Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Hwal



Σκηνοθεσία: Ki-duk Kim
Παραγωγής: South Korea / Japan / 2005
Διάρκεια: 88'


Θα μπορούσαμε κάλλιστα να χαρακτηρίσουμε το Hwal ως μια κινηματογραφική νουβέλα. Πλούσια σε συμβολισμούς, με την ιδιαίτερη αλληγορική χροιά του δημιουργού της. Ο Ki-duk Kim επιδίδεται στο γνωστό του παιχνίδι με τις αντιθέσεις Λόγου και σιωπής, εσωστρέφειας και εξωστρέφειας, παραδίδοντας άλλη μια μυστήρια και ιδιαίτερα ποιητική ταινία.


Ένας ηλικιωμένος βαρκάρης(Seong-hwang Jeon) κρατάει, επί μια δεκαετία, στο κατάστρωμα του παλιού σκάφους, ένα όμορφο δεκαεξάχρονο κορίτσι(Yeo-reum Han). Περιμένοντας, όχι και τόσο στωικά, την ενηλικίωσή του κοριτσιού, ώστε να πραγματοποιηθεί ο συμφωνηθέν μεταξύ τους γάμος. Το κορίτσι, ζώντας εξ' ολοκλήρου στο σκάφος, αγνοεί τον πολιτισμό και τον "πραγματικό" κόσμο. Επικοινωνώντας, πλην του βαρκάρη, μόνο με τους ερασιτέχνες ψαράδες που νοικιάζουν το σκάφος. Η ελκυστική κοπέλα γίνεται πολλές φορές ποθητή από τους διάφορους ψαράδες, οι οποίοι ωστόσο, σε οποιαδήποτε πράξη τους, έρχονται αντιμέτωποι με την αγριότητα και τα βέλη του κτητικού ιδιοκτήτη. Ένας νεαρός θα αναπτύξει υγιή ενδιαφέρον για την όμορφη Yeo-reum Han, και θα προσπαθήσει να την απελευθερώσει από την αιώνια φυλακή του σκάφους.


Παρακολουθούμε αυτή την ιδιόρρυθμη σχέση μεταξύ του βαρκάρη και της κοπέλας. Μια σχέση παράδοξη. Ο προστατευτικός και συνάμα κτητικός Seong-hwang Jeon επιφέρει ένα χρονικό καταστροφικών γεγονότων για τον ψυχισμό του κοριτσιού, μέσω του επίμονου πάθους του. Ακόμα και όταν η νεαρά πρωταγωνίστρια καταφέρει να απελευθερωθεί απ' το παρελθόν της, ακόμα και όταν δει το χθες να βουλιάζει κάτω απ' την επιφάνεια του σήμερα, η περασμένη της ζωή θα την ακολουθεί με τη μορφή ενός βέλους. Ενός βέλους που με την αιχμή του θα χαράζει ανεξίτηλα την εσώτερη ταυτότητα της. Ακόμα και αν δεν υπάρχει σαρκική επαφή μεταξύ των δύο, ο Κορεάτης σκηνοθέτης θα αποκρυσταλλώσει ένα άλλο είδος επαφής. Άραγε σε ποιο χρονικό σημείο σπάει ο παρθενικός υμένας της ψυχής;


Παρατηρώντας τις ταινίες του Ki-duk Kim ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύο εντελώς διαφορετικούς τύπους ηρώων. Τους εσωστρεφής, μυστήριους ήρωες που ηχούν σε μια φλογισμένη εσωτερική συχνότητα, και τους φλύαρους και εξωστρεφής που ηχούν σε ένα τέμπο εξωτερικής κενότητας. Μεταξύ τους συνήθως παρεμβάλλεται η μουσική. Έτσι και το Hwal έχει ως συνδετικό κρίκο ένα μαγευτικό και αλλόκοσμο soundtrack, που γεννιέται πάνω στις χορδές ενός τόξου.


Η εικονοκλαστική ποίηση του Ki-duk Kim, έπειτα από δέκα χρόνια φιλμογραφίας, είναι πλέον αδιαμφισβήτητη. Έτσι και εδώ, δημιουργεί εικόνες άπειρου αισθητικού κάλους, φωτογραφίζοντας τα τοπία της ματωμένης Φύσης. Αλλά και εικόνες σπαραχτικής δραματικότητας, προεκτείνοντας και οπτικοποιώντας τον ψυχισμό των ηρώων του. Εικόνες όπως αυτές με τη θηλιά να σφίγγει θανατερά στο λαιμό του βαρκάρη καθώς το κορίτσι απομακρύνεται, ή όπως αυτή όπου η κοπέλα αφουγκράζεται τη μουσική μέσα απ' ένα ζευγάρι ακουστικά χωρίς τη συνοδεία discman(καθώς και αρκετές άλλες), τις συναντάμε μόνο στις ταινίες του Κορεάτη auteur, και ασφαλώς καταγράφονται άσβηστα στα τεφτέρια των θεατικών εμπειριών μας.

Το Hwal ωστόσο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αδυνατεί να συμπεριληφθεί στα αριστουργήματα του σκηνοθέτη. Ο Ki-duk Kim αποφασίζει να γυρίσει ξανά σε λιτά σκηνικά. Όλος ο φιλμικός χρόνος ξετυλίγεται εντός ενός σκάφους. Ωστόσο, είναι εμφανής η αδυναμία να επιτευχθεί ισορροπία εντός του φιλμικού χρόνου. Ο Κορεάτης χρησιμοποιεί επαναληπτικά μοτίβα σε διάφορα σημεία, όπως και για να περιγράψει την καθημερινότητα του καταστρώματος, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο εκτός της επιμήκυνσης του film, αφαιρώντας τελικά κάτι από την ποιητική δύναμη των εικόνων.
Βαθμολογία 7,5/10

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Vozvrashcheniye



Σκηνοθεσία: Andrei Zvyagintsev
Παραγωγής: Russia / 2003
Διάρκεια: 105'


Έστω και αδόκιμα, θα ήθελα να αναλύσω το κινηματογραφικό σενάριο σε δύο συνιστώσες. Στο πλάτος και στο βάθος. Με το πλάτος ορίζω το βαθμό πολυπλοκότητας μιας ιστορίας, δηλαδή πόσο πολυπρόσωπη είναι αυτή, τα επεισόδια-ανατροπές που την απαρτίζουν κλπ. Ενώ με το βάθος ορίζω τον βαθμό ανάλυσης, το επίπεδο στοχασμού μέσα στην ίδια την ιστορία. Αν και το βάθος με το πλάτος, σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς, δεν είναι, ευθέως τουλάχιστον αλληλαντικρουόμενα, στα σύγχρονα κινηματογραφικά σενάρια, διακρίνουμε μια κυριαρχία του πλάτους έναντι του βάθους. Ο σύγχρονος "νευρικός-μέσος" θεατής προσδοκεί διαρκώς την ανατροπή από μια ιστορία. Οι σκηνοθέτες έχουν πλούσια εργαλεία στα χέρια τους για να διηγηθούν πολυπρόσωπες και πολυμήχανες ιστορίες. Ενώ τέλος, κατά τη διάρκεια της σεναριοσυγγραφής, είναι δυσκολότερο να διηγηθείς μια ιστορία σε βάθος, ειδικά όταν αυτή, ελέω των μηχανισμών της αγοράς, οφείλει να είναι συμβατή με τα κριτήρια της πολυπλοκότητας και της ανατρεπτικότητας. Έτσι, οι απλές και μινιμαλιστικές ιστορίες του κλασσικού κινηματογράφου, των δυο και των τριών προσώπων, έχουν εξαλειφθεί. Και έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο πλούσιες, σε επίπεδο πλοκής, και πιο φτωχές, σε επίπεδο βάθους, ταινίες. Η "Επιστροφή" όμως είναι μια ταινία που αντιβαίνει την παραπάνω τάση. Ο Andrei Zvyagintsev κάνει μια ταινία με εξαιρετικά μεγάλο βάθος, και μόνο με τρία πρωταγωνιστικά πρόσωπα. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες της σύγχρονης κινηματογραφικής γλώσσας(φωτογραφία κλπ), όχι της σεναριακής. Και κάνει στο ντεμπούτο του ένα τρισμέγιστο film, με το οποίο σάρωσε τα φεστιβαλικά βραβεία, ανάμεσα τους και ο Χρυσός Λέοντας στη Βενετία. Οι κριτικοί μίλησαν για μια βαθιά στοχαστική ταινία, σπάνιας καλλιτεχνικής αρτιότητας, και παρομοίωσαν ευθέως τον νέο αυτόν σκηνοθέτη με τον Tarkovsky. Προσωπικά, χωρίς να βρίσκω κάποιον ευδιάκριτο λόγο, το ντεμπούτο του ανακάλεσε από τη μνήμη μου, τον Roman Polanski με το παρθενικό του "Nóz w wodzie".


Αλλά ας πάμε στο story. Ένας πατέρας(Konstantin Lavronenko), του οποίου οι πατρικές ιδιότητες βρίσκονται διαρκώς υπό αμφιβολία, επιστρέφει μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας στην οικογένεια του. Θα πάρει τους δύο γιους του(Vladimir Garin, Ivan Dobronravov) για ένα ολιγοήμερο ταξίδι. Όμως ο αρχικός ενθουσιασμός των παιδιών φρενάρει μπροστά στην αυταρχική συμπεριφορά του πατέρα. Ο οποίος δείχνει να επέστρεψε περισσότερο για να ασκήσει τα "κατοχυρωμένα" δικαιώματα εξουσίας, παρά από γονεϊκό ενδιαφέρον. Η "Επιστροφή" γίνεται ένα μινιμαλιστικό road movie, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων.


Το ολιγοήμερο ταξίδι τελικά θα διαρκέσει μια βδομάδα. Με μια ευδιόρατη Βιβλική αναφορά, σημαδεύοντας τη βδομάδα της δημιουργίας. Ή μήπως της καταστροφής; Όπως και να 'χει αυτή η βδομάδα, μέσα από τα τραύματά της, είναι καταλυτική για τη μετέπειτα διαμόρφωση των παιδιών, έστω και αν αυτή μένει στον off χρόνο. Ο πατέρας παραμένει πάντα μια αφηρημένη έννοια. Δεν έχει όνομα, δεν έχει παρελθόν. Μόνο μια αινιγματική φωτογραφία επιχειρηματολογεί την προΰπαρξή του. Μπορεί να συμβολίζει οτιδήποτε. Μπορεί να είναι ο εκφραστής ενός απόλυτου καθεστώτος, ή ο αντιπρόσωπος μιας άγνωστης Θεότητας. Μπορεί να είναι απλώς ένας πατέρας. Ή και τίποτα απ' όλα αυτά. Όπως και να διαβαστεί, ο Andrei Zvyagintsev καταφέρνει μια πολύπλευρη χροιά στην ταινία του. Αφήνει ξεκάθαρες πολιτικές νύξεις, αναδυόμενες από μια μυστηριακή θρησκευτικότητα, τη στιγμή που αποδομεί εις βάθος την σχέση πατέρα-παιδιών και τον θεσμό της οικογένειας.


Στο διαρκή κοντράστ μεταξύ πατέρα-παιδιών βλέπουμε μια συνεχή πάλη. Την πάλη του παλιού με το καινούριο. Ο μεγάλος γιος σπεύδει να εναγκαλιάσει τον πατέρα του, παρά τον επίπονο αυταρχισμό του, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος για τη σπορά των πατρικών ιδεών. Από την άλλη, ο μικρός γιος, του οποίου τα έργα και το όνομα Ivan μας παραπέμπουν σε έναν άλλο Ivan, εναντιώνεται αντιδραστικά σε αυτή την εξουσία. Τι σημασία έχει; Και τα δύο παιδιά, ανεξαρτήτως φρονημάτων, θα κουβαλήσουν στην πλάτη τον πατέρα τους. Ο καινούργιος, αναδημιουργημένος κόσμος, κουβαλάει σαν σταυρό την παλιά τάξη πραγμάτων. Η οποία υπεισέρχεται εντός του. Και μπροστά στην οριστική απώλεια του παλιού, το νέο θυσιάζεται. Θυσιάζεται η αθωότητα. Θυσιάζεται η ελεύθερη κρίση. Η κάθε εποχή δουλικά κουβαλάει την προγενέστερη της. Και η αποδοχή, ή η αντίδραση προς αυτή, δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος.


Το "Vozvrashcheniye" είναι μια ταινία που έκανε κοινό και κριτικούς να παραμιλούν για τις ικανότητες του Andrei Zvyagintsev. Ο Ρώσος σκηνοθέτης είναι γνώστης της κινηματογραφικής παράδοσης της χώρας του. Η "Επιστροφή" είναι τόσο στιβαρή ατμοσφαιρικά, στοχαστικά και συναισθηματικά που αποτελεί μια υπερβατική εμπειρία. Στο έργο του Andrei Zvyagintsev είναι εμφανή η επιρροή απ' τον Andrei Tarkovsky, η οποία είναι πλαισιωμένη με καλαίσθητα νεωτεριστικά στοιχεία. Η φωτογραφία της ταινίας ανήκει στις ελάχιστες εκείνες, όπου μοιάζει κάποιος ζωγράφος να βούτηξε τα πινέλα του πάνω στο μουσαμά του φωτογραφικού φακού. Κάδρα που στοιχειώνουν την θεατική εμπειρία. Ενώ και ο πολλά υποσχόμενος Ρώσος σκηνοθέτης, δείχνει τεράστια ωριμότητα και στον τρόπο διαχείρισης των ηθοποιών του.
Βαθμολογία 9,5/10

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Ne touchez pas la hache



Σκηνοθεσία: Jacques Rivette
Παραγωγής: France / Italy / 2007
Διάρκεια: 137'


Όταν τα έργα σπουδαίων καλλιτεχνών συναντιούνται, άνευ σκοπιμοτήτων, έστω και άχρονα, τότε μπορεί να γεννηθεί μια σπίθα φωτός ακουμπισμένη στα χειρόγραφα της Τέχνης. Κάπως έτσι φαίνεται να γεννήθηκε και το "Ne touchez pas la hache" του αειθαλή Jacques Rivette, που όχι μόνο είναι βασισμένο, αλλά και εμπνευσμένο απ' την ομώνυμη νουβέλα (The Duchess of Langeais) του Honoré de Balzac.


Ένας στρατηγός(Guillaume Depardieu) αναζητάει απεγνωσμένα μια μοναχή(Jeanne Balibar) ανά την Ευρώπη. Το περιστατικό αυτό θα σταθεί αφορμή για να περιπλανηθούμε σε έναν φλογισμένο έρωτα που έχει προηγηθεί. Έναν έρωτα θεριεμένο που με βαθιές χαρακιές στιγματίζει το εσωτερικό ανάγλυφο των εραστών. Ο έρωτας στην πιο ακραία του μορφή, αυτήν της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης! Μια ιστορία που τοποθετείται περί 200 έτη πριν, και ανασαίνει βαρέως την έκρυθμη εποχή της Γαλλικής Μεταρρύθμισης. Το κινηματογραφικό κείμενο ακολουθεί τα δύσβατα μονοπάτια που χάραξε ο Honoré de Balzac, παραθέτοντας μια ιστορία που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απ' τα κλασσικότερα ερωτικά δράματα!


Πόσο δύσκολος είναι ο έρωτας σε αυτή την ιδιόρρυθμη περίοδο; Μια περίοδο που η βούληση του ατόμου μοιάζει απαγορευμένη και περιχαρακωμένη στα πλαίσια μιας επιβεβλημένης πρέπουσας κοινωνικής συμπεριφοράς. Η εκθαμβωτική δούκισσα Jeanne Balibar ενσαρκώνει χαρισματικά μια θηλυκή περσόνα της εποχής. Μια γυναίκα θελκτική, ποθητή και ερωτική. Η οποία ασφυκτιά μέσα στους τρόπους. Ο έρωτας, σαρκικός και παρορμητικός, είναι μια απαγορευμένη γεύση για αυτήν. Της επιτρέπεται να τον προκαλέσει, να τον ζωγραφίσει, να τον αισθανθεί. Απαγορεύεται όμως να τον αγγίξει και να τον εκφράσει. Ο προσφάτως αδικοχαμένος Guillaume Depardieu, παραθέτει μια αριστουργηματική ερμηνεία. Είναι το αρσενικό, που πέφτει "ανάσκελα" στην ερωτική παγίδα, στην υπόσχεση. Ονειρεύεται, αισθάνεται. Παραδομένος στο πάθος, στο πάθος που τυφλώνει. Κοινωνικά κατώτερος της Δούκισσας είναι ολοκληρωτικά υποταγμένος στις διαθέσεις της. Τα συναισθήματα κόντρα στο φαίνεσθαι της αριστοκρατίας. Η εποχή ανασταίνεται χαρισματικά μέσα απ' τους δεύτερους ρόλους. Οικογένειες, συγγενείς και φίλοι που αγωνιούν μόνο για την εικόνα. Αδιαφορώντας κατάκορφα για την ουσία και την αλήθεια των αισθημάτων. Ο Jacques Rivette δεν έχει ωστόσο καμία διάθεση να καυτηριάσει το συγκεκριμένο τοπίο. Υπάρχει ο έρωτας για τον λόγο αυτό. Ο έρωτας που χλευάζει επιδεικτικά τον άνθρωπο για την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να περιφρουρεί το "είναι" σε φόρμες και κανόνες. Ο έρωτας που αναποδογυρίζει τα πάντα, και η προσφάτως κυρίαρχη δούκισσα γίνεται έρμαιο σε συναισθημάτων που την παρασύρουν ανεξέλεγκτα στη θυελλώδη θάλασσα του αγαπητικού της. Και ο έρωτας πάντα εκεί, να χλευάζει τον άνθρωπο που αρνήθηκε αυτό τον χορό. Και το τέλος προμηνύει την (αυτο)καταστροφή σε αυτόν που φρονεί πως μπορεί να δαμάσει τα συναισθήματα του. Μα το τίμημα πάντα βαρύτερο για αυτούς που μένουν πίσω, για αυτούς που τα παράτησαν πρόωρα. Μεγάλο ενδιαφέρον, σε δεύτερο επίπεδο, παρουσιάζει και ο τρόπος που αποτυπώνεται η υπαινισσόμενη ερωτοτροπία μεταξύ των τάξεων. Σχέσεις μίσους και αγάπης που εναλλάσσονται ταχέως μέσα στο εγκόσμιο ανάκτορο της κοινωνίας.


Η κινηματογραφική γλώσσα του Jacques Rivette έχει τεράστιο ενδιαφέρον για άλλη μια φορά! Λιτή απλή και περιεκτική. Η κάμερα σε μακρά πλάνα και αργούς ρυθμούς σβαρνίζει επίπονα τους εσωτερικούς χώρους στο παλάτι της Δούκισσας, όπου πραγματοποιούνται κυρίως οι συναντήσεις των δύο. Αξιοποιεί λειτουργικά τους φυσικούς ήχους. Το τρίξιμο στο πάτωμα οι στεναγμοί στους λεπτοδείκτες εντείνουν τις στιγμές στον ανεκπλήρωτο έρωτα. Ο ποιητικός λόγος παρασύρει τον θεατή. Και δίνει στη σχέση των "ανέγγιχτων" εραστών τη χροιά ενός κλασσικού ερωτικού δράματος. Ένας λόγος, που σε συνδυασμό με τις αριστουργηματικές ερμηνείες, πέραν της εξωτερικής του ευγλωττίας, φωτίζει αχνά και σιωπηλά το εσωτερικό των πρωταγωνιστών που παραλύει στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου. Ένα καζάνι φλογισμένο και γεμισμένο με εκρήξεις, παρορμήσεις, πάθη, συναισθήματα που χύνεται προκαλώντας εγκαύματα στην αριστοκρατική σάρκα των εραστών...

Παρ' ότι δεν πρόκειται για κάποια υπερπαραγωγή, αξίζουν τεράστια συγχαρητήρια σε όλη την καλλιτεχνική διεύθυνση. Καθώς τόσο η λιτή σκηνογραφία, τα πολυτελή κουστούμια και
το μακιγιάζ καταφέρνουν να αναβιώνουν με αξιοθαύμαστο τρόπο τον σφυγμό της εποχής. Σε μια ταινία, που αν αντέξεις, είναι φτιαγμένη για να σε παρασύρει...
Βαθμολογία 7/10