμόσφαιρα χρησιμοποιώντας αυτή την φορά αφαιρετικές μελωδίες.

Δείτε την ταινία, απ' τα must της χρονιάς, πολύ δυνατό θέμα, πολύ καλή σκηνοθεσία αν και κάπως υπερφορτωμένη, με δυστιχώς χαμηλού επιπέδου σκηνική παρουσία! Γιατί τελικά η αγάπη, ο έρωτας και η εσωτερικότητα φοβίζει τον δεσμότη θάνατο, τον θεραπεύει και τον μετατρέπει στην αρχή του δέους για να ακολουθήσει η λύτρωση και η αιωνιότητα της ψυχής!

Σχόλια (ο μόνος λόγος που κρατιέται το κείμενο)...

etalon είπε...
Το καλλιτεχνικό κάστ του Π και του Ρέκβιεμ για ένα όνειρο στην τρίτη του ταινία μας ζητάει να ξεχάσουμε οποιαδήποτε επαγγελματικότητα και λογική και να αφεθούμε στα ενστικτώδη συναισθήματά μας, βλέποντας, ακούγοντας και ζώντας μαζί με τους ήρωες, μια εξαιρετική και εντελώς προσωπική κατάδυση στο ασυνείδητό μας. Στόχος η αυτογνωσία στα χρόνια της μεταλλαγμένης ζωής μας.
Ο Αρονόφσκι σαφώς είναι ένας σύγχρονος μεταδιανοούμενος και μόνο γι αυτό, το λιγότερο που μπορεί να προκαλέσει, είναι αμηχανία στην εξήγηση και κυρίως στην ανάλυση του φιλμ του. Όπως κι ο Ντειβιντ Λίντς, ζητάει ταλαντούχους θεατές. Θεατές έτοιμους κι απαλλαγμένους από συμβατικότητες. Αθώους και ανοικτούς να ζήσουν τούτη την μοναδική φιλμική εμπειρία.
Επηρεασμένος από τα μεταπολεμικα φιλοσοφικά ρεύματα και προφητικά διαβλέποντας της επιστροφή του μεγάλου κοινού στην μεταφυσική, ξορκίζει τους δαίμονες με την δική του εκδοχή της αιωνιότητας, με τρόπο μοναδικό και ιδιαίτερα προσιτό. Όπως εγραψαν και τα Houston Chronicle : « Το σινεμα σαν ποίηση, ο ρομαντισμος σαν αποκάλυψη, η επιστημονικη φαντασία σαν …προσευχή.»
Είναι άξιο απορίας με πια κριτήρια απομονώνεται αυτό το φιλμ από τα 2 προηγούμενα, γιατί σαφώς είναι το τρίτο έργο μιας τριλογίας του νου, των εξαρτήσεων και των εμμονών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι οι βασικοί συντελεστές,( σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική, φωτογραφία) είναι οι ίδιοι ο καθένας στην δική του εξελικτική διαδρομή.
Μια ταινία που αξιζει να ανακαλύψετε ο καθένας μόνος με τις όποιες δικές σας εμμονές. Τολμήστε το…
Είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς. Μιά μοναδική εμπειρία.

28 Ιούλιος 2007 8:08 μμ
kioy είπε...
Πολύ καλά τα λες, αλλά εξακολουθώ να υποστηρίζω πως το cast ήταν αναγκαίο και δεν υπήρχε. Δε μιλάω για δυνατότητες των ηθοποιών αλλά για τον ευρύτερο προσανατολισμό τους στην ταινία σε όλο αυτό που περιέγραψες και συ...
Σχετικά με τη συσχέτιση με τον Lynch, θεωρώ πως ο Aronofsky είναι ακόμα αρκετά πρώιμος, ωστόσο σίγουρα δε παραγνωρίζω ότι κινείται σε παρόμοιες συχνότητες. Αλλά μια και το ανέφερες, στις ταινίες του Lynch που πολλές φορές συναντάμε και πιο άσημους ηθοποιούς, πάντα οι ερμηνείες τους είναι συμβατε΄ς και το ταξίδι στο ασυνείδητο, η περιπλάνηση στην ενδοχώρα και η εξερεύνηση των ενδο-κρίσεων του μυαλού και της ψυχής είναι πιο πειστικές(σε σχέση με το Fountain μιλάω, στο requiem οι ερμηνείες ήταν καθηλωτικές ενώ το π ακόμα εν το χω δει)
Την καλημέρα μου!

29 Ιούλιος 2007 12:20 πμ
Πανος είπε...
Πάντως φίλε kioy, θέλω να δω καρκίνο ήπιας μορφής :Ρ

30 Ιούλιος 2007 9:09 πμ
kioy είπε...
Ok my friend!
Απ' όσο ξέρω, χωρίς να είμαι ειδικός, υπάρχουν καρκινώματα και μορφές καρκίνου του δέρματος αντιμετωπίσιμοι, αυτό εννοώ!
Το καλοκαίρι ήρθε και κρατάμε τη blogosfaira δυνατή!

30 Ιούλιος 2007 9:28 πμ
neutrino είπε...
αν και πορρω απεχω απο το να θεωρηθω φαν του Hugh (μαλλον αταλαντο τον βρισκω γενικα), δε συμφωνω για την ερμηνεια του στη συγκεκριμενη ταινια, οπου για μενα φανηκε οτι για πρωτη φορα κατειχε την ουσια του ρολου και σχεδονφανηκε να βιωνει αυτο που ερμηνευει. γενικοτερα, θεωρω οτι αυτη ειναι μια πρωτιστως συναισθηματικη ταινια που βιωνεται, δεν εκλογικευεται κι ετσι δεν εχω προσπαθησει να την κρινω κινηματογραφικα. μ'αρεσει γι'αυτον ακριβως τον λογο η προσεγγιση σου, γιατι βλεπει το εργο απο μια οπτικη διαφορετικη απο τη δικη μου, προσπαθει να εκλογικευσει το εργο και να το κρινει με περισσοτερο αντικειμενικα κριτηρια, κατι που εγω δεν μπορεσα να κανω. τις αδυναμιες που παρατηρεις τις βλεω εκ των υστερων κι εγω, αλλα και παλι δεν μπορει να μειωθει η αξια της ταινιας για μενα. ειναι συνολικα μια υπερβατικη εμπειρια και δν μπορω, προσωπικα, να την κρινω με συμβατικους κωδικες!
[επισης, στα πιο "διαδικαστικα" και παλι,προσωπικα βρισκω επιτυχημενη την επιλογη του "συγχρονου" ζευγαριου, μιας και με τον καρκινο και τον αγωνα δρομου της επιστημης απεναντι στο θανατο ο Αρονοφκυ τοποθετησε το διαχρονικο θεμα ερωτας-θανατος σε μια πολυ επικαιρη διασταση]

1 Αύγουστος 2007 6:22 πμ
kioy είπε...
Σίγουρα πρόκειται για μια υπερβατική εμπειρία, καθώς ο Aronofsky σε ξεναγεί στις φοβίες του στα πάθη του, σε κάθε λογής εσωτερικότητα και σίγουρα όποιος αρνηθεί να τη βιώσει χάνει κάτι ανεκτίμητο... οι αδυναμίες που αναφέρω είναι κυρίως σε αυτό το πλαίσιο, δηλαδή της βιώσης των ερεθισμάτων του κόσμου της πηγής της ζωής...Και εγώ συμφωνώ με την επιλογή του ζευγαριού, και του θέματς του αλλά το μυαλό μου δε μπορεί να δεχτεί(τουλάχιστον ρεαλιστικά) το πως ο Hugh ανακαλύπτει ολόκληρη την επιστήμη σε 1 βδομάδα με απλά πειράματα!
Αnyway, καλό μήνα να έχουμε, μακρυά απ' αυτά του Ιούλη...

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Paprika



Σκηνοθεσία: Satoshi Kon
Παραγωγής: Japan/ 2006
Διάρκεια: 90'


Το Paprika, που αν δεν απατώμαι ήρθε στη χώρα μας μόνο ως dvd, είναι ένα animation(που καταρρίπτει τα στεγανά του όρου) σχεδόν προφητικό, που καταπιάνεται με την καθημερινά αυξανόμενη υποταγή του ανθρώπου στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Την τεχνολογία και την επιστήμη.


Επιστημονικό Ινστιτούτο ψυχοθεραπείας έχει παράγει μια μηχανή, το Dc Mini, μέσω του οποίου μπορείς να εισβάλλεις και να επηρεάσεις τα όνειρα ενός άλλου, αλλά ίσως και πολλών άλλων μαζί. Όταν το Dc Mini πέφτει σε λάθος χέρια, και όταν η Τεχνολογία και η επιστήμη ορέγεται να υποδουλώσει τον κόσμο, ένα χαοτικά άναρχο σύμπαν κυριαρχεί. Ένα κράμα ονειρικών παραισθήσεων με λήμματα στέρεας πραγματικότητας. Αυτή την κατάσταση επιθυμεί να διορθώσει η Paprika, το υποσυνείδητο της Chiba, και η παρέα της. Η οποίοι μοιάζουν ως τα εναπομείναντα ανθρώπινα οχυρά, και η μάχη που θα δοθεί είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια μάχη μεταξύ καλού και κακού!


Ο κινηματογράφος, ως προς τη φόρμα του, ίσως αποτελεί ένα εξ ορισμού μέσω ψυχοθεραπείας. Από τη γέννηση του, και αξιοποιώντας τις απεριόριστες δυνατότητες, επιχείρησε να ρίξει φως στον ακόμα άγνωρο κόσμο της Ψυχολογίας. Ωστόσο τα πράγματα έχουν μείνει εξαιρετικά στάσιμα, πλην ορισμένων εξαιρέσεων(όπως του David Lynch). Ο Satoshi Kon εδώ, φλερτάροντας επικίνδυνα με το χαοτικά άναρχο cinema του Lynch, γεμίζωντας με εκτυφλωτικά πολύχρωμα και παράτονα σχήματα τα κάδρα του, και με εμφανή σουρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά δάνεια, υπογράφει μια βαθύτερη ξενάγηση στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τα οποία αντιπαραβάλλονται με αυτό που στεγνά ορίζουμε πραγματικότητα. Η αφήγηση είναι κινηματογραφικότατη και η μορφή του animation μοιάζει περισσότερο από ποτέ ως συνειδητή επιλογή. Καθώς, απ' όσα βλέπουμε στην οθόνη, μας γεννάται η βεβαιότητα πως ο Ιάπωνας δημιουργός θα μπορούσε να πραγματευτεί την ίδια ταινία και με πραγματικούς ηθοποιούς και σκηνικά.


"Δε σου φαίνεται ότι τα όνειρα και το Διαδίκτυο είναι παρόμοια; Είναι και τα δυο περιοχές όπου ξεθυμαίνουν οι καταπιεσμένες συνειδήσεις." Κάπως έτσι ξεκινάει η ταινία. Μόνο που στο internet τα πάντα είναι ελεγχόμενα. Στα όνειρα όχι! Το "Paprika" είναι τραυματικά επίκαιρο. Καταπιάνεται με την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τη διαμόρφωση των ονείρων από εταιροπροσδιόριστες για το άτομο μονάδες. Πως μπορεί αυτό το θέμα να μην μας αγγίζει; Σε έναν κόσμο που η διαμόρφωση και η επιβολλή των ονείρων μας γίνεται εταιροπροσδιόριστα, μέσω της διαρκής μας έκθεσης στην τρομακτική κουλτούρα του lifestyle, των media και της οικονομικής αίγλης. "Η εμφύτευση ονείρων στα κεφάλια άλλων ανθρώπων είναι τρομοκρατία" ακούγεται χαρακτηριστικά. Και αν όλα αυτά μέχρι σήμερα γίνονται κάπως "έμμεσα", οι κεντρικές εξουσίες έχουν εκφράσει επαναλαμβανομένως τις επιδιώξεις τους για αμεσότερη παρεμβατικότητα. Οι κάμερες ασφαλείας οργώνουν πιθαμή προς πιθαμή τις πόλεις, ενώ η έλευση του περίφημου chip βρίσκεται στον δρόμο. Και αν ο ιδεαλιστής Satoshi Kon οριοθετεί τα ανθρώπινα όνειρα ως το τελευταίο οχυρό που έχει απομείνει σε αυτόν τον κόσμο της απάνθρωπης πραγματικότητας, τότε το ρομποτικά αυτοματοποιημένο μέλλον που μας ετοιμάζουν, επιφυλάσσει την οριστική νέκρωση του "ανθρώπου".

Και μέσα σε αυτό το σύμπαν, της μανιακής επιδίωξης για έλεγχο, ο Satoshi Kon δε θα μπορούσε να φερθεί ευγενικά στους υπαίτιους. Η τεχνολογία και η επιστήμη, τα δύο υπέρογκα μεγέθη της εποχής που συνεχώς ενοποιούνται. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση που επιφέρουν τα επιτεύγματα οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη μανία. Η απόσταση του "κοινού θνητού" επιτρέπει στον μεταμοντέρνο τεχνολογικό κόσμο να γιγαντώνεται σαν παράσιτο ενάντια στο σύγχρονο άνθρωπο. Και τα όνειρα είναι καταδικασμένα σε πρόωρη καταστροφή. Σαν ένα είδος πρώιμης έκτρωσης που προηγείται όχι μόνο της κυοφορίας, αλλά και της σύλληψης. Ο Ιάπωνας δημιουργός θα καυτηριάσει υπαινικτικά και τον χώρο της πολιτικής. Έναν χώρο που φυτοζωεί και που ματαίως προσπαθεί να προσεταιριστεί τις εξελίξεις.


Αυτή η λοξοδρόμηση και η λυσσαλέα επιθυμία για έλεγχο των ονείρων των άλλων καυτηριάζεται με πολλούς τρόπους. Δεν είναι τυχαίο που σχεδόν όλα τα όνειρα που παρακολουθούμε στο "Paprika" καταλήγουν σε μια κινηματογραφική ταινία ή σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Άλλωστε ο κινηματογράφος στην ιστορία του έχει δηλωθεί και ως η πατέντα μέσω της οποίας πολλοί άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο όνειρο. Μόνο που στον σύγχρονο κόσμο της μεγαλομανίας δεν αρκεί αυτό. Καθώς ο κινηματογράφος και η Τέχνη δεν επιτρέπει ούτε ενθαρρύνει την κτητικότητα πάνω στα όνειρα και τον κόσμο των
άλλων.

Εν τέλη, το "Paprika" παρά το γεγονός ότι διαθέτει ορισμένες ανήλικες κορώνες, αποδεικνύεται ένα τρομακτικά προφητικό έργο και μια στιβαρή περιγραφή στη βαθύτερη ψυχολογία του σήμερα...
Βαθμολογία 9/10

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

A Guide to Recognizing Your Saints


Σκηνοθεσία: Dito Montiel
Παραγωγής: Usa / 2006
Διάρκεια: 96'


Ο Dito Montiel θα κάνει μια προσωπική κατάθεση στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Δυνατές σκηνές, γεμάτες πάθος και συναίσθημα που δείχνουν να ξεπήδησαν απ' τα παιδικά ημερολόγια του σκηνοθέτη και σεναριογράφου. Παρουσιάζονται μη γραμμικά στο χρόνο, με εναλλασσόμενο βαθμό έντασης, έτσι ακριβώς όπως ανακαλούνται από τη μνήμη.


Ο Dito είναι γόνος μιας προβληματικής οικογένειας. Η παρέα του απαρτίζεται απ' τον αυταρχικό Antonio, τον "πειραγμένο" αδερφό του Giuseppe και τον Nerf. Μαζί αλητεύουν στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η ζωή των δρόμων επιφέρει μπλεξίματα και γίνεται εξαιρετικά ριψοκίνδυνη, ο θάνατος ίσως πιο εύκολος απ' τη ζωή, η αυταρχική αγάπη της οικογένειας περισσότερο από καταπιεστική και η συναισθηματική ολοκλήρωση ανέφικτη. Όλα αυτά οδηγούν το Dito να βροντήξει τις πόρτες πίσω του, και να γυρίσει παρά μόνο δεκαπέντε χρόνια αργότερα.


Η ταινία απαρτίζεται από μια συγκινητική κολεκτίβα έντονα δραματικών σκηνών. Η κάμερα στο χέρι μεταφέρει επακριβώς την ταραχώδη ζωή των δρόμων της Νέας Υόρκης. Η ψυχολογική, η λεκτική και η σωματική βία σε συνδυασμό με τα grafiti σκηνικά συνθέτουν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ως προς τον χρόνο η ταινία εξελίσσεται ταχύρρυθμα, κόβοντας την ανάσα του θεατή. Όμως στο κοφτό μοντάζ παρεμβάλλονται ασύμμετρα μακρές και ωραιοποιημένες σκηνές(υπό μουσική υπόκρουση) που επιδιώκουν με έναν κάπως αυταρχικό τρόπο να "μιλήσουν" στο θεατή.

Ο Dito Montiel κάνει μια προσωπική ταινία με πολύ συναίσθημα. Όμως δεν είναι λίγες φορές που συλλαμβάνεται να ξεπερνά τα μέτρα της υπερβολής. Κάτι που αντικατοπτρίζεται και στη φόρμα της ταινίας, η οποία με κάποια παρορμητικά τρικ αποποιείται κατά έναν τρόπο της ρεαλιστικής θεματολογίας της. Ενώ και η δραματουργία θέτει πιεστικά τον προβληματισμό μέσω ακραίων καταστάσεων. Μια ολοκληρωτικά προβληματική οικογένεια, ζωή και θάνατος, βία, συμμορίες, φτηνές ερωτικές σχέσεις είναι τα άκρα στα οποία εκτίθεται ο θεατής. Τέλος, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής κυνηγάει το Αμερικάνικο όνειρο σε κάποια φιλήσυχη γωνιά της Ευρώπης.


Το "A Guide to Recognizing Your Saints" παρά την αμφισβήτηση των παραπάνω παραγράφων, διαφαίνεται πως έχει έναν προσωπικό τρόπο προσέγγισης πολύ ενδιαφέροντων ζητημάτων. Όπως η αναζήτηση της ταυτότητας της πραγματικής φιλίας. Η αποδόμηση του θεσμού της οικογένειας μέσα από μια συντηρητική τέτοια. Η γονεϊκή αγάπη ως ασφυκτική μορφή καταπίεσης. Και η ολοκληρωτική φυγή ως λύση των προβλημάτων. Ζητήματα που σφηνώνονται για τα καλά στα έγκατα του θεατή, παρά την αυταρχικότητα με την οποία ξεδιπλώνονται οι όποιες λύσεις! Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν κάναμε μια αναφορά στο εξαίρετο cast αυτής της ταινίας. Το οποίο απαρτίζεται από τους: Dianne Wiest, Robert Downey Jr., Shia LaBeouf, Melonie Diaz, Channing Tatum, Chazz Palminteri.
Βαθμολογία 6/10

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

Little Children


Σκηνοθεσία: Todd Field
Παραγωγής: Usa / 2006
Διάρκεια: 130'

Ελληνικός τίτλος: Κρυφές επιθυμίες. (Why;) Αυθεντικός τίτλος: Little Children. Γιατί όλοι είμαστε μικρά παιδιά, αδύναμα να βρούμε θέση να πατήσουμε. Διψασμένα για αναγνώριση και εκδηλωμένη εκτίμηση.


Συναντήθηκαν τυχαία σε μια παιδική χαρά. Εκεί αντάλλαξαν το πρώτο τους φιλί! Σαν παιδιά σε ενήλικο σώμα. Παραδίπλα τα δικά τους νεογέννητα παιδιά. Αυτή τον φίλησε για να τον αρπάξει απ' τις φαντασιώσεις των "καθωσπρέπει" κυριών που σιωπηλά τον ορέγονταν. Αυτός ενέδωσε στην περιέργεια της. Ένα ενδιαφέρον αναπτύχθηκε, και μια εξώγαμη ερωτική σχέση παγιώθηκε. Προϊόν όχι αγάπης, ούτε κάποιας ανεξήγητης έλξης. Προσπάθεια απόδρασης απ' την καθημερινότητα. Αυτός(Patrick Wilson) πλάι σε μια πανέμορφη γυναίκα(Jennifer Connelly), μα ανυπόφορα ψυχρή. Αυτή(Kate Winslet) αδυνατεί να ανεχτεί την οικογενειακή συμβίωση με έναν επιτυχημένο επαγγελματία(Gregg Edelman), που αντιφατικά βασανίζεται απ' το teenage porn addicted σύνδρομο. Η βελόνα έχει ήδη αρχίσει να ράβει την κλωστή της ειρωνείας πάνω στη σύγχρονη κοινωνία.


Ο καθένας έχει ανάγκη έναν κόσμο. Όχι να δημιουργήσει, αλλά να ενταχθεί! Και κάθε πρόσκληση ή πρόκληση είναι μια πρόσκαιρη ευτυχία, και ένα ανεξήγητο όσο επιπόλαιο συναίσθημα ολοκλήρωσης. Ο άνθρωπος λειτουργεί σε κοινωνικές ομάδες, ο κοινωνικός αέρας είναι περισσότερο από αναπνοή. Και ο Todd Field με καυτή ειρωνεία, σαρκάζει τον σύγχρονο άνθρωπο, ως έρμαιο των αντασφαλειών του. Η ωραιοποίηση, εξιδανίκευση της κατάστασης είναι απαύγασμα της ατομικής εθελοτυφλίας. Τόσο που αυτή, η Kate Winset, παρομοιάζει τον εαυτό της με τον χαρακτήρα της Μαντάμ Μποβαρύ. Στην οποία, όπως και στον εαυτό της, έχει εξασφαλίσει την πολυπόθητη αγνότητα και αναλύει τους χαρακτήρες τους κάτω από την ψευδαίσθηση ενός ηρωικού πέπλου. Γιατί η απόσταση του τρόπου που το άτομο βλέπει τον κόσμο απέχει αγεφύρωτα από όποια αντικειμενική προσπάθεια θεώρησής του.


Κάπου εκεί, ο Todd Field αποφασίζει, μάλλον με άτολμο τρόπο, να εμπλουτίσει δραματουργικά την ιστορία του, φοβούμενος έναν καταστροφικό εγκλωβισμό. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα τυπικό προάστιο της Αμερικής. Όπου η φιλήσυχη κοινότητα διαταράσσεται απ' την συνύπαρξη με έναν παιδεραστή(Jackie Earle Haley). Ο κίνδυνος ορατός. Όχι από κάποιας εγκληματολογικής δράσης, αλλά εκ της συντηρητικής κοινής γνώμης. Άλλωστε όλοι οι χαρακτήρες δεν είναι παρά ακίνδυνα παιδιά, που ξεχνώντας να μεγαλώσουν τους διέφυγαν οι όποιες ευθύνες προς το "εγώ" και το κοινωνικό σύνολο. Μια κοινή γνώμη που ευνουχίζει το αλλιώτικο και το περιθωριοποιεί. Οι ανισότητες, ο τρόμος και το έγκλημα είναι αυτοδημιούργητα μιας κοινωνίας που δεν συναισθάνεται τη θέση της μέσα στον κόσμο. Γιατί ο καθένας μας είναι περισσότερο ό,τι οι άλλοι επιλέγουν για αυτόν παρά η βούληση του! Κάπου εκεί θα συναντήσουμε και έναν αστυνομικό. Ο οποίος έχει ανάγκη δράκους, για να κουκουλώσει το μεμπτό και άνομο παρελθόν του. Έτσι ξεσπάει στον mr. παιδεραστή την εκ περιθωριοποίησης γεννημένη μανία του, μουτζουρώνοντας την ήδη μαυρισμένη εικόνα του.


Κινηματογραφικά ο Todd Field θα φιλμάρει με ενδιαφέρον τρόπο. Το μοντάζ λειτουργικά, και κάπως ύπουλα, πετσοκόβει την ιστορία αποφεύγοντας τις δραματουργικές εξάρσεις. Στα αρνητικά της φόρμας, το αναίτιο voice over που θα επιδοθεί επανειλημμένως στον ακρωτηριασμό της εικόνας. Το cast περιέχει αξιοπρόσεκτα ονόματα, όπως έχουν ήδη αναφερθεί. Με την γλυκύτατη Kate Winset να παραδίδει μια πολύ δυνατή ερμηνεία. Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Tom Perrotta, το οποίο απέχει πολύ απ' το να χαρακτηριστεί διασκεδαστικό. Όμως η ταινία περιέχει μια άκρως διασκεδαστική αναφορά και διακωμώδηση action και sport ταινιών!
Βαθμολογία 7,5/10

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2008

Kunsten å tenke negativt



Σκηνοθεσία: Bård Breien
Παραγωγής: Norway/ 2006
Διάρκεια: 79'


Η αρμονία ενός παντρεμένου ζευγαριού διαταράσσεται καθώς ο σύζυγος, έπειτα απ' ένα γεγονός που τον καθήλωσε στην αναπηρική καρέκλα, αποκτά μια απαξιωτική-μηδενιστική στάση για τη ζωή. Η σύζυγος νιώθει αβοήθητη και απευθύνεται στην πρόνοια. Σύντομα καταφτάνει εντός του πλούσιου οικήματος μια κοινωνική λειτουργός, συνοδεία με λοιπούς προβληματικούς ασθενής. Οι εντάσεις οξύνονται, η "σωτήρας" γίνεται αποδέκτης μιας βίαιας απόρριψης, και οι υπόλοιποι γίνονται μια τρελή τρελή παρέα που μυημένοι στο δόγμα της αρνητικής σκέψης διεκδικούν τον τίτλο του μεγαλύτερου αποτυχημένου. Τσιγαριλίκια, σπασμένα έπιπλα, πολυπρόσωποι διαπληκτισμοί και ένας Δούναβης αλκοόλ είναι τα βασικά εργαλεία του εν λόγω δόγματος.


Πρόκειται για μια μικρή παραγωγή από τη Νορβηγία. Ο Bård Breien παρατηρώντας όλη αυτή τη σήψη του υλικού κόσμου και την κενότητα του σύγχρονου μέσου "υγιή" ανθρώπου θα φτιάξει μια άναρχη επαναστατική μαύρη κωμωδία που εξεγείρεται προς πάσα κατεύθυνση.
Οι σωματικά ασθενής(κουβαλώντας κάθε είδους αναπηρία) χαρακτήρες ζυγίζονται συχνά πυκνά με τους φαινομενικά υγιής με την πλάστιγγα να γέρνει προς του πρώτους, που δείχνουν να αντιλαμβάνονται την ματαιότητα του εγκόσμιου παιχνιδιού. Όμως η ταινία εξαντλείται θεματικά και αποπροσανατολίζεται σύντομα. Διατηρεί την επιθετική της ματιά και τα rock ακούσματα δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα καταστροφής και αποδιοργάνωσης. Η οποία, μάλλον άσκοπα, περιορίζεται σε ένα φτηνό παιχνίδι εντυπώσεων.

Έτσι αν και η "Τέχνη της Αρνητικής Σκέψης" γεννάται ως ένα βαθμό από τις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου, μάλλον το όλο εγχείρημα αυτοπεριορίζεται στην άσκοπη επιθετικότητα του. Πάντως, απ' όσα είδαμε δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε την ξεκαρδιστική αναφορά στο Deer Hunter.
Βαθμολογία 5/10

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Offside


Σκηνοθεσία: Jafar Panahi
Παραγωγής: Iran/ 2006
Διάρκεια: 93'


Ο Ιρανικός κινηματογράφος κατέχει μια χρόνια και αξιοπρόσεκτη παρουσία στη διεθνή φιλμογραφία. Ο Jafar Panahi, που με τούτη την ταινία απέσπασε το βραβείο των κριτικών στο Βερολίνο, μίλησε με μια ελαφρά χροιά για προβλήματα και παραδόσεις που ταλανίζουν μακροχρόνια το έθνος του Ιράν.


Δεκάδες χιλιάδες Ιρανών ξεσηκώνονται και κατευθύνονται στο τεράστιο στάδιο της Τεχεράνης για να παρακολουθήσουν το αντιπροσωπευτικό τους συγκρότημα που αναμετράται με αυτό του φιλόδοξου Μπαχρέιν, σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι που κρίνει το εισιτήριο για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006. Ανάμεσα στην κοσμοσυρροή αντρών που καταφτάνει στο στάδιο υπάρχουν και ελάχιστες γυναίκες. Στις οποίες όμως, στα πλαίσια των λοιπών ακατανόητων απαγορεύσεων που εφαρμόζονται στο Ιράν, δεν επιτρέπεται να παρακολουθήσουν τον αγώνα και κρατούνται υπό τον περιορισμό αστυνομικής δύναμης που συγκροτείται από φαντάρους. Το παιχνίδι δεδομένου του κρίσιμου αγωνιστικού χαρακτήρα του εκτοξεύει τα εθνικιστικά φρονήματα των Ιρανών, και το Offside καταδεικνύει την κατήφεια των παραδοσιακών αναχρονιστικών θεσμών της χώρας που περιορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο Jafar Panahi θα χρησιμοποιήσει τον ποδοσφαιρικό αγώνα μαεστρικά. Είναι αόρατος για τον θεατή, καθώς τίποτα από αυτόν δεν φανερώνεται στο πανί, όμως είναι το ερέθισμα και η αφορμή για να παρακολουθήσουμε τις αντιδράσεις των πληθυσμών, ανεξαρτήτως τάξεων, φύλου και λοιπών διακρίσεων. Έτσι μέσα από ντοκυμαντεριστικές σκηνές, απαλλαγμένες από οποιαδήποτε επιτήδεια μελοδραματική διάθεση, αποτυπώνεται το σύγχρονο κοινωνικό πορτραίτο του Ιράν. Το οποίο περιγράφεται από ένα πλήθος φανατισμένων ανδρών που μετατρέπουν το στάδιο σε μια βωμόλοχη έκθεση εθνικιστικής κατάντιας, μια ομάδα φαντάρων που γαλουχείται και υπνωτίζεται με τα εθνικά πρότυπα δίχως καμία κριτική ικανότητα και τις δεκτικές γυναίκες, αδύναμες να κάμψουν τα σίδερα του περιορισμού τους. Η ματιά του Panahi, σε αυτή την γαργαλιστικά κωμική ταινία, γίνεται δεικτική και χλευαστική προς τους συμπατριώτες του, τους οποίους παρομοιάζει με θρησκομανής ζηλωτές που αδιαφορούν για τα καίρια προβλήματα του τόπου!


Ωστόσο πέρα της οφθαλμοφανής πολιτικής κριτικής που ασκεί το κωμικό Offside, υπάρχει και ένα ενδιαφέρον επίπεδο περιγραφής των ανθρώπινων σχέσεων. Άνθρωποι που ενώνονται υπό στιγμιαίες χαρές(ίσως και στιγμές αδυναμίας) που αποκαλύπτουν το βάθος μιας υπαρκτής ενσυναισθησίας και αλληλεγγύης μεταξύ των πληθυσμών. Ανθρώπινες σχέσεις που είναι ανεξάρτητες του φονταμελιστικού δόγματος και τονίζουν την σημαντικότητα του ανθρώπινου παράγοντα. Ακόμα η γλυκύτατη πρωταγωνίστρια, η οποία φιλμάρεται με μια διακριτική απόσταση, μέσα απ' τον πολυπαθή ρόλο της καλείται να κουβαλήσει τα κρίματα όλων. Τονίζοντας την ανάγκη και το δικαίωμα των ανθρώπων για πιο ελεύθερες μέρες...


Το Offside είναι μια ευχάριστη ταινία. Με την μορφή ντοκιμαντέρ που υιοθετεί καταφέρνει να απαλλαγεί από κάθε εκβιαστική πρόθεση και να αφεθεί εξ' ολοκλήρου στην κρίση του κουνού του. Ωστόσο οι δραματουργικές αδυναμίες είναι εμφανής και του αποτρέπουν την προοπτική ενός πιο ολοκληρωμένου κοινωνικά σχόλιου.
Βαθμολογία 7/10

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Crónica de una fuga


Σκηνοθεσία: Adrián Caetano
Παραγωγής: Argentina/ 2006
Διάρκεια: 103'


Η Λατινική Αμερική εμφανίζεται όλο και πιο δραστήρια κινηματογραφικά, μετατοπίζοντας συνεχώς προς τα εκεί το κέντρο βάρος του ενδιαφέροντος μας. Αλλά που οφείλεται αυτή η κινηματογραφική ανάταση; Κατά τη γνώμη μου είναι απόρροια δυο συνιστωσών. Πρώτον, της τολμηρής επένδυσης σε νέους καλλιτέχνες. Επένδυση που όπως διαφαίνεται εκ των αποτελεσμάτων αποδίδει και ταυτόχρονα συμβάλλει στην εξάπλωση μιας ευρύτερης κινηματογραφικής παιδείας(μόνο τυχαίο δεν είναι ότι η πλειοψηφία των ταινιών της Λατινικής Αμερικής συγγενεύουν ως προς τη φόρμα τους) παρέχοντας τα κίνητρα και τα εφόδια στους κατάλληλους ανθρώπους. Δεύτερον, στο ότι ο χώρος της Λατινικής Αμερικής έχει μονίμως θέμα. Θέμα που αντλείται από το σκοτεινό πολιτικό παρελθόν του τόπου ως τις σύγχρονες και ανεξάντλητες κοινωνικές αντιθέσεις. Έτσι και εδώ, ο 41χρονός Ουρουγουανός σκηνοθέτης(σε Αργεντίνικη παραγωγή) θα διηγηθεί το ιστορικό της απόδρασης τεσσάρων εκ των κρατουμένων καθεστωτικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται την περίοδο της φρικιαστικής δικτατορίας(1976-1983) του Βιντέλα στην Αργεντινή.


Η ταινία βασίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Claudio Tamburrini, τον οποίο στην ταινία υποδύεται ο Rodrigo De la Serna. Συγκεκριμένα ο Tamburini, τερματοφύλακας ομάδας Β' κατηγορίας, απάγεται από φασιστική οργάνωση και μεταφέρεται σε μυστική έπαυλη-τόπο βασανιστηρίων. Εκεί θα συναντήσει δεκάδες κρατουμένων και όλοι μαζί υπομένουν χρόνιες και φριχτά βίαιες διαδικασίες, υπό την πρόφαση συμμετοχής τους σε αντικαθεστωτικές πράξεις. Μοναδικός σκοπός της άρχουσας τάξης είναι να εκμαιεύσει ονόματα επαναστατών. Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν για τους κρατούμενους και ο θάνατος μοιάζει αναπόφευκτος, κάτι που κάνει τον Tamburini και τρεις εκ των συγκρατουμένων να σχεδιάζουν μια πιθανή απόδραση και να ονειρεύονται την ελευθερία.


Ο Adrian Caetano δηλώνει για την ταινία του ότι: "Η ταινία επικεντρώνεται στο πως τα βασανιστήρια κάνουν τους ανθρώπους να εξαφανίζονται: όχι σωματικά αλλά ψυχολογικά. Και για το γεγονός ότι το να σκεφτείς μια απόδραση όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα σφαγείο, αυτό είναι από μόνο του τρέλα", και συνεχίζει λέγοντας, "aυτό που με προσέλκυσε περισσότερο στην ιδέα αυτής της ταινίας ήταν η ιστορία αυτών των επιζώντων που απέδρασαν από την κόλαση. Δεν χρειαζόταν, τουλάχιστον όσο με αφορά, να σκιαγραφήσω το πορτραίτο μιας δικτατορίας, αλλά να την χρησιμοποιήσω απλά σαν πλαίσιο μέσα στο οποίο η απόδραση θα αποκτούσε νόημα και δύναμη τέτοια ώστε να επηρεάσει τους θεατές."

Και είναι αλήθεια ότι το "Χρονικό μιας απόδρασης" θα χρησιμοποιήσει την δικτατορία μόνο σαν ένα πολιτικό background και θα επικεντρωθεί στους χαρακτήρες του. Ωστόσο η επιλογή της καθολικής εστίασης στους ήρωες λειτουργεί πιεστικά παραμερίζοντας το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Και όταν ο Caetano θα ανατρέξει σε αυτό για να κλείσει την ιστορία του, το σχόλιο του θα είναι τουλάχιστον ανεπαρκή. Γενικότερα σε μια διεθνή ταινία εποχής νομίζω πως θα έπρεπε να δοθεί μια κάποια μεγαλύτερη προσοχή στο ευρύτερο περιβάλλον της περιόδου, η οποία εκτός των άλλων θα αναβάθμιζε το δραματουργικό και το αναπαραστατικό κομμάτι της ιστορίας των θυμάτων.


Πάντως αίσθηση προκαλούν τα κλειστοφοβικά πλάνα-ντοκουμέντα της κακοποίησης των κρατουμένων εντός της έπαυλης. Οι βιαιοπραγίες τις περισσότερες φορές υπαινίσσονται και υποδηλώνονται, εντείνοντας έτσι την αγωνία του θεατή. Ενός θεατή που έντρομα παρακολουθεί τα "σβησμένα" σώματα ανθρώπων που βιώνουν την αδικία της πολιτικής παράνοιας στην εσχάτη μορφή της. Τους ακολουθεί στο δρόμο της εσωτερικής τρέλας που χαράζει αυτός ο εφιάλτης και δεν παύει στιγμή να οραματίζεται τρόπους φυγής και πιθανές διεξόδους. Η αφήγηση είναι αποσπασματική, επιθυμώντας μια ευρύτερη παρακολούθηση αυτής της ιδιότυπης φυλακής. Ωστόσο, η τμηματικότητα στην καταγραφή των γεγονότων επιφέρει μια αρρυθμία και μια ασάφεια που μουντζουρώνει την ρεαλιστική εμπειρία του θεατή.


Το Cronica de una fuga είναι μια αξιόλογη ταινία παρά τις όποιες δραματουργικές αστοχίες του. Η βαρύνουσα θεματολογία του δεν αφήνει περιθώρια να περάσει απαρατήρητο, αν και θα επιθυμούσαμε μια αποδοτικότερη και εκτενέστερη χρήση του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος της εποχής.
Βαθμολογία 6,5/10

Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Snow Cake


Σκηνοθσία: Marc Evans
Παραγωγής: England/ Canada/ 2006
Διάρκεια: 112'


Το Snow Cake του Marc Evans, σαν μια συναισθηματική κινηματογραφική νουβέλα, είναι έτοιμο να προκαλέσει τη δέουσα συγκίνηση. Με όπλα την απλότητα και την επίγνωση της δύναμης της κινηματογραφικής εικόνας μας συνταξιδεύει σε έναν ανθρώπινο κόσμο, μακρυά από την πιεστικότητα της καθημερινότητας.


Η Vivienne, μια νεαρά γεμάτη ενέργεια, αναζητά μεταφορικό μέσο για να επισκεφτεί την μητέρα της στην κοντινή Wawa, ένα μικρό στολίδι του Καναδά. Συναντά τον Alex(Alan Rickamn), ο οποίος είναι ένας εσωστρεφής και πληγωμένος μεσήλικας, και παρά την ανορθόδοξη γνωριμία τους αποφασίζουν να συνταξιδέψουν. Ένα τροχαίο ατύχημα στερεί την ζωή από την Vivienne και γεμίζει ενοχές τον Alex παρ' ότι δε φέρει ευθύνη. Έτσι ο ίδιος νιώθοντας χρέος θα επισκεφτεί την μητέρα της Vivienne, Linda(Sigourney Weaver), που προς έκπληξη του θα διαπιστώσει πως είναι αυτιστική. Τελικώς ο Alex, κατόπιν των παράξενων παροτρύνσεων της Linda, θα μείνει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στην πανέμορφη Wawa όπου φτιάχνοντας μια νέα μικρή ζωή θα διδαχτεί την μελαγχολική ευτυχία των μικρών στιγμών, των μικρών πραγμάτων.


Παρά το γεγονός ότι το Snow Cake έχει εξαναγκαστικά δραματουργικά στοιχεία(τροχαία ατυχήματα, την παρουσία ατόμων μειωμένων πνευματικών ικανοτήτων κλπ) θα καταφέρει εν μέρη να ξεχωρίσει από τις μελοδραματικές ταινίες της σειράς. Δεν θα αφήσει επ' ουδενί ανεκμετάλλευτα τα προαναφερθέν γεγονότα, όμως θα συνεπενδύσει στην εικόνα και με τρόπο κινηματογραφικότατο θα οπτικοποιήσει έναν ύμνο για την απλότητα και για την ζωή κατ' επέκταση. Η ταινία είναι περισσότερο μια ταινία χαρακτήρων, και η εξαιρετική χημεία που αναπτύσσεται μεταξύ των πρωταγωνιστών (Alan Rickman, Sigourney Weaver, Carrie-Anne Moss) συμβάλει τα μέγιστα στο τελικό αποτέλεσμα.

Συγκεκριμένα, η Sigourney Weaver στο ρόλο της Linda επωμίζεται έναν διδακτικό ρόλο. Καταφέρνει να σκορπίσει ένα αίσθημα ανθρώπινης σοφίας που μόνο φαινομενικά έρχεται σε αντίθεση της πνευματικής πάθησης της. Σοφίας που πηγάζει απ' την δίψα της για τη ζωή, την δύναμή της να αρκείται στις μικρές στιγμιαίες χαρές και την επίγνωση της μικρότητας του ανθρώπου πάνω στον τεράστιο κόσμο. Η Carrie-Anne Moss, στο ρόλο της συμπαθητικής και γοητευτικής γειτόνισσας που δένεται εγκάρδια με τον Alex παρά το σύντομο της μεταξύ τους σχέσης, παραθέτει μια μελαγχολική απόχρωση για την δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων. Ανθρώπινες σχέσεις ουσιαστικές, που χτίζονται στην ειλικρίνεια αφήνοντας τα συναισθήματα να ρέουν αυθόρμητα και χωρίς περιορισμούς σε μια βαθύτερη μορφή ελευθερίας. Ενώ τέλος, ο Alan Rickman με μια εκπληκτική ερμηνεία, που μου θύμισε εκείνη του συναφή Truly Madly Deeply, ενσαρκώνει την μεταστροφή της κυνικής καθημερινότητας σε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση του αληθινού νοήματος της ζωής, όπως αυτό παρουσιάζεται στην ταινία. Και η κατάδυση σε αυτές τις συναισθηματικές χορδές θα γίνει περισσότερο επίπονη από το ανάλογο soundtrack της ταινίας αλλά κυρίως από την πληθώρα των μελαγχολικών φυσικών τοπίων που ποζάρουν στον φακό της εκπληκτικής φωτογραφίας του Steve Cosens.


Το Snow Cake, που δεν προβλήθηκε ποτέ στις αίθουσες της χώρας, είναι μια ταινία που αγγίζει τον θεατή. Και παρά την θεματική που φαντάζει εξαναγκαστική, ο Marc Evans καταφέρνει μια ευάερη διδαχή για τη ζωή και μια κραυγαλέα απόρριψη της κυνικής καθημερινότητας.
Βαθμολογία 7/10

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

The Prestige



Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Παραγωγής: USA / UK / 2006
Διάρκεια: 130'


The Prestige ή αλλιώς ο εγκωμιασμός και συνάμα η απομυθοποίηση της τέχνης της Μαγείας. Ο Christopher Nolan με μια δυναμική και υπερσύγχρονη σκηνοθεσία θα μυήσει τον θεατή, όπως στο Memento, σε έναν μυστήριο και σκοτεινό κόσμο.

Το Prestige θα αφηγηθεί την σφοδρή κόντρα δυο ταχυδακτυλουργών, του Angier(Hugh Jackman) και του Borden(Christian Bale), που ξεσπάει έπειτα από εργασιακό ατύχημα που προκάλεσε ο δεύτερος στη γυναίκα του πρώτου επί της σκηνής. Στο Λονδίνο, στην αλλαγή του αιώνα βρίσκονται και οι δυο στην απαρχή της καριέρας τους. Ερωτευμένοι και αφοσιωμένοι με την Τέχνη της ψευδαίσθησης προσπαθούν να χτίσουν το όνομα τους επινοώντας διάφορα ταχυδακτυλουργικά τρικ. Πίσω από αυτόν τον έρωτα όμως κρύβονται οι αφιονισμένες επιθυμίες του καθένα για την απόκτηση της αδιαμφισβήτητης πρωτοκαθεδρίας. Δυο γνήσιοι αντιπρόσωποι και οιωνοί του καπιταλιστικού κόσμου, όπως αυτός αναπτύσσεται και διαμορφώνεται, με τον ερχομό του 20ου αιώνα. Τα πολλά γεγονότα πάλης και αθέμιτου ανταγωνισμού που θα ακολουθήσουν, χάρις την πυκνογραμμένη χρήση του μοντάζ, θα αναδείξουν ένα βδελυρό και ανήθικο κόσμο. Ένα κόσμο που στερείται αξιών και ηθικής και μας παραπέμπει ευθέως στην κοντινή πραγματικότητα όπου ο λυσσαλέος ανταγωνισμός δεσπόζει και νομιμοποιείται στον σύγχρονο κόσμο.


Ο Nolan, που αυτή την περίοδο μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κοινού με το Dark Knight, δεν θα εξαντληθεί σε αυτή την ιδιόρρυθμη κόντρα. Θα κουνήσει το δικό του μαγικό ραβδί πάνω στον υπερπολυτελή θίασο του για να αναδείξει ενδιαφέροντες ανθρώπους-χαρακτήρες. Το έργο του γίνεται απλούστερο έχοντας στο οπλοστάσιο του έναν εκπληκτικό Hugh Jackman στον ρόλο του καιροσκόπου showman, έναν αποστομωτικό Christian Bale να ενσαρκώνει τον ήρωα του πειθαρχημένου ταχυδακτυλουργού, έναν ενδιαφέροντα Michael Caine στον ρόλο του ενδιάμεσου και την πολυτέλεια μιας γοητευτικής Scarlett Johansson στις ανάγκες ενός δεύτερου ρόλου. Η φωτογραφία σκοτεινή και φωτεινή ταυτοχρόνως, κερδίζει το δικό της παιχνίδι εντύπωσης, ενώ το σενάριο με την εμφατική του τάση στη λεπτομέρεια καταφέρνει να βουλιάζει τον λογισμό του θεατή στο συνεχώς εναλλασσόμενο σύμπαν της ταινίας, παρέχοντας ωστόσο απλόχερα καθοδηγητικές πληροφορίες. Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν απλά τα συστατικά της υπερπαραγωγής που ονομάζεται Prestige.


Στα της αφήγησης ο Nolan θα επαναχρησιμοποιήσει τα αγαπημένα του χρονικά πισωγυρίσματα, όπως και στο Memento που τον καθιέρωσε. Θα οικειοποιηθεί και εδώ την πολιτική συνεχόμενων σεναριακών twist, που με τη χρήση του μοντάζ επιτυγχάνουν την αδιάκοπη μεταστροφή των νοηματικών και των θεματικών αξόνων. Τα πάντα όμως θα κλείσουν και θα επεξηγηθούν αρμονικά σε ένα φινάλε που μέσα από την πολυτελή του επικάλυψη έρχεται να δώσει απαντήσεις στα ποίκιλλα ερωτήματα που έχουν γεννηθεί προγενέστερα.


Άραγε το Prestige είναι απλά ένας φόρος τιμής στην ταχυδακτυλουργική τέχνη ή μήπως μια βαθύτερη και υπαινικτικότερη αναφορά στην Τέχνη του κινηματογράφου; Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ταινία, σε αυτή τη μορφή, μπορεί να υλοποιηθεί μοναδικά σε μια κινηματογραφική πλατφόρμα ενισχύει την θέληση μου να ταχθώ υπέρ του δεύτερου σκέλους του ερωτήματος. Άλλωστε η κινηματογραφική Τέχνη μπορεί να εκληφθεί ως μια ουσιαστικότερη και εκτενέστερη μέθοδος δημιουργίας ψευδαισθήσεων και εξαπάτησης του κοινού! Το γύρισμα και το πρωτογεννές υλικό μετατρέπεται μέσω του μοντάζ και άλλων "μυστικών" κινηματογραφικών διαδικασιών(!) στο τελικό προϊόν που αποτυπώνεται στο πανί ως ένα ακόμα ταχυδακτυλουργικό τρικ που τρέφεται και συντηρείται μέσω των εντυπώσεων που προκαλεί στους θεατές του. Στους θεατές που εθελούσια και πρόθυμα αρέσκονται στο να αποπλανούνται...


Οι επιρροές εκ του μεταμοντέρνου Αμερικάνικου cinema μπορεί να είναι εμφανής και σε αυτή τη δημιουργία, όμως ο σκοτεινός κόσμος που πλάθει ο Cristopher Nolan είναι ικανός να σας ανταμείψει σε όλα τα επίπεδα.
Βαθμολογία 8,5/10