Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2003. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2003. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

The Dreamers



Σκηνοθεσία: Bernardo Bertolucci
Παραγωγής: France / UK / Italy / 2003

Διάρκεια: 115'

Στη σινεμάνα της Γαλλίας αυτό το ποιητικό δράμα. Φόντο ο Μάης του 68. Η Γαλλική ταινιοθήκη, κατάνοικτη για το κοινό και με χιλιάδες επιλογές, είναι πόλος έλξης για τα ανήσυχα νιάτα της εφηβείας. Εκεί 3 φοιτητές γίνονται μια παρέα, ένα σώμα. Πρόκειται για τα Γαλλικής υπηκοότητας αδέρφια Isabelle και Theo(Eva Green, Louis Garrel αντιστοίχως), που αυτοαποκαλούνται σιαμαία. Και για τον Αμερικάνο Matthew(Michael Pitt). Διαφορετικές εθνικότητες, διαφορετικές κουλτούρες. Οι Γάλλοι είναι γόνοι μιας προοδευτικής-φιλελεύθερης οικογένειας. Οι κηδεμόνες αποσύρονται σε ταξίδι αναψυχής. Το σπίτι, με κατάνοικτες αγκάλες, παραδίνεται στα χέρια των νεαρών. Ακολουθεί ένας ξέφρενος διαλεκτικός πανζουρλισμός, που τσουγκρίζει, ενώνει και συνουσιάζει -πάντα γόνιμη η συνουσία- τις διαφορετικές κουλτούρες.


Έξω μυρίζει Μάης. Οι δρόμοι ανάστατοι. Τα επαναστατικά ιδεώδη καλοσμιλεμένα στο μυαλό των αντιφρονούντων, καθοδηγούν την εξέγερση. Μέσα στο σπίτι, το ερμητικά κλεισμένο σπίτι που μοιάζει με μονωμένο όνειρο, οι 3 νεαροί πραγματοποιούν την δική τους ατομική επανάσταση. Επιδιδόμενοι σε μια αντισυμβατική ερωτική απελευθέρωση. Καταρρίπτοντας όλα τα κοινωνικά ταμπού περί επιτρεπτού και απαγορευμένου. Ο Bertolucci μας λέει πως η επανάσταση προϋποθέτει πνευματική ανάταση. Και για τις δύο επαναστάσεις σπέρμα αποτελούν οι ταινίες του Goddard, του Bresson, του Chaplin, του Keaton, του Hawks και πολλών άλλων, οι οποίοι μπλέκονται ειδυλλιακά στην αφήγηση του Ιταλού σκηνοθέτη, με μια λιγωτική χροιά σινεφιλικής εξομολόγησης.

Ο Bertolucci θα εστιάσει στην παρέα των τριών. Για αυτό κατηγορήθηκε ότι παραλείπει τα ιστορικά γεγονότα. Τι αναίτια κατηγορία; Όντας μέσα σ' ένα σπίτι μπορείς να μιλήσεις για το χρώμα των τοίχων, για τα έπιπλα. Άντε μέχρι και για τη διακόσμηση του. Αν θες όμως να δεις την "αλήθεια" του, οφείλεις να βγεις έξω από αυτό, και έπειτα ανέβεις στο υψηλότερο σημείο. Μέχρι την καμινάδα. Να εισπνεύσεις από κει όλον τον αέρα του, ρουφώντας έτσι όλο το είναι, και έπειτα να εκπνεύσεις το μόρφωμα της "αλήθειας" σε στάχτη, καπνό, φωτιά και αέρα. Και το "The Dreamers" έχει πολλά από αυτά!


Όπως προείπαμε ο Bertolucci εστιάζει στην τριμελή παρέα. Κοιτάει με κάποιο αχνό φίλτρο αυτολογοκριμένης αποφόρτισης τις ερωτικές περιπτύξεις των πρωταγωνιστών, και εμβαθύνει στις σχέσεις τους, στην κουλτούρα τους. Διόδιο οι πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις για την ιστορία του κινηματογράφου, αλλά και της μουσικής. Και η αφήγηση είναι πλημυρισμένη από αυτοαναφορικότητα στο ίδιο το σινεμά. Χωρίς αυτές τις αναφορές, ίσως το κινηματογράφημα του Bertolucci να έμοιαζε γυμνό, και κάπως άτολμο. Όμως οι σινεφιλικές παρενθέσεις είναι ικανές να σκορπίσουν το ρίγος και την συναισθηματική εκσπερμάτωση στο μυημένο κοινό. Απ' τη σχέση των τριών, ξεχωρίζουμε την επιμόρφωση του Αμερικάνου από τη Γαλλική κουλτούρα του Theo και της Isabelle. Έτσι ο Matthew θα απελευθερωθεί συντόμως από την ενοχλητική, Αμερικάνικης προέλευσης, πουριτανική τυπολατρία του. Όμως είναι ο ευφυής Matthew που θα ξεσκεπάσει τον κρυφό πουριτανισμό που εδρεύει στα αυτοκόλλητα αδέρφια.

Η επανάσταση προϋποθέτει πνευματική ανάταση. Και ο Bertolucci αμφισβητεί με διακριτικότητα την ουσιαστικότητα και την αξία των συλλογικών επαναστάσεων. Καθώς προβληματίζεται κατά πόσον οι συλλογικές ομάδες μπορούν να επιμορφωθούν πνευματικά. Η πνευματική ανάταση προϋποθέτει βίωμα. Εξερεύνηση. Ανοιχτούς ορίζοντες. Μη δεσμευμένη σκέψη. Η πνευματική ανάταση προϋποθέτει ανοιχτά μάτια και διαφορετικά βλέμματα εντός των εξωτερικών συμβάντων. Ούτως ώστε να επιτελεστεί η εσωτερική διαπλάτυνση. Πόσο είναι αυτό εφικτό στις συλλογικές εξεγέρσεις; Σε αυτές η προσωπικότητα επεισέρχεται σε μηχανισμούς ατομικής απαλοιφής. Η κίνηση του δεν είναι ελεύθερη. Ακολουθεί καταναγκαστικά τη ροή του όχλου. Τα μάτια είναι κλειστά. Περιορισμένα να θωρούν υπό ένα μονοσήμαντο πρίσμα. Αυτό της ορισμένης μονομέρειας που επιτάσσουν οι σαφώς ορισμένες ιδέες και τα φρονήματα της συλλογικότητας. Η οποία καταλήγει να υπηρετεί, υπό τις λειτουργικές αρχές του κοπαδιού, την ατομικότητα της εκάστοτε καθοδηγήτριας ηγεσίας. Και έτσι τα άτομα, ως άβουλα όντα ενταγμένα στην ασφάλεια ενός άλλου κοπαδιού, είναι τα εκτελεστικά όργανα σαφώς καθορισμένων σκοπιμοτήτων. Δίχως διαλεκτικότητα. Και κυρίως, δίχως δυνατότητα κριτικής σκέψης. Χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο αγανακτησμένος Theo ζητάει στον Matthew να παύσει την κριτική του.


Το "The Dreamers" είναι μια από τις σημαντικές ταινίες της δεκαετίας. Ένα ποιητικό άσμα πάνω στη φύση του ίδιου του σινεμά. Ένας ύμνος για την επανάσταση. Και μια αχνή φωνή αμφισβήτησης πάνω στη μηχανική εφαρμογή της. Ο Bertolucci μετριάζει βέβαια με αυτοσυγκράτηση το ανατρεπτικό σενάριο του Gilbert Adair. Κάνει μια ανθρώπινα πολιτική ταινία. Αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς, μέσω της φύσης της οικογενείας, και για τον οικονομικό φιλελευθερισμό που ακολούθησε εκείνης της εποχής. Δίνοντας μας ταυτόχρονα μερικές άρτια κομψοτεχνημένες σκηνές. Όπως αυτή του φινάλε. Με τον αποφυλακισμό του ονείρου απ' το εσωτερικό αδιέξοδο που έχει περιέλθει. Καθώς ο κόσμος του έξω, θρυμματίζει βίαια το πηχτό νεφέλωμα που έχει σχηματιστεί γύρω από αυτό. Επιζητώντας πιεστικά την απόδραση.
Βαθμολογία 8/10

Σάββατο 9 Μαΐου 2009

Vozvrashcheniye



Σκηνοθεσία: Andrei Zvyagintsev
Παραγωγής: Russia / 2003
Διάρκεια: 105'


Έστω και αδόκιμα, θα ήθελα να αναλύσω το κινηματογραφικό σενάριο σε δύο συνιστώσες. Στο πλάτος και στο βάθος. Με το πλάτος ορίζω το βαθμό πολυπλοκότητας μιας ιστορίας, δηλαδή πόσο πολυπρόσωπη είναι αυτή, τα επεισόδια-ανατροπές που την απαρτίζουν κλπ. Ενώ με το βάθος ορίζω τον βαθμό ανάλυσης, το επίπεδο στοχασμού μέσα στην ίδια την ιστορία. Αν και το βάθος με το πλάτος, σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς, δεν είναι, ευθέως τουλάχιστον αλληλαντικρουόμενα, στα σύγχρονα κινηματογραφικά σενάρια, διακρίνουμε μια κυριαρχία του πλάτους έναντι του βάθους. Ο σύγχρονος "νευρικός-μέσος" θεατής προσδοκεί διαρκώς την ανατροπή από μια ιστορία. Οι σκηνοθέτες έχουν πλούσια εργαλεία στα χέρια τους για να διηγηθούν πολυπρόσωπες και πολυμήχανες ιστορίες. Ενώ τέλος, κατά τη διάρκεια της σεναριοσυγγραφής, είναι δυσκολότερο να διηγηθείς μια ιστορία σε βάθος, ειδικά όταν αυτή, ελέω των μηχανισμών της αγοράς, οφείλει να είναι συμβατή με τα κριτήρια της πολυπλοκότητας και της ανατρεπτικότητας. Έτσι, οι απλές και μινιμαλιστικές ιστορίες του κλασσικού κινηματογράφου, των δυο και των τριών προσώπων, έχουν εξαλειφθεί. Και έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο πλούσιες, σε επίπεδο πλοκής, και πιο φτωχές, σε επίπεδο βάθους, ταινίες. Η "Επιστροφή" όμως είναι μια ταινία που αντιβαίνει την παραπάνω τάση. Ο Andrei Zvyagintsev κάνει μια ταινία με εξαιρετικά μεγάλο βάθος, και μόνο με τρία πρωταγωνιστικά πρόσωπα. Εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες της σύγχρονης κινηματογραφικής γλώσσας(φωτογραφία κλπ), όχι της σεναριακής. Και κάνει στο ντεμπούτο του ένα τρισμέγιστο film, με το οποίο σάρωσε τα φεστιβαλικά βραβεία, ανάμεσα τους και ο Χρυσός Λέοντας στη Βενετία. Οι κριτικοί μίλησαν για μια βαθιά στοχαστική ταινία, σπάνιας καλλιτεχνικής αρτιότητας, και παρομοίωσαν ευθέως τον νέο αυτόν σκηνοθέτη με τον Tarkovsky. Προσωπικά, χωρίς να βρίσκω κάποιον ευδιάκριτο λόγο, το ντεμπούτο του ανακάλεσε από τη μνήμη μου, τον Roman Polanski με το παρθενικό του "Nóz w wodzie".


Αλλά ας πάμε στο story. Ένας πατέρας(Konstantin Lavronenko), του οποίου οι πατρικές ιδιότητες βρίσκονται διαρκώς υπό αμφιβολία, επιστρέφει μετά από δώδεκα χρόνια απουσίας στην οικογένεια του. Θα πάρει τους δύο γιους του(Vladimir Garin, Ivan Dobronravov) για ένα ολιγοήμερο ταξίδι. Όμως ο αρχικός ενθουσιασμός των παιδιών φρενάρει μπροστά στην αυταρχική συμπεριφορά του πατέρα. Ο οποίος δείχνει να επέστρεψε περισσότερο για να ασκήσει τα "κατοχυρωμένα" δικαιώματα εξουσίας, παρά από γονεϊκό ενδιαφέρον. Η "Επιστροφή" γίνεται ένα μινιμαλιστικό road movie, με ιδιαίτερη έμφαση στις διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των προσώπων.


Το ολιγοήμερο ταξίδι τελικά θα διαρκέσει μια βδομάδα. Με μια ευδιόρατη Βιβλική αναφορά, σημαδεύοντας τη βδομάδα της δημιουργίας. Ή μήπως της καταστροφής; Όπως και να 'χει αυτή η βδομάδα, μέσα από τα τραύματά της, είναι καταλυτική για τη μετέπειτα διαμόρφωση των παιδιών, έστω και αν αυτή μένει στον off χρόνο. Ο πατέρας παραμένει πάντα μια αφηρημένη έννοια. Δεν έχει όνομα, δεν έχει παρελθόν. Μόνο μια αινιγματική φωτογραφία επιχειρηματολογεί την προΰπαρξή του. Μπορεί να συμβολίζει οτιδήποτε. Μπορεί να είναι ο εκφραστής ενός απόλυτου καθεστώτος, ή ο αντιπρόσωπος μιας άγνωστης Θεότητας. Μπορεί να είναι απλώς ένας πατέρας. Ή και τίποτα απ' όλα αυτά. Όπως και να διαβαστεί, ο Andrei Zvyagintsev καταφέρνει μια πολύπλευρη χροιά στην ταινία του. Αφήνει ξεκάθαρες πολιτικές νύξεις, αναδυόμενες από μια μυστηριακή θρησκευτικότητα, τη στιγμή που αποδομεί εις βάθος την σχέση πατέρα-παιδιών και τον θεσμό της οικογένειας.


Στο διαρκή κοντράστ μεταξύ πατέρα-παιδιών βλέπουμε μια συνεχή πάλη. Την πάλη του παλιού με το καινούριο. Ο μεγάλος γιος σπεύδει να εναγκαλιάσει τον πατέρα του, παρά τον επίπονο αυταρχισμό του, αποτελώντας πρόσφορο έδαφος για τη σπορά των πατρικών ιδεών. Από την άλλη, ο μικρός γιος, του οποίου τα έργα και το όνομα Ivan μας παραπέμπουν σε έναν άλλο Ivan, εναντιώνεται αντιδραστικά σε αυτή την εξουσία. Τι σημασία έχει; Και τα δύο παιδιά, ανεξαρτήτως φρονημάτων, θα κουβαλήσουν στην πλάτη τον πατέρα τους. Ο καινούργιος, αναδημιουργημένος κόσμος, κουβαλάει σαν σταυρό την παλιά τάξη πραγμάτων. Η οποία υπεισέρχεται εντός του. Και μπροστά στην οριστική απώλεια του παλιού, το νέο θυσιάζεται. Θυσιάζεται η αθωότητα. Θυσιάζεται η ελεύθερη κρίση. Η κάθε εποχή δουλικά κουβαλάει την προγενέστερη της. Και η αποδοχή, ή η αντίδραση προς αυτή, δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος.


Το "Vozvrashcheniye" είναι μια ταινία που έκανε κοινό και κριτικούς να παραμιλούν για τις ικανότητες του Andrei Zvyagintsev. Ο Ρώσος σκηνοθέτης είναι γνώστης της κινηματογραφικής παράδοσης της χώρας του. Η "Επιστροφή" είναι τόσο στιβαρή ατμοσφαιρικά, στοχαστικά και συναισθηματικά που αποτελεί μια υπερβατική εμπειρία. Στο έργο του Andrei Zvyagintsev είναι εμφανή η επιρροή απ' τον Andrei Tarkovsky, η οποία είναι πλαισιωμένη με καλαίσθητα νεωτεριστικά στοιχεία. Η φωτογραφία της ταινίας ανήκει στις ελάχιστες εκείνες, όπου μοιάζει κάποιος ζωγράφος να βούτηξε τα πινέλα του πάνω στο μουσαμά του φωτογραφικού φακού. Κάδρα που στοιχειώνουν την θεατική εμπειρία. Ενώ και ο πολλά υποσχόμενος Ρώσος σκηνοθέτης, δείχνει τεράστια ωριμότητα και στον τρόπο διαχείρισης των ηθοποιών του.
Βαθμολογία 9,5/10

Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Coffee and Cigarettes



Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Παραγωγής: USA / Japan / Italy / 2003
Διάρκεια: 95'

Το Coffee and Cigarettes είναι ένα κολάζ 11 ταινιών μικρού μήκους σε ασπρόμαυρο φόντο, αριστοτεχνικά πλανοθετημένων. Σε αυτές τις 11 ιστορίες παρελαύνουν δημοφιλέστατοι ηθοποιοί. Ανάμεσα τους ο Roberto Benigni, ο Iggy Pop, ο Tom Waits, η Cate Blanchett και ο Bill Murray.


Το Coffee and Cigarettes, όσο και αν ακούγεται παράξενο, όσο και αν τα αποτσίγαρα και οι κούπες σχηματίζουν σωρούς στα τραπέζια των ομιλούντων, δεν είναι μια ταινία για τον καφέ και τα τσιγάρα. Είναι μια ταινία για την νευρικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι, καπνίζοντες και μη, fan του καφέ ή όχι, απέναντι σε στιγμές σιωπής, σε μονότονους διαλόγους, σε αμήχανες καταστάσεις. Έτσι ο Jim Jarmuch σκηνοθετεί ανθρώπους που φλυαρολογούν ακατάπαυστα πάνω από ένα τραπέζι, που βρίσκονται στη διαρκή αμηχανία της "εσωτερικής σιωπής" ή του μη ενδιαφέροντος. Και ο καφές και τα τσιγάρα, σε αυτές τις στιγμές, γίνονται τα υλικά στα οποία στρέφεται ο άνθρωπος. Το συμπλήρωμα ή το ναρκωτικό που υποκαθιστά το κενό εντός μας, και αναλαμβάνει να θρυμματίσει την προαναφερθέν αμηχανία. Μια τάση που έχει δημιουργήσει τελικά τη γενιά του καφέ και του τσιγάρου.


Ένας σκηνοθέτης του αναστήματος του Jim Jarmusch, μπορεί να καλύψει αυτή τη θεματολογία σε μια ταινία 15 λεπτών. Ωστόσο το Coffee and Cigarettes διαρκεί 95 λεπτά. Πρόκειται για μια διαρκώς επαναληπτική ταινία. Μα η επανάληψη εδώ δεν προδίδει την απουσία σκηνοθετικής οικονομίας, αλλά αντιθέτως αποτελεί ένα παμπόνηρο τέχνασμα, σύμφωνο με τη φιλοσοφία του film. Ο θεατής καταλαμβάνεται από μια υπέρμετρη αμηχανία και μια νευρικότητα, παρακολουθώντας μια ταινία στην οποία τίποτε δε συμβαίνει. Μια αμηχανία όμοια με αυτή των ηρώων που καταφεύγουν στον καφέ και τα τσιγάρα. Έτσι ο πολυαγαπημένος σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδείξει, με τον πιο άμεσο τρόπο, την εσωτερική αδυναμία του μέσου ανθρώπου απέναντι στις λεγόμενες "νεκρές" στιγμές.


Ο Jim Jarmuch δε χάνει την ευκαιρία να "παίξει" και στο φινάλε του film, το οποίο, για όσους δεν το τελειώσουν, θα κλείσει με την πιο βαρετή ιστορία. Δύο ηλικιωμένων ανθρώπων που δεν έχουν την ενέργεια ούτε καν να μιλήσουν. Συνοδεία τους θα αφουγκραστούμε ένα μουσικό κομμάτι όπερας. Της όπερας που έχει απορριφθεί απ' τον συλλογικό κόσμο, που της έχει αποδώσει το στίγμα του βαρετού και του μη ενδιαφέροντος!
Βαθμολογία 7/10

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Lost in Translation



Σκηνοθεσία: Sofia Coppola
Παραγωγής: USA / Japan / 2003
Διάρκεια: 102'


Το "Χαμένοι στη Μετάφραση" αποτελεί μόλις την δεύτερη από τις τρεις ταινίες, και μάλιστα τη γνωστότερη στο ευρύ κοινό, της Sofia Coppola, που έχει φορτωθεί στην πλάτη τη μεγάλη κληρονομία που έχει αφήσει ο πατέρας. Αν θα έπρεπε να συγχαρούμε για κάτι την 37χρονή σκηνοθέτιδα είναι το ότι επιχειρεί με ένα προσωπικό ύφος και χαμηλούς τόνους να βαδίσει αυτόνομα στη παγκόσμια φιλμογραφία.


Στο Lost in Translation θα παρακολουθήσουμε την αυγή και τη δύση μιας δυνατής ανθρώπινης σχέσης σε χλιδάτο ξενοδοχείο του Τόκυο. Αυτή(Scarlett Johansson), μια 20χρονή γυναίκα ενός καριερίστα φωτογράφου που την παραμελεί στα πλαίσια της εργασιομανίας του αιώνα μας. Αυτός(Bill Murray), ένας διάσημος ηθοποιός που στην προσωπική του ζωή είναι αποξενωμένος κάτω από τη συζυγική του στέγη. Σύντομα, μέσα από βλέμματα, σκέψεις και μια βαθύτερη επικοινωνία θα ανακαλύψουν πως τους ενώνουν πολλά περισσότερα από την κοινή απογοήτευση του έγγαμου βίου. Μια πλατωνική σχέση φιλίας και αγάπης γεννάται, που όμως είναι καταδικασμένη να εγκλειστεί στη σφαίρα του ανολοκλήρωτου. Και αν ο χρόνος συνύπαρξης είναι εφήμερος, ίσως ο πραγματικός χρόνος διαιωνιστεί μέσα από το μέρωμα των συναισθημάτων...


Η Sofia Coppola θα τοποθετήσει σκοπίμως την ιστορία της στο ραγδαίως αναπτυσσόμενο Τόκιο. Όπου σαν αντιπρόσωπος του καπιταλιστικού οικοδομήματος παρατηρείται μια ευρύτερη μαζοποίηση και ανάμειξη κουλτούρων και προτύπων. Άνθρωποι που ακολουθούν πειθήνια τη μόδα και νοιάζονται μόνο για το image και το lifestyle αποτελούν τα εργαλεία μιας καθολικής απόρριψης του αποξενωμένου, αποστειρωμένου και χαλιναγωγημένου τρόπου ζωής του Δυτικού κόσμου. Οι ήρωες μας επιτυγχάνουν αμέσως μια τέλεια χημεία, που βασίζεται κυρίως στην καταπληκτική ερμηνεία του Bill Murray και τη φυσική γοητεία της Scarlett Johansson. Γίνονται αμέσως συμπαθής στο κοινό, όντας πιο ανθρώπινοι και πιο φιλοσοφημένοι, σε έναν αποδοτικό μηχανισμό αντίθεσης με το αδιάφορο κοινωνικό περιβάλλον τους.

Και αν η ΝεοΥορκέζα σκηνοθέτιδα έχει αποποιηθεί μιας φανφαριστικής προσέγγισης, προσπαθεί διακριτικά να προσελκύσει το κοινό. Με χαμηλόφωνες αλλά σοφιστικέ ατάκες, ένα λεπτό χιούμορ που επιστρατεύεται για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα και κάποια πιεστικά δραματουργικά επεισόδια του σεναρίου, ο θεατής έρχεται πιο κοντά σε αυτή τη γοητευτική ιστορία των ηρώων. Έτσι το Lost in Translation γίνεται άμεσα απτό και στοχεύει την κατάδειξη του δικού μας χαμού, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, στη μετάφραση της ρουτίνας του σύγχρονου κόσμου.


Έτσι η Soffia Coppola παρά τις αβανταδόρικες ευκολίες του σεναρίου, με μια "παράξενα" χαμηλόφωνη προσέγγιση, τη μοναδική ερμηνεία του Bill Murray και την ελεγχόμενη χρήση μελοδραματικών στοιχείων επιχειρεί να αφηγηθεί μια ανατριχιαστικά ανθρώπινη ιστορία...
Βαθμολογία 7/10

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2008

Triplettes de Belleville, Les


Σκηνοθεσία: Sylvain Chomet
Παραγωγής: France / Belgium / Canada / UK / 2003
Διάρκεια: 80'

Το Τρίο Της Μπελβίλ είναι το ακριβή παράδειγμα πως τίποτα δεν είναι απόλυτο. Αν και το animation έχει στερεοτυπικά παντρευτεί ως κοινό την σχολική ηλικία, αυτό δεν είναι παρά μια ενήλικη ταινία. Γιατί τελικά ετικέτες και ταμπέλες καταρρέουν, και αυτό που μένει είναι η βαθύτερη ουσία των πραγμάτων που δεν ερμηνεύεται από κανόνες. Τουλάχιστον απόλυτης φύσης.

Το Τρίο Της Μπέλβιλ είναι ένα σχεδόν βουβό, όσον αφορά τον λόγο των ηρώων του. Όμως την θέση της διαλεκτικής μετάδοσης των μηνυμάτων παίρνει η εικόνα. Και για την ακρίβεια αυτό το σουρεαλιστικό και χαοτικό σκίτσο που υπονομεύει όσα τα στόματα των ηρώων δεν έχει νόημα να εκφράσουν. Αυτό το σκίτσο λοιπόν μοιάζει σαν να ξεπήδησε από τον πιο αλλόκοτο και σουρεαλιστικό πίνακα ζωγραφικής, και με την κίνηση της ψηφιακής τεχνολογίας να έγινε animation! Έτσι με πολύ φαντασία και δημιουργικότητα οδηγεί τον θεατή σε ένα εξωφρενικό 80λεπτο που σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε να φανεί ως και αδιάφορο.

Όμως το σκίτσο δεν περιορίζεται σε αυτή την εικαστική του επιτυχία! Αν ήταν έτσι δεν θα μιλούσαμε καν για ταινία. Αλλά κρύβει την δύναμη του στην ετοιμόλογη αφηγηματική του σχολαστικότητα Αρχικά θα απομυθοποιήσει την ρομαντική πλευρά της πόλης του φωτός, όπως έχει αποτυπωθεί στο μυαλό όλων το Παρίσι. Παραθέτοντας σε αντάλλαγμα μια πιο καθημερινή και ρεαλιστική άποψη. Με σπίτια ετοιμόρροπα, δρόμους άναρχους και χαοτικούς, σε μια πιο αληθινή εικόνα της ίδιας της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας με ετοιμόρροπες αξίες και αρχές, που δείχνει να στηρίζεται στο τίποτα. Σε ένα τίποτα τόσο κενό, τόσο άδειο που όλο και περισσότερο μας αποπέμπει στην διαφθορά και την ανηθικότητα.

Όμως το σκίτσο δεν περιορίζεται ούτε σε αυτή την περιγραφική του δεινότητα. Είναι ταυτόχρονα και εξαίσια χαρακτηρογραφικό. Βάζοντας στο περίγραμμα των ηρώων όλα εκείνα τα στοιχεία, όλες εκείνες τις πληροφορίες για το ποιόν των ηρώων του! Από την μπασμένη μυωπική γιαγιά, που δε βλέπει τίποτα εκτός απ' το να κακομάθει τον γιο-εγγονό της(δεν είναι ξεκάθαρο αυτό), στον χοντρομπαλά σπιτικό σκύλο που συνεχώς σκέφτεται την ώρα του φαγητού και το σπαστικό γάβγισμα σε ότι θορυβώδες, τον άνευρο πρωταθλητή ποδηλασίας με τα γιγάντια πόδια δυσανάλογα με τον λεπτό κορμό του, τον λυγερό γαλίφη σερβιτόρο, τους τετραγωνισμένους υποχθόνιους μαφιόζους και την καλλιτεχνική παραξενιά του μουσικού τρίου της Μπέλβιλ. Όλα αυτά αποπνέονται από την αιχμηρή πέννα του Sylvain Chomet η οποία αποκτά τρομερά ειρωνικό σχόλιο για τον περίγυρο της κοινωνίας.

Η υπόθεση κατά τ' άλλα είναι μια απλή υπόθεση. Μια μητέρα-γιαγιά που κακομαθαίνει τον γιο της. Τον κάνει πρωταθλητή ποδηλάτου, καθώς έχει παρακολουθήσει κρυφά τις ημερολογιακές του επιθυμίες. Έτσι πηγαίνουν αυτή και ο σκύλος, που από παλιά του 'χει χαρίσει, ως υποστηρικτές, στον Γαλλικό ποδηλατικό γύρο που μετέχει ο μονάκριβος γιος της. Εκεί ο τελευταίος πέφτει θύμα των αρχιμαφιόζων της πόλης. Οι οποίοι διοργανώνουν μαύρα στοιχήματα με πρωταγωνιστές κάποιους ποδηλάτες. Ο δρόμος της γιαγιάς και του σκύλου για να εντοπίσει τα ίχνη του γιου της, τους φέρνουν στα ίχνη ενός σπουδαίου καλλιτεχνικού τρίου. Των τριών ιδιόρρυθμων ηλικιωμένων μουσικών του Μπέλβιλ. Τελικά μετά από σπαραχτικές στιγμές γέλιου όλοι μαζί οδηγούνται στο να απελευθερώσουν τον γιο. Και μας κατευθύνουν στο πλέον ξεκαρδιστικό finale. Όπου ασκείται ειρωνεία δυτής φύσης. Τόσο προς τις γκανγκστερικές ταινίες απομυθοποιώντας την δύναμη των όπλων, όσο και προς τις ρομαντικές αλλά και τις συνήθης animate ταινίες καθώς ο Sylvain Chomet εξαναγκαστικά μας οδηγεί σε ένα ευτυχής τέλος! Τα πάντα θα γίνουν, δεν έχει νόημα το πως, αρκεί το τέλος να είναι happy!

Όπως γίνεται αντιληπτό η σεναριακή υπόθεση της ταινίας είναι απλά το αίτιο. Το αίτιο για να μπορέσει η γλαφυρότητα του σκίτσου να ασκήσει την έντονη κριτική του. Την έντονη κριτική που εξιστορεί με αφηγηματική ακρίβεια στο διεφθαρμένο σύστημα τον πόλεων. Όπου τονίζεται πως η δύναμη βρίσκεται στα κεφάλαια που συσσωρεύονται σε ανήθικους και πανούργους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν όχι μόνο την δύναμη αλλά και την άνεση να δρουν ανεξέλεγκτα. Επισημαίνει τον άσχημο τρόπο διαπαιδαγώγησης , όπου κακοί γονείς κάνουν τα παιδιά τους χειρότερα μη προετοιμάζοντας τα ως πολίτες της κοινωνίας. Ενώ περνάει και σε πάμπολλες χαρακτηρογραφικές αλλά και περιγραφικές αιχμηρές αναφορές με κάθε σουρεαλιστική μολυβιά που διαχύνεται σε κάθε κάδρο της ταινίας!
Αυτά...Στα συν και η εξαιρετική μουσική, τζαζ ρυθμών!
Βαθμολογία 8/10