Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2007. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2007. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

XXY


Σκηνοθεσία: Lucía Puenzo
Παραγωγής: Argentina / Spain / France / 2007
Διάρκεια: 87'

Με ακρίβεια πιστοποιητικού γεννήσεως, γεννιόμαστε είτε άντρες είτε γυναίκες. Απ' τη στιγμή της διαπίστευσης της βιολογικής έκφανσης(αρσενικής ή θηλυκής) πάνω μας, κινητοποιούνται ακαριαία μια σωρεία κοινωνικών παραγόντων για την επίτευξη της συμφωνίας μας με το βιολογικό μας φύλο, και ταυτόχρονα τον ευνουχισμό της αλλόφυλης πλευράς μας. Με σημαιοφόρο την οικογένεια, την εκπαίδευση και την εργασία να έπονται, τα αγόρια παρακινούνται να ανακαλύψουν την αντρική τους πλευρά, τα κορίτσια τη γυναικεία τους, με την ετερόφυλη πλευρά, σε εκάστοτε περίπτωση, να απωθείται σε εξόριστες και ανέγγιχτες συντεταγμένες. Μέσα από αυτή την προδιαγεγραμμένη διαδρομή, κάθε άτομο, ούτως ώστε να είναι κοινωνικά αποδεκτό, ενθαρρύνεται να καταλήξει σε μια σεξουαλική κανονικότητα. Όπου ως κανονικότητα, η κοινωνία διατάσσει τη συμμόρφωσή μας στο κοινωνικό και σεξουαλικό προσωπείο που έχει αποφασιστεί σύμφωνα με τη βιολογική απόχρωσή μας.


Για τον ήρωα/ηρωίδα της Lucía Puenzo τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Ο Alex, ή η Alex -η βιολογία δεν έχει αποφασίσει ακόμα- είναι ερμαφρόδιτη(στη συνέχεια του κειμένου θα υιοθετηθεί η χρήση θηλυκού γένους για λόγους συγγραφικής οικονομίας). Όντας μισή άντρας μισή γυναίκα, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες υπάρξεις, είναι ελεύθερη να ανακαλύψει τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική της πλευρά. Τόσο την αντρική όσο και τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Η ερμαφρόδιτη της ιδιαιτερότητα, της εξασφαλίζει το προνόμιο της φυλετικής ελευθεροσύνης. Όμως, όπως αναδείξαμε στην πρώτη παράγραφο, ο φυλετικός διαχωρισμός, που εκτείνεται πέρα απ' τα όρια της βιολογίας, δεν είναι παρά ένα κοινωνικό επινόημα, ένα κοινωνικό δημιούργημα. Ως αποτέλεσμα, η κοινωνία δεν μπορεί να αποδεχτεί ούτε να επιτρέψει αυτή τη διττή φυλετική φύση στην Alex. Για την κοινωνία η Alex δεν είναι ούτε άντρας, ούτε γυναίκα. Είναι τέρας.


Το XXY της Lucia Puenzo, που βραβεύτηκε και στις Κάννες μεταξύ άλλων, είναι μια ταινία για την ελευθεριακή αναζήτηση της σεξουαλικότητας κόντρα στην μονήρη σεξουαλική κανονικότητα που επιβάλλουν, κυρίως, οι κλειστές κοινωνίες. Και αν κάθε ταινία, με όριο τον φιλμικό της χωροχρόνο, επιτυγχάνει να φτιάχνει ένα νέο κόσμο, το XXY απαιτεί έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα εκτίθενται ανεξαρτήτως φύλου και επί ίσοις όροις στην εκάστοτε εσωτερική έκφανση της ύπαρξης τους. Ένας άνθρωπος, είτε άντρας είτε γυναίκα, ενέχει τόσο μια γυναικεία όσο και μια αντρική πλευρά. Ή για να το θέσω καλύτερα, κάθε ύπαρξη στεγάζει εντός της χαρακτηριστικά, ορμές και στοιχεία που εκτείνονται σ' ένα ποικιλόχρωμο συνεχές. Χαρακτηριστικά, ορμές και στοιχεία που οφείλουν να απεξαρτητοποιηθούν απ' τον περιοριστικό χαρακτηρισμό του γυναικείου ή του αντρικού, ώστε να καταστούν ελεύθερα προσβάσιμα.


Το XXY με τη λερωμένα γαλάζια φωτογραφία και με τις ασφυκτικές ατμόσφαιρες παρατηρεί το ανθρώπινο σώμα και την ανθρώπινη ύπαρξη σε μια κατάσταση άφυλη, ή καλύτερα, σε μια κατάσταση αμφίφυλη. Κοιτάζει με αποστροφή τους κοινωνικούς εξαναγκασμούς και αντιτίθεται σε παράδοξα εγκεφαλoπληγικούς ορισμούς όπως: φυσιολογικός, κανονικός, σεξουαλική κανονικότητα. Διεκδικεί το χώρο όπου ότι αποκαλούμε τερατώδες θα μοιάζει ανθρώπινο. Έναν χώρο πνευματικής απελευθέρωσης και στερεοτυπικής απαγκίστρωσης. Έναν χώρο, όπου οι άνθρωποι θα είναι πιο τολμηροί, και πιο ο εαυτός τους.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

En la ciudad de Sylvia


Σκηνοθεσία: José Luis Guerín
Παραγωγής: Spain / France / 2007
Διάρκεια: 84'

"Είσαι από εδώ;", θα την ρωτήσει. Σε μια απ' τις ελάχιστες φορές που απελευθερώνει τη φωνή του. Η ερώτηση μένει αναπάντητη. Ξεθωριάζει. Μεταμορφώνεται: "Είσαι εδώ;". Τι όμως ορίζει το εδώ; Ποια διακριτά; Ποια σύνορα; Πάνω στο μωσαϊκό του χώρου βρίσκονται διάσπαρτα τόσα "εδώ" όσες και οι ατομικότητες που παρίστανται σ' αυτόν. Ο ενιαίος ήχος, μια πέννα, και η όραση, η παρατήρηση του έτερου πασχίζει να ενοποιήσει τα ανέπαφα, τα αντισυγκοινωνούντα "εδώ". Ανεπιτυχώς. Σκαλίζει στο χαρτί θηλυκές φιγούρες. Πρόσωπα, μαλλιά, κορμιά από γραφίτη. Με το δάχτυλο περνάει το περίγραμμά τους. Από μνήμης. Αισθησιακής. Καλείται να αντιστοιχήσει τις σιλουέτες στη Συλβί.


Κι όμως η όραση, που θεωρητικά μας ενώνει, ταυτόχρονα μας διαχωρίζει απ' τον κόσμο. Απ' τα "εδώ" που τον συνθέτουν. Απ' τους ανθρώπους. Αυτός που κοιτάει τον κόσμο, αυτός που κοιτιέται μέσα σ' αυτόν, δεν παύει να 'ναι ο θεατής, κι ολόκληρο το περιβάλλον το θέαμα. Η όραση, ως ενδιάμεση, διαχωρίζει, σε δύο άνευ τομής επίπεδα, αυτόν που κοιτάει και Αυτό που κοιτιέται. Μια ακατάρριπτη συνθήκη. Περισσότερο αποξένωσης, παρά ένωσης. Οι αισθήσεις αναπόφευκτα σφραγίζουν το περίγραμμα της ατομικότητάς μας. Και ο Ισπανός σκηνοθέτης, ιδιοφυώς, μοντάρει όλη την ταινία στο δομικό υλικό της ιστορίας: τα ρακόρ του βλέμματος. Τα πλάνα δεν είναι παρά η υποκειμενική (απο)οπτική του πρωταγωνιστή. Τα όρια του "εδώ"


Και όμως, ο José Luis Guerín μέσα σε αυτή τη συνθήκη αυτο-αποξένωσης, αποφεύγει τα άδυτα ρήγματα ενός εγκεφαλικού στοχασμού. Παραδίδεται μόνο στον αισθησιασμό του έρωτα. Του Στρασβούργου. Της Pilar López de Ayala. Του Xavier Lafitte. Έρωτας: το αναμεταξύ στο "Εσύ" και το "Εγώ". Το αναμεταξύ στην ετερότητα των "εδώ". Ένα "εδώ" γίνεται πάντα "εκεί" όταν κυλιέται στους βολβούς μιας έτερης ατομικότητας. Η απουσία του έρωτα φυλακίζει το "εκεί" στην αδιαφορία. Η παρουσία του όμως, το κάνει ποθητό σαν εμμονή. Η απόσταση τείνει να αναιρεθεί επί ματαίω(η ταύτιση του αταύτιστου). Η ερωτευμένη ατομικότητα(πάντα σε α' ενικό) πασχίζει, τραυματικά, να εξαϋλωθεί απ' το περίγραμμά της, για να κατοικήσει(κατοικηθεί) το(απ' το) έτερο "εδώ".

Το "εδώ" μας πλημμυρίζεται, όχι από αυτούς που μας περιβάλλουν, αλλά από αυτούς που καταδικάστηκαν με ισόβια ποινή στα ενδότερα. Σαν τρανή απόδειξη έρχεται η καταληκτική εξομολόγηση της εικόνας: "Συλβί, οι νύχτες μου μακρυά σου, μας φέραν πιο κοντά...".
Βαθμολογία 7,5/10

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Sztuczki


Σκηνοθεσία: Andrzej Jakimowski
Παραγωγής: Poland / 2007

Διάρκεια: 95'


Σε μια εποχή κεραυνοβόλων αστραπισμάτων, μόνο εκκωφαντικά πυροτεχνήματα δύναται να αδράξουν την όρασή μας, μεταβάλλοντας στιγμιαία τον ηλεκτρισμένο ουρανό. Με αποτέλεσμα ταινίες που oμιλούν με πνιχτές εσωστρεφείς σπίθες, σαν τα Αθώα Κόλπα, να εξορίζονται σε έναν οχετό εικόνων, στεγνές και αποξηραμένες από την πρώτη στιγμή της δικής μας άνισης απουσίας.


Κι όμως το "Sztuczki" είναι μια σημαντική ταινία. Μιλάει με ψιθύρους, με μια φαινομενικά επαναλαμβανόμενη λούπα πλοκής. Ένας πιτσιρικάς, στην (σχεδόν) απουσία της γονεϊκής κηδεμονίας, φέρνει βόλτα την πόλη του. Ανάμεσα στην αναζήτηση του χαμένου πατέρα, την ερωτική εξερεύνηση, αλλά και την στενή ενσυσχέτιση με τη ζωή της έφηβης αδερφής του. Ο Andrzej Jakimowski δεν επιστρατεύει βαρύγδουπες δραματικότητες. Ούτε καν θα εκμεταλλευτεί τους ήρωες του μέσα από την -κακώς θεσμοθετημένη πλέον- αγιότητα/αθώα ματιά που έχουμε προσδώσει στα πιτσιρίκια. Με μια αφήγηση ελαφρότητας ως προς την εκφορά των λέξεων, και με μια ντουζίνα από αυτόνομα σκετσάκια, ποιεί σ' ένα ρυθμικό μοντάζ μια αβίαστη αμεσότητα εικόνων. Εικόνες φροντισμένες από τον Adam Bajerski, ο οποίος με μια ελαφρώς υπερρεαλιστική διαχείριση της τονικότητας των χρωμάτων και με εξαιρετικού ενδιαφέροντος φωτογραφικά καδραρίσματα, επιτυγχάνει να μιλήσει για την Βαλκανική Πολωνία, απαλλαγμένος από την τετριμμένη οπτική μιας Βαλκανικής χώρας.


Το Sztuczki είναι μια πλημμυρίδα συμβολισμών. Ωστόσο, πριν συνεχίσετε την ανάγνωση, δε θα ήθελα να "χρωματίσετε" τους συμβολισμούς με τη στομφώδη γλώσσα του δημιουργού, όπως έχουμε συνηθίσει. Ούτε καν να αντιληφθείτε ένα φορτωμένο με αντικείμενα φιλμικό περιβάλλον. Ο Andrzej Jakimowski δε χρησιμοποιεί συμβολισμούς για να εκπονήσει πλαγίως τις μεγαλοστομίες του. Αντιθέτως, οι συμβολισμοί ενυπάρχουν και τοποθετούνται στην προέκταση της πλοκής. Σε μια αφαιρετική βάση. Ή σ' ένα ελαφρώς ποιητικό επίπεδο. Χωρίς να μπουκώνουν με βαριές ανάσες τίποτα από όσα διαδραματίζονται στα καρέ τις ταινίας. Οι συμβολισμοί ως μια διακριτική χορογραφία. Έτσι μέσα από την πλοκή μπορούμε να δούμε: τον άσωτο πατέρα, θύτη ενός παρόντος και θύμα ενός μέλλοντος που φοβάται να αναλάβει. Πολυτελή τετράτροχα ως βιτρίνα αρρενωπότητας. Μακιγιαρισμένα θηλυκά πρόσωπα, χαμόγελα υποσχέσεων, γυμνοί και τολμηρά λικνιζόμενοι γοφοί, ως προθάλαμος ανεξαρτητοποίησης και όπλο κατάκτησης ελεγχόμενης ελευθερίας. Μια ντουζίνα περιστέρια. Παρά το χαοτικό του ουρανού και την ελευθερία των φτερών τους, είναι εν Φύση εγκλωβισμένα στο να στροβιλίζουν σε μια πολύ μικρότερη περιοχή, σ' ένα γαλάζιο τετραγωνικό μέτρο. Τραίνα που διαπερνούν το κάδρο. Στο αέναο πήγαινε-έλα των διαδρομών. Μας προσπερνούν. Εμείς στρατιωτάκια ακούνητα στο πέρασμά τους. Άλλοτε μας προσπερνούν ανέπαφα και άλλοτε μας γκρεμίζουν. Μια πολυεθνική, στο κέντρο της προβολής, εντελώς παράταιρη, ρυθμιστήριος Θεός του βιοπορισμού. Όλα αυτά μέσα στο αντρικό βλέμμα σταδιακής ενηλικίωσης ενός πιτσιρικά που θηλάζει το γάλα των δρόμων της Πολωνίας. Μύρισαν Βαλκάνια...


Μια κακώς παραμελημένη ταινία ετούτη. Τι κρίμα: ο νεορεαλισμός είναι ντεμοντέ...
Βαθμολογία 8,5/10

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Los cronocrímenes


Σκηνοθεσία: Nacho Vigalondo
Παραγωγής: Spain / 2007

Διάρκεια: 92'


Η Σπανιόλικη σχολή εδώ και μια δεκαπενταετία, απ' το εξαιρετικό Tesis, έχει να επιδείξει αξιοσημείωτα film στις gore και στις φανταστικές αποχρώσεις. Είναι πλέον παράδοση τα Ισπανικά ντεμπούτο, όπως και αυτό του Nacho Vigalondo, να εκκινούν από τη gore σημειολογία. Και είναι απορίας άξιο πως με τόσο χαμηλό budget επιτυγχάνουν να κάνουν τόσο ατμοσφαιρικές ταινίες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και το Los cronocrímenes, που ακολουθεί τη συνταγή της "τραχιάς" φωτογραφίας και της στενής εστίασης στα γεγονότα.


Ο Έκτορ, ένας τυπικός Ισπανός αστός, βρίσκεται να ταξιδεύει στη χρονομηχανή ενός νεαρού επιστήμονα. Μια μηχανή που σε μεταφέρει στο μέλλον, ή σε επαναφέρει απ' το παρελθόν, αφήνοντας ανεπηρέαστη την παροντική εκδοχή σου. Έτσι ο Έκτορ, εν αγνοία του, θα καταλήξει να μοιράζεται τον χρόνο με δυο πανομοιότυπες εκδοχές του, οι οποίες διεκδικούν τα προνόμια της μοναδικής πραγματικής(νόμιμης) ζωής του. Ο Nacho Vigalondo θα διηγηθεί εντός ενός χωροχρονικού λαβυρίνθου, που (ίσως) πάσχει από έλλειψη τεκμηρίωσης, την ιστορία μιας ανελέητης πάλης αλληλοεξόντωσης. Καθώς τρεις Έκτορες μάχονται για μια ζωή. Ενώ παράλληλα θα θίξει και την ανθρώπινη εμμονή, σχεδόν βιολογική, για την αλλαγή στην ροή του παρελθόντος.


Αν επιθυμούσαμε να κοιτάξουμε το Timecrimes από μια διαφορετική σκοπιά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως μιλάει για τον άνθρωπο. Για τον Έναν άνθρωπο που επαναλαμβάνει αδιαλείπτως τον εαυτό του στο χώρο και το χρόνο. Υποκύπτοντας συνεχώς στο ίδιο λάθος. Στο λάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Που παραδομένη σ' ένα φυγόπονο πνεύμα, πηγαίνει από μέρα σε μέρα φορώντας ένα υπερπροστατευτικό καβούκι ούτως ώστε να διασχίζει ανώδυνα (και ανιαρά) τις αναπόφευκτες εσωτερικές και εξωτερικές απώλειες. Και που, επιδεικνύει μια κυριαρχική στάση στο χώρο, πασχίζοντας να κατακτήσει τα προνόμια του ενός, μέσω μιας σειράς αδιάκοπων μαχών. Αυτή η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ο Έκτορ της ταινίας. Είτε ζει στο παρόν, είτε έρχεται απ' το μέλλον, είτε ανακατευθύνεται στο παρελθόν.


Άλλο ένα εμβληματικό στοιχείο της ταινίας είναι τα κιάλια και ο τρόπος που χρησιμοποιούνται. Η ανθρώπινη όραση, πιότερο των άλλων αισθήσεων, είναι εκείνη που έχει παινευτεί επιστημονικά όσο καμία άλλη. Όμως μήπως το "θαύμα" της όρασης και η παινεμένη διαδικασία της εξελικτικής προσαρμογής του οφθαλμού συνιστάται σε μια ολέθρια ανωμαλία: "Η ικανότητα της ανθρώπινης όρασης να εστιάζει, προδίδει μιαν άλλη ανικανότητα. Την ανικανότητα του οφθαλμού για καθολική θέαση των φαινομένων. Την ανικανότητα μιας πλήρης απεικόνισης-απορρόφησης του περιβάλλοντος. Έτσι, η ικανότητα του ατόμου να εστιάζει, συνάδει -ή καλύτερα προκαλεί- την εξατομικευμένη και εγωνεκτρική συνδιαλλαγή του ανθρώπο με το υποκειμενικό περιβάλλον. Καθώς ο ανθρώπινος οφθαλμός προτρέχει να οικειοποιείται το αποτέλεσμα της εστιασμένης -δηλαδή περιορισμένης- θέασης, προσδίδοντας μια ψευδώς οικουμενική διάσταση στην εξατομικευμένη εικόνα." Έτσι ο Nacho Vigalondo παρατηρεί γραφικά την εμονοληπτική διάθεση των ανθρώπων για μια διοπτρική θέαση. Τόσο που η ανθρώπινη όραση, αυτή καθ' αυτή, αποκτάει αποκλειστικά τις ιδιότητες μιας περιοριστικά επικεντρωμένης-εστιασμένης οπτικής. Αδυνατώντας έτσι να υπερβεί τον εξατομικευμένο χαρακτήρα των φαινομένων.

Όπως και να 'χει, το Los cronocrímenes αποτελεί πρωτίστως μια ατμοσφαιρική ταινία φαντασίας. Κρατάει τον θεατή με την πλοκή της. Και μοιάζει ιδανική για το κοινό που αρέσκεται στις σπαζοκεφαλιές ... ακόμα και όταν δεν έχουν λύση!
Βαθμολογία 6,5/10

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

1 Journée



Σκηνοθεσία: Jacob Berger
Παραγωγής: Switzerland / France / 2007
Διάρκεια: 95'


Μια πόλη ξένη. Μια πόλη στατική. Όλα ερμητικά κουμπωμένα στο γυάλινο σακάκι της ρουτίνας τους. Η αφθαρσία είναι ανυπαρξία. Κανείς δε βλέπει, κανείς δεν ακούει, όπως ευστοχότατα παρατηρούμε στις γιγαντοαφίσες των εναρκτήριων πλάνων, οι οποίες επαναλαμβάνονται και στη συνέχεια. Μια πόλη που περιμένει μια βροχή να την ξεπλύνει. Οι άνθρωποι που δεν περιμένουν τίποτα πια.


Σε μια τέτοια αντιπροσωπευτική μεγαλούπολη, συγκεκριμένα στη Γενεύη, έχει γυριστεί τούτη η ταινία! Ο πρωταγωνιστικός πυρήνας αποτελείται από μια τριμελή οικογένεια. Ο πατέρας γυρεύει την αυτοεπιβεβαίωσή του στο εξωγαμιαίο σεξ. Είναι δυστυχισμένος. Η "παράξενη" μητέρα συνήθισε να βλέπει την απαράλλακτη αρτιότητα των πινάκων του μουσείου που εργάζεται, και θεωρεί πως τα πάντα ορθώς διέπονται από μια ακλόνητη στατικότητα. Ο γιος θέλει να μεγαλώσει. Απορροφάει τη μαλθακότητα της μητέρας και ενθουσιάζεται με το active σύμβολο του πατέρα. Μετράει, μετράει διαρκώς. Δε μετράει δευτερόλεπτα. Δε μετράει μπαλκόνια. Μετράει τη σιωπή του, μετράει τη θλίψη του...

Όλοι έχουν πέσει θηράματα στον ιστό της ρουτίνας. Αν και ο Jacob Berger θα μπορούσε να κινηματογραφήσει με πιο χαρακτηριστική ένταση αυτή τη ρουτίνα. Ένα αναπάντεχο γεγονός στη ζωή του καθένα βάζει τη ζωή τους σε κίνηση. Ο πατέρας χτυπάει έναν πεζό κατά τη διάρκεια μιας κούρσας για την δουλειά. Η μητέρα ανακαλύπτει πως είναι εξαπατημένη. Και ο γιος τρώει μια χυλόπιτα απ' το κορίτσι των ονείρων του. Όλα αυτά τους βάζουν σε κίνηση. Ψυχοσωματική. Ο Berger βιδώνει την κάμερα του στο πάτωμα. Κοιτάει με αδιάκριτη εμμονή τους ήρωες του. Εισβάλλοντας στον ψυχισμό των σιωπών τους. Αναπτύσσοντας τη βαρβαρότητα της πραγματικότητας τους, με την ακρίβεια του εξωπραγματικού. Αυτός είναι ένας ποιητικός σουρεαλισμός.


Πρωτίστως όμως ο Berger έχει επιλέξει να κατακερματίσει τη ζωή της οικογένειας. Με μια τεχνική σαν αυτή του Gus Van Sant στο Elephant, παρακολουθεί αποσπασματικά τις ζωές των ηρώων του. Ζωές που τέμνονται και παρεκκλίνουν η μία με την άλλη. Ο Jacob Berger απομονώνει τους ήρωες του για να μας αφηγηθεί τη μοναξιά τους. Όχι τη μοναξιά στο χώρο, τη μοναξιά εντός τους. Γιατί η μοναξιά φαντάζει αναπόφευκτη ανθρώπινη συνθήκη. Και μέσα σε όλες αυτές τις αποσπασματικές ζωές βλέπουμε ένα καραβάνι συμβολισμών. Όπως το όνειρο, το ψέμα που γίνεται στάχτη στη γυάλα του πόνου του μικρού, στη σκηνή με τον ιπποπόκαμπο. Ένα τραυματισμένο σκυλί περνάει από πόρτα σε πόρτα. Και ένα κύριος, σύμβολο της τυπικότητας, ακολουθεί τις ανάσες της μητέρας. Ίσως γιατί είναι μια τραυματισμένη ψυχή αυτή που κρύβεται κάτω από τις γάζες της τελειότητας και της τυπικότητας. Και από την άλλη, ο ίδιος ο πατέρας είναι ένα σύμβολο ανασφάλειας και ενοχής. Ενοχής όχι για το αδίκημά του. Αλλά για τον τρόπο ζωής του.

Κάπως έτσι οδηγούμαστε στο λυτρωτικό του φινάλε. Με τον γιο να βρίσκεται ανάμεσα στους δύο γονιούς. Μετράει. Ένας, δύο. Και όσο μετράει τον μετράνε. Ο καθένας τον τραβάει προς το μέρος του. Η διχοτόμηση είναι αναπόφευκτη. Στη μέση πάντα το παιδί.


Ο Jacob Berger παραδίδει μια αξιοπρόσεκτη ταινία. Η οποία φέρει μια σουρεαλιστική-υπερβατική σφραγίδα. Ενώ ταυτόχρονα είναι βυθισμένη στην ρουτίνα της πραγματικότητας. Δυνάμεις εξαιρετικά αντίρροπες για να ισοσκελισθούν στην αναπαράσταση. Ο Berger θα το προσπαθήσει, αλλά το αποτέλεσμα είναι αμφισβητούμενο. Οι ποιητικοί συμβολισμοί είναι διάχυτοι. Και άλλο ένα στοίχημα είναι να εναρμονιστεί αυτή η αφαιρετική ποιητικότητα με την ντετερμινιστική-ρεαλιστική αποτύπωση της στιγμής. Ο βαθμός επιτυχίας όλων αυτών των συζεύξεων αφήνεται στη δική σας κρίση.
Βαθμολογία 7/10

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

La giusta distanza


Σκηνοθεσία: Carlo Mazzacurati
Παραγωγής: Italy / 2007
Διάρκεια: 101'


Ο σύγχρονός Ιταλικός κινηματογράφος έχει ρίξει τα δίχτυα του και στο νεο-νουάρ είδος. Ή καλύτερα σε δραματικές ταινίες με ανατροπές νουάρ τύπου. Ένα παράδειγμα αποτελεί και ετούτη η ταινία, καθώς και άλλες όπως το La ragazza del lago.


Η Mάρα(Valentina Lodovini), νέα και εμφανίσιμη δασκάλα καταφτάνει σε ένα χωριό στα προάστια της Ιταλίας για να αναπληρώσει πρώην συνάδελφο της. Σκορπάει ερωτικό ρίγος στον ανδρικό πληθυσμό και προκαλεί αναστάτωση παρά την συνεσταλμένη και χαμηλών τόνων παρουσία της. Ανάμεσα στους πολιορκητές άντρες είναι ο έγγαμος καρχαρίας του χωριού, που της προσφέρει πλούσια υλικά ανταλλάγματα. Ο ευπαρουσίαστος φρεσκοαρραβωνιασμένος οδηγός του τοπικού λεωφορείου. Ο Χασάν(Ahmed Hefiane), ένας μετανάστης εξ Ανατολής. Ο οποίος με τα λιγότερα θάρρη, ελέω και της συνηθισμένης απόρριψης που βιώνουν οι μετανάστες, την παρακολουθεί κατασκηνώνοντας έξω απ' το σπίτι της. Και τέλος, ο Giovanni, ένας φιλόδοξος νεαρός δημοσιογράφος. Φιλικός στις νέες τεχνολογίες, που διαπράττει ηλεκτρονικό έγκλημα παρακολουθώντας την αλληλογραφία της. Παρά την αχαλίνωτη φαντασία των αντρών, η Mara δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος. Που επιζητεί, όπως όλοι, λίγη επικοινωνία και φιλικότητα στην νέα καθημερινότητα της.


Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά την αρχική αναμεταξύ τους ένταση, η Μάρα γνωρίζει καλύτερα τον Χασάν και αποκτούν μια ανθρώπινη ερωτική σχέση. Ωστόσο, η Μάρα θα βρεθεί δολοφονημένη λίγο πριν την οριστική αναχώρηση της απ' το χωριό. Ο Χασάν γίνεται εύκολος στόχος για το δικαστήριο και τους λοιπούς φορείς εξουσίας. Ωστόσο ο Giovanni, κόντρα στους άρχοντες και στις ρατσιστικές προκαταλήψεις της κοινότητας, θα αποδείξει, περισσότερο για την τιμή του Χασάν, την αθωότητα του. Και ταυτόχρονα θα ανακαλύψει ένα στυγερό έγκλημα.


Η θεματική της "Σωστής Απόστασης" θα μπορούσε δυνητικά να αντιστοιχεί στη θεματική μιας μεγάλης ταινίας. Στους σκοπούς του Carlo Mazzacurati είναι να αναδείξει την αποξένωση ως σύγχρονο φαινόμενο. Να παρουσιάσει την εικονική ζωή που, μέσω των νέων τεχνολογιών, διογκώνεται έναντι της πραγματικής ζωής. Καθώς και να παρουσιάσει την ανθρώπινη πλευρά των ατόμων, κόντρα στις τεχνητές εικόνες που κατασκευάζει η φαντασία ενός κάποιου εγκέφαλου. Στις προθέσεις του σκηνοθέτη είναι ακόμα να καταδείξει τις ρατσιστικές προκαταλήψεις που αντιμετωπίζουν οι κοινωνικά ασθενέστεροι. Και όλα αυτά υπό την αιχμηρή ματιά ενός φιλόδοξου και ευαισθητοποιημένου δημοσιογράφου, που αποσκοπεί στο να δώσει έναν άλλο ορισμό στη λέξη δημοσιογραφία.

Όμως το La giusta distanza παραμένει πάντοτε μια ανολοκλήρωτη ταινία. Και αυτό διότι η αφήγηση συναντά εξαιρετικά μεγάλες δυσκολίες στη δημιουργία ικανοποιητικών, ως προς το δραματουργικό και το αναπαραστατικό σκέλος, σκηνών. Αδυνατεί να δώσει κίνητρα και να χτίσει βαθύτερους ήρωες. Ενώ τέλος, μια σχετική αμηχανία εμφανίζεται και στη συγγραφή των διαλόγων. Έτσι το film του Carlo Mazzacurati καταδικάζεται στη μετριότητα και στην απλοϊκότητα. Δίχως να μπορεί να δώσει το παραμικρό βάθος στην απεικονιζόμενη προβληματική του.
Βαθμολογία 4/10

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Jas sum od Titov Veles



Σκηνοθεσία: Teona Strugar Mitevska
Παραγωγής: Republic of Macedonia / Slovenia / Belgium / France / 2007
Διάρκεια: 102'


Μια ποιητική ταινία το "I Am From Titov Veles", που εξερευνεί τη σκοτεινή πλευρά της παρακμής, σε συλλογικό και σε ατομικό επίπεδο. Η καθίζηση της πραγματικότητας, ενός τόπου που ρημάζει τη ζωή του ανθρώπου εκείνου που φυλακίζεται αναπόδραστα στα ερείπια του χθες. Και όλα ειπωμένα μέσα από τα μινιμαλιστικά και καλαίσθητα οπτικά κάδρα της Teona Strugar Mitevska.


Τρεις αδερφές έχουν ξεμείνει στο πατρικό τους, στα Σκόπια, στο Τίτο Βέλες. Οι γονείς έχουν χαθεί χρόνια τώρα. Ένα τεράστιο εργοστάσιο, απομεινάρι της σοσιαλιστικής βιομηχανοποίησης, φουγαρίζει τον ήδη μαυρισμένο ουρανό. Οι ανάσες τους καυσαέριο και πίσσα. Η μεγάλη αδερφή είναι χρόνια τοξικομανής. Η μεσαία επιθυμεί με κάθε δυνατό τρόπο μια σανίδα διαφυγής από τη χώρα. Και οι δύο ονειρεύονται την απόδραση από αυτόν τον τόπο που δηλητηριάζει τις ζωές τους. Η τρίτη και πιο μικρή(περί στα 20) είναι η Αφροδίτη, την οποία υποδύεται η εκπληκτική Labina Mitevska. Η Αφροδίτη διαφέρει κατά πολύ από το παράδειγμα των αδελφών της.


Η πανέμορφη Αφροδίτη έχει πάψει να μιλάει από τα πέντε της χρόνια. Απ' το χρονικό σημείο δηλαδή που έχασε τον πατέρα της. Διατηρεί χαλαρούς δεσμούς με την εξωτερική πραγματικότητα, χωρίς αυτό να ελαφρώνει της οδύνη της. Η πραγματικότητα είναι τόσο αποτρεπτική για να τη ζήσεις, η Αφροδίτη το γνωρίζει. Χτίζει έναν κόσμο ονειρικό εντός της. Τα τραυματικά παιδικά της χρόνια κοχλάζουν οδυνηρά κάτω απ' το στήθος της. Ενώ στο σήμερα, έχει θυσιάσει τον εαυτό της, οραματίζοντας λίγα ψίχουλα αγάπης και σπλαχνικότητας με τα ελάχιστα κοντινά της πρόσωπα. Όμως το όνειρο και ο εφιάλτης έχουν πάντα ένα σημείο τομής. Σε αυτό το σημείο τομής θα βρεθεί και η νεαρά πρωταγωνίστρια όταν κληθεί να απαντήσει στο ερώτημα: "Όταν έχεις αφιερώσει τη ζωή σου στους άλλους, τι απομένει όταν εκείνοι θα έχουνε φύγει;"


Το "I Am From Titov Veles" είναι μια ποιητική ταινία με φόντο το πολυπαθή πορτραίτο των Βαλκανίων. Ακόμα και αν δεν καταφέρει να σας συγκινήσει στην ολότητα του, υπάρχουν κάποιες επιμέρους σκηνές αψεγάδιαστης αισθητικής ομορφιάς. Η Teona Strugar Mitevska σκηνοθετεί την αδερφή της, σε μια σπαραχτική ερμηνεία, που ανασύρει στην επιφάνεια το σκότος από τα απύθμενα ύδατα ενός βαριά τραυματισμένου ψυχισμού. Στα συν η λιτή μουσική.
Βαθμολογία 8/10

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Ne touchez pas la hache



Σκηνοθεσία: Jacques Rivette
Παραγωγής: France / Italy / 2007
Διάρκεια: 137'


Όταν τα έργα σπουδαίων καλλιτεχνών συναντιούνται, άνευ σκοπιμοτήτων, έστω και άχρονα, τότε μπορεί να γεννηθεί μια σπίθα φωτός ακουμπισμένη στα χειρόγραφα της Τέχνης. Κάπως έτσι φαίνεται να γεννήθηκε και το "Ne touchez pas la hache" του αειθαλή Jacques Rivette, που όχι μόνο είναι βασισμένο, αλλά και εμπνευσμένο απ' την ομώνυμη νουβέλα (The Duchess of Langeais) του Honoré de Balzac.


Ένας στρατηγός(Guillaume Depardieu) αναζητάει απεγνωσμένα μια μοναχή(Jeanne Balibar) ανά την Ευρώπη. Το περιστατικό αυτό θα σταθεί αφορμή για να περιπλανηθούμε σε έναν φλογισμένο έρωτα που έχει προηγηθεί. Έναν έρωτα θεριεμένο που με βαθιές χαρακιές στιγματίζει το εσωτερικό ανάγλυφο των εραστών. Ο έρωτας στην πιο ακραία του μορφή, αυτήν της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης! Μια ιστορία που τοποθετείται περί 200 έτη πριν, και ανασαίνει βαρέως την έκρυθμη εποχή της Γαλλικής Μεταρρύθμισης. Το κινηματογραφικό κείμενο ακολουθεί τα δύσβατα μονοπάτια που χάραξε ο Honoré de Balzac, παραθέτοντας μια ιστορία που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απ' τα κλασσικότερα ερωτικά δράματα!


Πόσο δύσκολος είναι ο έρωτας σε αυτή την ιδιόρρυθμη περίοδο; Μια περίοδο που η βούληση του ατόμου μοιάζει απαγορευμένη και περιχαρακωμένη στα πλαίσια μιας επιβεβλημένης πρέπουσας κοινωνικής συμπεριφοράς. Η εκθαμβωτική δούκισσα Jeanne Balibar ενσαρκώνει χαρισματικά μια θηλυκή περσόνα της εποχής. Μια γυναίκα θελκτική, ποθητή και ερωτική. Η οποία ασφυκτιά μέσα στους τρόπους. Ο έρωτας, σαρκικός και παρορμητικός, είναι μια απαγορευμένη γεύση για αυτήν. Της επιτρέπεται να τον προκαλέσει, να τον ζωγραφίσει, να τον αισθανθεί. Απαγορεύεται όμως να τον αγγίξει και να τον εκφράσει. Ο προσφάτως αδικοχαμένος Guillaume Depardieu, παραθέτει μια αριστουργηματική ερμηνεία. Είναι το αρσενικό, που πέφτει "ανάσκελα" στην ερωτική παγίδα, στην υπόσχεση. Ονειρεύεται, αισθάνεται. Παραδομένος στο πάθος, στο πάθος που τυφλώνει. Κοινωνικά κατώτερος της Δούκισσας είναι ολοκληρωτικά υποταγμένος στις διαθέσεις της. Τα συναισθήματα κόντρα στο φαίνεσθαι της αριστοκρατίας. Η εποχή ανασταίνεται χαρισματικά μέσα απ' τους δεύτερους ρόλους. Οικογένειες, συγγενείς και φίλοι που αγωνιούν μόνο για την εικόνα. Αδιαφορώντας κατάκορφα για την ουσία και την αλήθεια των αισθημάτων. Ο Jacques Rivette δεν έχει ωστόσο καμία διάθεση να καυτηριάσει το συγκεκριμένο τοπίο. Υπάρχει ο έρωτας για τον λόγο αυτό. Ο έρωτας που χλευάζει επιδεικτικά τον άνθρωπο για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να περιφρουρεί το "είναι" σε φόρμες και κανόνες. Ο έρωτας που αναποδογυρίζει τα πάντα, και η προσφάτως κυρίαρχη δούκισσα γίνεται έρμαιο σε συναισθημάτων που την παρασύρουν ανεξέλεγκτα στη θυελλώδη θάλασσα του αγαπητικού της. Και ο έρωτας πάντα εκεί, να χλευάζει τον άνθρωπο που αρνήθηκε αυτό τον χορό. Και το τέλος προμηνύει την (αυτο)καταστροφή σε αυτόν που φρονεί πως μπορεί να δαμάσει τα συναισθήματα του. Μα το τίμημα πάντα βαρύτερο για αυτούς που μένουν πίσω, για αυτούς που τα παράτησαν πρόωρα. Μεγάλο ενδιαφέρον, σε δεύτερο επίπεδο, παρουσιάζει και ο τρόπος που αποτυπώνεται η υπαινισσόμενη ερωτοτροπία μεταξύ των τάξεων. Σχέσεις μίσους και αγάπης που εναλλάσσονται ταχέως μέσα στο εγκόσμιο ανάκτορο της κοινωνίας.


Η κινηματογραφική γλώσσα του Jacques Rivette έχει τεράστιο ενδιαφέρον για άλλη μια φορά! Λιτή απλή και περιεκτική. Η κάμερα σε μακρά πλάνα και αργούς ρυθμούς σβαρνίζει επίπονα τους εσωτερικούς χώρους στο παλάτι της Δούκισσας, όπου πραγματοποιούνται κυρίως οι συναντήσεις των δύο. Αξιοποιεί λειτουργικά τους φυσικούς ήχους. Το τρίξιμο στο πάτωμα οι στεναγμοί στους λεπτοδείκτες εντείνουν τις στιγμές στον ανεκπλήρωτο έρωτα. Ο ποιητικός λόγος παρασύρει τον θεατή. Και δίνει στη σχέση των "ανέγγιχτων" εραστών τη χροιά ενός κλασσικού ερωτικού δράματος. Ένας λόγος, που σε συνδυασμό με τις αριστουργηματικές ερμηνείες, πέραν της εξωτερικής του ευγλωττίας, φωτίζει αχνά και σιωπηλά το εσωτερικό των πρωταγωνιστών που παραλύει στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου. Ένα καζάνι φλογισμένο και γεμισμένο με εκρήξεις, παρορμήσεις, πάθη, συναισθήματα που χύνεται προκαλώντας εγκαύματα στην αριστοκρατική σάρκα των εραστών...

Παρ' ότι δεν πρόκειται για κάποια υπερπαραγωγή, αξίζουν τεράστια συγχαρητήρια σε όλη την καλλιτεχνική διεύθυνση. Καθώς τόσο η λιτή σκηνογραφία, τα πολυτελή κουστούμια και
το μακιγιάζ καταφέρνουν να αναβιώνουν με αξιοθαύμαστο τρόπο τον σφυγμό της εποχής. Σε μια ταινία, που αν αντέξεις, είναι φτιαγμένη για να σε παρασύρει...
Βαθμολογία 7/10

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

In Search of a Midnight Kiss



Σκηνοθεσία: Alex Holdridge
Παραγωγής: Usa / 2007
Διάρκεια: 90'


Πρόκειται για ένα ρομαντικό σεργιάνι στην πολιτεία του Λος Άντζελες, παραμονή Πρωτοχρονιάς, δύο νέων άγνωστων μεταξύ τους, χαμένων σε έναν άγνωστο κόσμο. Και όλα αυτά σε μια ταινία που το Manhattan του Woody Allen και τα Before Sunrise/Sunset του Richard Linklater, δυστυχώς, αποτελούν κάτι περισσότερο από σημείο αναφοράς.


Ο Alex Holdridge θα μας μεταφέρει σε έναν τραυματικά επίκαιρο κόσμο. Αποπροσανατολισμένο μες στους φρενώδης ρυθμούς του. Ο φόβος της αποξένωσης και της απομόνωσης είναι καταστροφικός. Ο πόθος για ένα τρυφερό χάδι μοιάζει επίπονος. Τη στιγμή που τα φαντάσματα της κατάθλιψης καιροφυλακτούν την ώρα που πέφτει η μεταμεσονύκτια αυλαία. Σε αυτόν τον κόσμο τα χάπια της εικονικής ζωής(facebook, hotmail, κλπ κλπ) γνωρίζουν άνθιση. Τη στιγμή που οι άνθρωποι ταΐζουν τις ανασφάλειες τους σε ανέπαφες σχέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η μητέρα του πρωταγωνιστή, αλλά και το φιλικό ζευγάρι. Με αυτό το background ο καταθλιπτικός Wilson(Scoot McNairy) πείθεται απ' το φίλο του να καταχωρήσει μια διαδικτυακή αγγελία. Η εκκεντρική Vivian(Sara Simmonds) θα απαντήσει. Και αφού τον περάσει από ακρόαση, θα ξοδέψει μαζί του την ημέρα της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Μόνο που το ραντεβού εξελίσσεται σε ένα ρομαντικό δέσιμο, που ούτε καν το είχαν φανταστεί.


Η ταινία είναι ένας απόγονος των Before Sunrise/Sunset. Οι ήρωες περιπλανώνται μέσα στο Λος Άντζελες, και κυρίως μέσω του λόγου αναπτύσσουν ένα σφιχτό δέσιμο μεταξύ τους. Σε μια συγκινητική ρομαντική ιστορία που αποτελεί και αφορμή για ένα τραυματικό ταξίδι ενδοσκόπησης. Μόνο που οι Scoot McNairy-Sara Simmonds υστερούν ως ήρωες των Ethan Hawke-Julie Delpy(Before Sunrise). Έχοντας πάνω τους μια πιο επιπόλαια-ανάλαφρη Αμερικάνικη χροιά. Ενώ και το In Search of a Midnight Kiss είναι εμφανώς πιο δραματικοποιημένο, που ενίοτε υποκύπτει σε αχρείαστες υπερβολές.


Αυτό που δίνει μεγάλη ώθηση όμως στο film είναι ο τρόπος που κινηματογραφείται το Λος Άντζελες. Σε ασπρόμαυρο φόντο. Και το ρυθμικό μοντάζ του Alex Holdridge, σε συνδυασμό με τις κεκλιμένες λήψεις, δίνει σε κάθε πτυχή της πόλης μια ελκυστική γοητεία. Ένα αποτέλεσμα που μας παραπέμπει άμεσα στην επίσης σαγηνευτική βιογραφία τς Νέας Υόρκης, δια χειρός Woody Allen(Manhattan). Στα συν, οφείλουμε να προσθέσουμε και την θετικότατη μουσική ενορχήστρωση της ταινίας.

Τέλος, το In Search of a Midnight Kiss είναι μια ταινία που κερδίζει τη συγκίνηση. Και σίγουρα απευθύνεται σε εσένα, αν μετά τα μεσάνυχτα γυρεύεις ένα τρυφερό φιλί, ή μια ζεστή κουβέντα για να επουλώσεις τις μύχιες πληγές σου.
Βαθμολογία 6/10

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

California Dreamin'



Σκηνοθεσία: Cristian Nemescu
Παραγωγής: Romania / 2007
Διάρκεια: 155'


Τα τελευταία χρόνια το Ρουμανικό cinema γνωρίζει πρωτόγνωρη άνθιση. Αρκεί να αναλογιστούμε τις πρωταγωνιστικές συμμετοχές που έχουν οι Ρουμανικές ταινίες σε σημαντικότατα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Γεγονός που μάλλον καθόλου τυχαίο δεν είναι. Δεδομένου και του κοινωνικοϊστορικού πλαισίου του τόπου της τελευταίας πεντηκονταετίας. Το οποίο στα χέρια των διψασμένων (και καταπονημένων) δημιουργών έγινε μια (κινηματογραφική) μούσα.

Και ένα απ' τα ονόματα που προκάλεσαν εντύπωση ήταν και αυτό του Cristian Nemescu. Ο οποίος απεβίωσε προσφάτως σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, σε ηλικία 27 ετών, χωρίς καν να προλάβει να ολοκληρώσει το μοντάζ της πρώτης του μεγάλου μήκους ταινίας. Πρόκειται για το Califorina Dreamin', που κυκλοφορεί σε μια endless version, και υποσχόταν μια μεγάλη καριέρα για τον "πατέρα" του.


Αμερικάνικα στρατεύματα του ΝΑΤΟ, κατευθυνόμενα προς το Κόσοβο, θα μπλοκαριστούν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ρουμανίας. Υπαίτιος ο σταθμάρχης του χωριού (Razvan Vasilescu), που κάνει καψώνια στους επιβλητικούς (για την κοινή γνώμη) Αμερικάνους, έχοντας βιώσει ο ίδιος τραυματικά στα παιδικά του χρόνια την σαθρότητα της Αμερικάνικης (και όχι μόνο) πολιτικής. Η παραμονή του Αμερικάνικου στρατού στο χωριό υποκινεί πολυάριθμες εξευτελιστικές εξελίξεις! Απ' τον καιροσκόπο και γαλίφη δήμαρχο(Jamie Elman) που επιθυμεί, με καραβλάχικο τρόπο, να εκμεταλλευτεί την Αμερικάνικη παρουσία προς όφελος του χωριού. Διοργανώνει παραδοσιακά γλέντια και λοιπές, υποτίθεται διαφημιστικές εκδηλώσεις, για τον τόπο. Οι νεαρές , υιοθετώντας τα sexy Δυτικά πρότυπα, ορέγονται τους Αμερικάνους στρατιώτες. Είτε υποκύπτοντας στις ερωτικές ανησυχίες της ηλικίας, είτε επιθυμώντας, ματαίως, να τους χρησιμοποιήσουν ως γέφυρα για τον πηγαιμό τους στη Δύση. Και όλα αυτά, τη στιγμή που ο ενοχλημένος Αμερικάνος στρατηγός(Armand Assante) προσπαθεί να υποκινήσει αρνητικό κλίμα για τον σταθμάρχη. Ενώ οι στρατιώτες, ως γνήσια ανθρώπινα όντα, βαυκαλίζονται με τη νιρβάνα της καλοπέρασης.


Το California Dreamin' είναι μια απολαυστική, αλλά και αποστομωτική σάτιρα για το Βαλκανικό, αλλά και το παγκόσμιο ιστορικό γίγνεσθαι. Ίσως σε κάποια σημεία είναι αδικαιολόγητα μεγάλο, το μοντάζ άλλωστε δε βρίσκεται στα χέρια του δημιουργού. Ωστόσο από κάθε σκηνή ξεπηδάει μια πολύπλευρη και ξεκαρδιστική σάτιρα σε θέματα που εφάπτονται του σύγχρονου κοινωνικοϊστορικού γίγνεσθαι. Η ταινία λειτουργεί σε ξέφρενους, σχεδόν Kosturiciκούς ρυθμούς θα λέγαμε, που ωστόσο ορισμένες φορές προδίδουν τα υπερφιλόδοξα σχέδια του δημιουργού.


Αξιοπρόσεκτη είναι η επιλογή του Cristian Nemescu να τεμαχίσει το ηλικιακό συνεχές και να χρησιμοποιήσει ήρωες που κυμαίνονται σε δυο συγκεκριμένα ηλικιακά πλαίσια. Από τη μία έχουμε την παλιά γενιά, που κρατάει ακόμα το τιμόνι των εξελίξεων και κεφαλαγεί στα τραύματα του παρελθόντος. Ενώ από την άλλη έχουμε την νεολαία. Η οποία επιζητεί μια ιδεολογική απελευθέρωση, και έναν απεγκλωβισμό απ' το παρελθόν. Ωστόσο, αυτή η προοδευτικότητα και η ελευθερία, είναι μάλλον περισσότερο χαλιναγωγημένη απ' ότι φαντάζεται.


Ο Christian Nemescu χρησιμοποιώντας τη μεγάλη γενιά, έχοντας σε μεγάλη ερμηνευική φόρμα τους Razvan Vasilescu, Armand Assante, Jamie Elman, αποτυπώνει με μεγάλη ακρίβεια την σαθρότητα του πολιτικού τοπίου. Απ' την πρόσφατη αποτυχία του σοσιαλισμού. Την τραυματική εμπειρία της δικτατορίας. Εώς την παντελώς διεφθαρμένη εικόνα του σήμερα. Ένα τοπίο πολιτικής σήψης και κενότητας, ένα τοπίο ανελέητου διπλωματικού (και εμπόλεμου) καιροσκοπισμού. Ενώ από την άλλη διατυπώνει ένα παράπονο για την Ανατολή του νέου κόσμου. Στον οποίο πρωταγωνιστεί η Maria Dinulescu, με τις αφίσες του Leonardo Di Caprio στο χαρούμενα χρωματισμένο δωμάτιο της. Μια νεολαία για την οποία η ονειροπόληση εξισώνεται με την διαφημησμένη ποπ κουλτούρα του Δυτικού πολιτισμού. Και είναι αυτή η νέα μέρα που περιμένουμε τόσο, και είναι αυτή η νέα μέρα τρομάζει περισσότερο... Καθώς ο αγώνας περιορίζεται στους κανόνες και στις νομοτέλειες του de facto κόσμου.
Βαθμολογία 7,5/10

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Fugitive Pieces



Σκηνοθεσία: Jeremy Podeswa
Παραγωγής: Canada / Greece / 2007
Διάρκεια: 104'


Μια ταινία για το βάρος της απώλειας. Και τον αντίκτυπο των τραυματικών ουλών του παρελθόντος πάνω μας. Πρόκειται για την εικονοποίηση του μυθιστορήματος της Anne Michaels. Και μάλλον η κινηματογράφηση, παρά τις καλαίσθητες εικόνες, έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Αφού η λογοτεχνία μονοπωλεί τις εντυπώσεις αλλά και τον φιλμικό χρόνο(voice over). Και όλα αυτά ντυμένα με το εκπληκτικό μουσικό score του Νίκου Κυπουργού.


Σε πρώτο πλάνο παρακολουθούμε τη ζωή του Jakob(Stephen Dillane). Ενός Εβραιόπουλου που τα παιδικά τραύματα απ' το ολοκαύτωμα τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή. Έχοντας παρακολουθήσει μπρος στα μάτια του τη δολοφονία των γονιών και την απαγωγή της αδερφής του. Ένας Έλληνας αρχαιολόγος, ο φιλεύσπλαχνος Athos(Rade Serbedzija), θα τον μαζέψει κάτω από δύο φύλα μουσαμά όπου και κρύβεται. Και από 'κει και ύστερα θα συμβιώσουν μαζί, αρχικά στην Ελλάδα και έπειτα στον Καναδά, μέχρι το πέρας της ζωής του τελευταίου. Ο Jakob δεν παύει στιγμή να ελπίζει για την αδερφή του, μια ελπίδα που σημαίνει και την καταδίκη του. Μια καταδίκη που ταυτίζεται με την απόλυτη άρνηση για ζωή, αφού ο Jakob κλείνεται στη μοναχικότητά του, αναπνέοντας μόνο για ένα χάδι απ' τα φαντάσματα του παρελθόντος. Τέλος, με ευδιάκριτη την επιρροή απ' τον πνευματικό του πατέρα τον Atho, Ο Jakob θα γίνει ένας μεγάλος συγγραφέας, ένας σπουδαίος άνθρωπος, και με τη βοήθεια της αγάπης, που προσωποποιεί η Michaela, θα μεταστρέψει τις αυτοκαταστροφικές εμμονές του, σε πηγή δημιουργίας! Η ιστορία επαναλαμβάνεται, σαν ρόδα που γυρνάει στην αιωνιότητα, καθώς ο Jakob αναλαμβάνει ρόλο "κηδεμόνα" για το καταπιεσμένο παιδί(Ben) της διπλανής πόρτας.

Η ταινία ξεδιπλώνεται με ένα πολύωρο voice over, που επισφραγίζει την αδυναμία της κινηματογραφικής αφήγησης να ακολουθήσει τη λογοτεχνική. Όχι, σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα κάδρα του Jeremy Podeswa ως αδιάφορα. Αντιθέτως, ενέχουν μια υπέρογκα καλαίσθητη όψη, αφήνουν μια ποιητική απόχρωση και προσπαθούν ικανοποιητικά να αφηγηθούν μια ιστορία που πηγαινοέρχεται στο χωροχρόνο. Όμως ως υπόσταση, και θα ήταν δύσκολο, αδυνατούν να ακολουθήσουν την ιστορία. Ακόμα και έτσι, η ποίηση(γιατί περί τέτοιας πρόκειται) της Anne Michaels, στέκει επαρκής για να βουλιάξει τον θεατή στον συναισθηματικό κόσμο του Jakob. Σε μια οδυνηρή ιστορία απώλειας. Όπου οι μνήμες του παρελθόντος στοιχειώνουν το παρόν, και καταδικάζουν το μέλλον στην πιο βαριά τιμωρία: την Μνήμη. Η αυτοκαταστροφή και η λύτρωση μοιάζουν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Περιμένουν από εσένα να διαλέξεις. Να αφουγκραστείς τους μύχιους φόβους σου, και να αγκαλιάσεις συνολικά την οδύνη και την αγάπη ως ένα. Ίσως αυτό αρκεί, για να ξορκίσεις τα στοιχειά του μυαλού σου και να απελευθερωθείς απ' τις αλυσίδες του συντριπτικού σκότους.


Αν όμως κρατήσεις μια απόσταση απ' το συναισθηματικό υπόβαθρο της ταινίας, δεν είναι δα και εύκολο, θα διαπιστώσεις πως φυσάει από πολλές μπάντες για το Fugitive Pieces. Κατά πρώτον, η ιστορική διάσταση(Β' Παγκόσμιος αλλά και τα ύστερα χρόνια) αποδίδεται με αδικαιολόγητη αδυναμία και απλοϊκότητα. Και δε μιλάω για παραποίηση, αλλά για αποκλειστική χρήση σύμφωνα με τις (πιεστικές) βουλές της δραματουργίας. Επίσης, θα μπορούσαμε εύκολα να διακρίνουμε ορισμένες "στημένες" σκηνές, που επιστρατεύονται για δημαγωγικούς σκοπούς. Που αν ξεπεράσεις το πρώτο επίπεδο της επιφάνειας, θα διαπιστώσεις ένα χαοτικό κενό. Και τέλος θα ήθελα να μου λύσετε την εξής απορία: Ποιος ο λόγος οι ήρωες να μιλούν μισά Ελληνικά, μισά Αγγλικά μέσα στον ίδιο διάλογο; (Γιατί πέραν του αρχικού σταδίου της εκμάθησης της γλώσσας δε βλέπω κάποια άλλη αιτία).

Τέλος, οφείλουμε να αναφέρουμε τις αρκετά καλές ερμηνείες στο σύνολο τους. Που αποδίδουν μια ανθρώπινη ματιά στους ήρωες. Μια εξαγνιστική ματιά για εμάς τους ίδιους, ως θεατές. Ενώ ευδιάκριτο είναι ότι ο κάθε ρόλος αποτελεί την παραγόμενη συνιστώσα της οικογένειας, του κοινωνικού περιβάλλοντος και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής του. Τέλος, δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε τις σπαραξικάρδιες μελωδίες του Νίκου Κυπουργού.
Βαθμολογία 7/10

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

The Visitor



Σκηνοθεσία: Thomas McCarthy
Παραγωγής: USA / 2007
Διάρκεια: 104'


Το The Visitor, σκηνοθετημένο και γραμμένο δια χειρός Thomas McCarthy, αποτελεί ένα πανανθρώπινο δράμα στο θέμα της μετανάστευσης και της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο σταυροδρόμι των πολιτισμών, τη Νέα Υόρκη, σμίγουν κάπως άτσαλα οι ξένες ζωές ενός διακεκριμένου Αμερικάνου καθηγητή(Richard Jenkins), ενός Σύριου Τυμπανιστή(Haaz Sleiman) και της Σενεγαλέζας αγαπητικιάς(Danai Jekesai Gurira) του τελευταίου. Στους παραπάνω θα προστεθεί και η μητέρα(Hiam Abbass) του Haaz Sleiman, η οποία σπεύδει υπό το γεγονός της αναίτιας σύλληψης του γιου της. Οι ζωές όλων περιπλέκονται στη σκιά του ατυχούς συμβάντος. Και μια ακριβοθώρητη πολύπλευρη ανθρώπινη ευαισθησία, δημιουργεί ακράδαντους δεσμούς μεταξύ των τεσσάρων ηρώων.


Υπέρογκα παγκόσμια κανάλια οχετών μεταφέρουν, μαζί με τα "καλά", σωρούς πληροφοριών στην οικουμένη. Ήχοι, εικόνες, φυλλάδες διάσπαρτες παντού. Σε αυτά δεν χρειάζεται πράσινης κάρτα για την ολοκληρωτική μετάσταση τους πάνω μας. Και για την ενδοφλέβια χορήγησή τους δεν απαιτείται κάποια "συνταγή γιατρού". Αρκεί του οικονομικού καταναλωτισμού ο τσαμπουκάς. Ο ίδιος τσαμπουκάς που ξυλοφορτώνει μέρα-νύχτα την αλλοδαπή σε ανήλιαγα δωμάτια.


Και εμάς, με τις ζωές του τίποτα, τι μας χωρίζει; Η μαθηματική παράγωγος του τίποτα σε συνάρτηση της μανίας του κόσμου. Και μια ψωραλέα εκτίμηση για το υπερεγώ μας. Για προστατευτικά τοιχώματα έχουμε την απόσταση ενός ευχαριστώ και άλλη τόση γραφειοκρατία. Μα μόλις ο άνθρωπος βρεθεί, και ξεχειλίσει από μέσα ελεύθερα η ψυχή του, του τίποτα οι ζωές μας μπορούν να γίνουν "κάτι". Κάτι που αξίζει για να ζήσεις. Και τότε σαν χάρτινοι πύργοι κατεδαφίζονται τα προστατευτικά τοιχώματα, και όλων οι ζωές ένα πολύχρωμο ανθρώπινο κουβάρι...


Εν τέλη, το "The Visitor" αποτελεί μια ευαίσθητη ταινία γύρω απ' τα ανθρώπινα δικαιώματα και από τις ανθρώπινες σχέσεις. Και ένα, κάπως απροσδιόριστο, κατηγορώ στον βάρβαρο αστυνομοκρατικό εθνικισμό, ως διεκπαιρεωτική προέκταση του ευτελή νομικού θετικισμού. Σεναριακά πιθανόν παρουσιάζεται περισσότερο πολιτικά αβαρή απ' όσο θα επιθυμούσαμε και με κάποιες διακριτές δραματουργικές ευκολίες, ωστόσο παραμένει μια εντόνως συγκινητική ταινία. Στα συν και οι πολύ καλές ερμηνείες. Μπορεί ο Richard Jenkins να προτάθηκε για oscar, όμως την παράσταση κλέβει η εκπληκτική Hiam Abbass. Της οποίας το άστρο έμελλε να φωτίσει μετά την τέταρτη δεκαετία της ζωής της.
Βαθμολογία 6/10

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

12



Σκηνοθεσία: Nikita Mikhalkov
Παραγωγής: Russia / 2007
Διάρκεια: 159'


Ο Nikita Mikhalkov επιστρέφει μετά από 9 χρόνια σκηνοθετικής απουσίας, με ένα καλογυρισμένο δικαστικό δράμα. Αρτίως δραματικοποιημένο, κινούμενο στις άτυπες διαστάσεις ενός αριστουργηματικού "λαϊκού" δράματος.


Στον of χρόνο της ταινίας, ένα παιδί έχει καταδικαστεί, μάλλον αδίκως, για τη δολοφονία του πατέρα του. Ο τελευταίος λόγος, όπως προκύπτει από το δικαστικό σύστημα της Ρωσίας, είναι στα χέρια των δώδεκα ένορκων που προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Προς έκπληξη μας, η "συνεδρίαση" τους γίνεται σε μια παρατημένη σχολική γυμναστική αίθουσα. Όμως η δικαιοσύνη, στην εννοιολογική της μορφή, είναι απλά μια απόφαση; Ή προϋποθέτει μια ουσιαστικότερη ενασχόληση των αρμόδιων οργάνων αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα; Ο μεγάλος Ρώσος σκηνοθέτης, μέσα από ένα διαλεκτικό βομβαρδισμό, αλλά και την αλήθεια της σιωπής, θα προσπαθήσει την σχεδόν φιλοσοφική αποδόμηση των παραπάνω ερωτημάτων!


Εξ' αρχής καυτηριάζεται η δόλια απροθυμία της δικαιοσύνης να διερευνήσει διεξοδικά την αλήθεια. Αφού σταδιακά αποκαλύπτεται ότι οι δικαστικές διαδικασίες που αποφάνθηκαν την ενοχή του παιδιού είναι ευτελής, αλλά δυστυχώς, και τόσο κοντά στην πραγματικότητα. Ο Nikita Mikhalkov σε ένα απροσδόκητο τέχνασμα θα τοποθετήσει τους δώδεκα ένορκους σε μια αίθουσα γυμναστικής. Οι σκοποί αυτής της επιλογής είναι δεδομένοι και εξυπηρετούν τα όσα θα επακολουθήσουν. Οι δώδεκα ένορκοι δείχνουν να επαναπαύονται στην απόφαση του δικαστηρίου. Επιθυμούν την άμεση απαλλαγή από το "χρέος" τους, και τη γρήγορη επιστροφή στην ανούσια και ταχύρρυθμη καθημερινότητα τους. Η αίθουσα μοιάζει νεκρή. Ταυτόσημα της πνευματικής τους οκνηρίας. Όταν όμως ένας εκ των ενόρκων θα διαφωνήσει με την ομάδα, ο λόγος δείχνει να ξυπνάει της αιώνιας λήθης του. Ο σπόρος, το ερέθισμα έχει μπει. Οι ένορκοι αναζητούν πλέον πιο δραστήρια την αλήθεια. Η αίθουσα από νεκρώσιμη πομπή αποκτάει ζωή. Δυνατές λογομαχίες και έντονα αναπαραστατικά παίγνια ανασύρουν μια ζωηράδα. Και το ρητό "Νους υγιής εν σώματι υγιεί" αποτελεί κεντρικό άξονα και δήλωση της ταινίας.

Το "12" χτίζεται και αναπτύσσεται στα θεμέλια της Ρώσικης καλλιτεχνικής παράδοσης. Δανειζόμενο από αυτή πολυάριθμα στοιχεία. Και είναι τεράστια επιτυχία του Nikita Mikhalkov, πως ενώ ακροβατεί μεταξύ της Ρώσικης φιλοσοφίας, λογοτεχνίας, θεατρολογίας και θρησκείας, δεν αναιρείται η κινηματογραφικότητα του έργου του.


Το "12" θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι ένα έργο ταγμένο στο φιλοσοφικό ρεύμα του διαλεκτικού υλισμού. Σύμφωνα με τον οποίον "αν δύο άτομα συνδιαλέγονται μεταξύ τους σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα μέχρι τον φυσικό τερματισμό της κουβέντας τους, τότε ή ο ένας θα έχει καταφέρει να πείσει τον άλλο, ή θα οδηγηθούν από κοινού σε μια τρίτη εκδοχή." Εδώ, ο διάλογος των δώδεκα στοχεύει στην απάντηση του εξής διλήμματος: αθώος ή ένοχος; Και η αναγκαία απαίτηση για ομόφωνη απάντηση των συμμετεχόντων, μέσα από την κλιμακούμενη εξέλιξη του διαλόγου, σηματοδοτεί την εφαρμογή του διαλεκτικού υλισμού πάνω στον Λόγο.

Ωστόσο το δικαστικό αυτό δράμα πατάει εξίσου καλά στη Ρωσική λογοτεχνική παράδοση. Τα επιχειρήματα των ενόρκων δεν αντλούνται από μια κοινώς αποδεκτή λογική. Αλλά είναι
η παράθεση προσωπικών βιωμάτων, που με μια αλληγορική-ηθικολογική χροιά, φιλοδοξούν να φωτίσουν τις σκοτεινές πτυχές της υπό μελέτη δολοφονίας. Έτσι, η εξέλιξη του διαλόγου επιτρέπει την άμεση συμμετοχή και επέμβαση του κοινού, δια μέσω της συναισθηματικής κατάστασης του. Τα προσωπικά βιώματα των ηρώων εμπεριέχονται σε μικρές και περίτεχνες ιστορίες που θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν βγαλμένες από κάποιο ανθολόγιο διηγημάτων ενός εκ των πατέρων της Ρώσικης λογοτεχνίας. Όπως για παράδειγμα του Τολστόι ή του Ντοστογιέφσκι.


Η θεατρικότητα του έργου είναι επίσης διάχυτη. Καθώς σχεδόν το σύνολο των γυρισμάτων διαδραματίζεται εντός μίας και μοναδικής αίθουσας. Μια αίθουσα στην οποία η πλοκή εξελίσσεται χάρις την κλιμάκωση του διάλογου, αλλά και τη λειτουργική χρήση των "θεατρικών" σκηνικών για την υλοποίηση ορισμένων αναπαραστατικών παιγνίων. Τα αντικείμενα αξιοποιούνται με έναν λειτουργικό τρόπο, που μας παραπέμπει ευθέως στη σκηνογραφία του Dogville. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν κάποιον σε ένα εσφαλμένο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια θεατρική ταινία. Όμως το αριστουργηματικά κινηματογραφικό ντεκουπάζ δίνει άμεση απάντηση σε όποια επίκριση της παραπάνω προσέγγισης.

Ενώ και το θρησκευτικό κομμάτι της ταινίας είναι έκδηλο, μέσω ενός πλήθους ανάλογων συμβολισμών. Το νούμερο 12, που περιγράφει την ποσότητα των ενόρκων, μόνο τυχαίο δε φαίνεται. Αποτελεί μια ευθεία παραπομπή στους 12 αποστόλους. Επίσης, καθώς σταδιακά οδηγούμαστε στο "ηθικά καλό", θα μπορούσαμε κάλλιστα να αποδώσουμε στις βιωματικές ιστορίες των ηρώων, αλλά και στο έργο ως ολότητα, έναν χαρακτηρισμό χριστιανικής παραβολής ή και αλληγορίας.


Ωστόσο καθώς οδηγούμαστε προς την έξοδο, ο Nikita Mikhalkov θα επαναφέρει το αρχικό ερώτημα: "Περιορίζεται η δικαιοσύνη απλά στην επιλογή μιας απόφασης;" Την απάντηση έρχεται να δώσει ο μονίμως σιωπηλός αρχιδικαστής. Με μια σιωπή που αναιρεί ολοφάνερα την προγενέστερη φλυαρία των λοιπών ενόρκων. Αυτός δείχνει να αδιαφορεί για την απόφαση ως πρόταση. Απλά αναζητεί την έμπρακτη εφαρμογή της δικαιοσύνης. Εφαρμογή που μπορεί να υλοποιηθεί ανεξαρτήτως του χρώματος της απόφασης. Κόντρα στο σύνολο(κοινωνία) που βαυκαλίζεται σε φλύαρες κρίσεις, που παρά της ενδεχόμενης ορθότητας τους, στερούνται της ανάλογης υπόστασης. Καταδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο, την αδυναμία-ανημπορία της σύγχρονης κοινωνίας να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το ζήτημα της δικαιοσύνης. Και έτσι επανακαυτηριάζεται το αρχικό ερώτημα, με τους ίδιους τους ενόρκους να παραιτούνται διαδοχικά από την ουσία του ρόλου τους.

Τέλος, η ταινία κλείνει με μια υπερβολικά λυρική και ηθικόλογη εικόνα. Υπενθυμίζοντας μας πως η δικαιοσύνη στην ιδανική της μορφή, οφείλει να είναι απαλλαγμένη από τις αποφάσεις άλλων. Επιτρέποντας στον καθένα την ολική ελευθερία της βούλησης του. Το "12" αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη δουλειά στην επιστροφή του Nikita Mikhalkov. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, κάπως αδόκιμα, ως ένα στολίδι του "λαϊκού" κινηματογράφου. Ωστόσο, πίσω από αυτό το επίθετο (λαϊκός) θα μπορούσαμε εύκολα να του προσάψουμε κάποιες ατέλειες. Όπως το χτίσιμο των ηρώων ή και την θελημένη ρότα που ακολουθεί η δραματουργία.
Βαθμολογία 8/10