Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch Παραγωγής: USA / Japan / 2009 Διάρκεια: 116'
Ένα έργο απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις σου. Η εικόνα, οι ήχοι, η κίνηση γίνονται σύντομα μια ατμόσφαιρα καπνού. Και εσύ, ο θεατής, γυμνός μες στην αιθάλη της δημιουργίας. Ένα νεφέλωμα. Το κέντρο του εσύ. Ποιος ο λόγος να ξεδιαλύνεις τον καπνό; Η εισπνοή του είναι αισθητηριακή. Και η μέθεξη παρομοίως εντσικτώδης. Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι, σε ανάλογα πλαίσια έλεγε: "Το σημαντικό δεν είναι να καταλάβει κανείς μια ταινία, αλλά να τη δει σαν εμπειρία. Αυτή η εμπειρία, η συγκίνηση, είναι εντελώς προσωπική για κάθε θεατή. Εγώ δεν καταλαβαίνω τις ταινίες μου, ούτε καν το επιχειρώ. Δε μ' ενδιαφέρει να καταλάβω. Πρέπει πρώτα να καταλάβεις μια ταινία με τις αισθήσεις σου και μετά έρχεται η διανόηση ή η ηθική".
Ο Jim Jarmusch, χρόνια τώρα, έχει αποδείξει πως είναι ένας μάστορας στην ατμοσφαιρική αφήγηση. Οι εικόνες του είναι φαινομενικά ανόητες(άνευ νοήματος). Υπηρετούν μια σφαίρα αλλοτινή, όπου τα νοήματα και οι σημασίες δεν ασφυκτιούν σε κανόνες και νόρμες. Το σινεμά του Jarmusch αποτελεί εξ' ορισμού μια υπερβατική εμπειρία. Άλλωστε, σε αυτό περί νορμών και κανόνων, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τον Jarmusch ως ένα εκ των "ιδρυτικών στελεχών" του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ο οποίος, σε πρώτη τουλάχιστον μορφή, γεννήθηκε ως ένα σπέρμα δραπέτευσης από τις συμβατικές επιλογές και τα κλισέ που υπηρετεί/ούσε με θρησκευτική ευλάβεια το Αμερικάνικο σινεμά των μεγάλο studio. Και εδώ, το "The Limits of Control" αποτελεί μια μεταφορά σε αλλόκοσμες διαστάσεις. Τόσο η αυστηρώς επιμελημένη πλανοθεσία (έχει εξασκηθεί τόσο ο σκηνοθέτης στο ύφος), όσο η εκθαμβωτική φωτογραφία του Christopher Doyle, αλλά και η ευρηματική μουσική του Boris αποτελούν το εισιτήριο για αυτό το δίωρο ταξίδι μας. Άλλωστε στο ιδιότυπο σινεμά του Jarmusch το στήσιμο των κάδρων, η φωτογραφία, και η μουσική συνεισφέρουν ισοποσώς στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας, και οφείλουν να βρίσκονται σε τρομακτική αρμονία.
Το σενάριο του Jarmusch είναι αφαιρετικό. Ίσως πιο αφαιρετικό από ποτέ. Μια σελίδα κειμένου που επαναλαμβάνεται με αχνές παραλλαγές. Μέσα στις λίγες σειρές τίποτα δεν είναι βέβαιο. Πέραν του γοητευτικού και γνώριμου ύφους ματαίωσης του δημιουργού -όπου ακούμε επαναλαμβανόμενα την ακόλουθη προσταγή: "Όποιος περνάει τον εαυτό του για σπουδαίο, ας πάει στο νεκροταφείο. Μια χούφτα χώμα. Να δει τι είναι η ζωή."- τίποτα άλλο δεν καθίσταται ακριβές. Τα πάντα τοποθετούνται στο πιο αφηρημένο επίπεδο, επιτρέποντας πολυάριθμες -για την ακρίβεια αμφίδρομες- αποκωδικοποιήσεις, σύμφωνα πάντα με την προαίρεση και την ποιότητα του εκάστοτε αποκωδικοποιητή-αναγνώστη.
Παρά τους γενναιόδωρους υπαινιγμούς, φαντάζει ακατόρθωτο να αποσαφηνίσουμε αν η ιστορία εξελίσσεται στον πραγματικό κόσμο, στο φανταστικό ή στο υποσυνείδητο του πρωταγωνιστή. Ο οποίος με άκρα μυστικότητα ακολουθεί βήμα βήμα την πορεία μιας μάλλον προσωπικής αποστολής. Την οποία καλείται να φέρει εις πέρας. Ωστόσο, οφείλω να σας ενημερώσω πώς η συνέχεια του κειμένου εκκινεί απ' την παραδοχή πως η ιστορία λαμβάνει χώρο στη σφαίρα του υποσυνειδήτου.
Στόχοι, σχέδια, ιδεολογίες οι κατευθυντήριοι μοχλοί του ανθρώπου. Οι προορισμοί μας συρρικνώνουν. Γιατί η κατάκτηση ενός και συγκεκριμένου περιορισμού-τόπου μας φυλακίζει στο πεπερασμένο και μας απομακρύνει από το άτοπο του απείρου. Ο πρωταγωνιστής μένει διαρκώς σιωπηλός. Απέναντι του παθιασμένοι ομιλητές μονολογούν για την Τέχνη, τη μουσική, την επιστήμη κ.λ.π. Η σιωπή του πρωταγωνιστή δεν εκφράζει κάποια ανικανότητα. Η στάση και το βλέμμα του είναι συλλογής. Και συνειδητοποιημένης άρνησης να χαρακώσει την "ανοιχτή" αλήθεια σε περιορισμένων δυνατοτήτων πέτρινες λέξεις. Άλλωστε οι λέξεις είναι αυτό που καταστρέφει την διαίσθηση. Το τελευταίο οχυρό, ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα της ελευθερίας του πρωταγωνιστή, φέρεται να είναι το ψυχοσωματικό μένος του για τον καπιταλισμό και τον άψυχο κόσμο των πολυεθνικών. Έτσι, θα τρυπώσει εντός του γραφείου ενός άρχοντα του καιρού, εκπρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος, για να τον δολοφονήσει. Όλα εξελίσσονται στη φαντασία. Ακόμα και αν η επαλήθευση είναι πραγματική. Ο ήρωας δε δολοφονεί από εκδίκηση. Αλλά για να εξασφαλίσει την απόλυτη ελευθερία του. Την χειραφέτηση από το τελευταίο κάστρο της ιδεολογικής του προσήλωσης-συρρίκνωσης. Η αποστολή του έχει έρθει σε πέρας. Δεν είναι αποστολή θανάτου. Είναι η προσωπική αποστολή απελευθέρωσης.
Και ο λευκός πίνακας, το εμβληματικό αυτό στοιχείο του φινάλε, είναι μάλλον το αντικείμενο που περιγράφει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο την ταινία. Ένας πίνακας λευκός. Λευκό, αλέρωτο. Τα πάντα βρίσκονται εκεί. Το τίποτα ανταμώνει το πάντα. Το άπειρο, αχαροτγράφητο. Βουβό. Ένα σχήμα αζωγράφιστο. Και όμως τόσα χρώματα εκεί. Το λευκό πανί καθρέφτης. Που πάνω του κουρσεύει το άπειρο. Λες και γεννιέται από μέσα του η ζωή. Ό,τι υπήρξε, ό,τι θα υπάρξει και ό,τι θα γεννηθεί. Και ερχόμαστε εμείς, σαν παλιάτσοι, να το μειώσουμε. Να το συρρικνώσουμε. Να το στριμώξουμε στο πεπερασμένο τετράγωνο του Λόγου μας, της λογικής μας, και της ιδιοσύστασής μας. Να το ταλαιπωρήσουμε με ιδεολογίες, σκέψεις. Που υπάρχουν. Υπάρχουν και χωρίς να εκφραστούν. Άπαξ και χωροθετήθηκαν-γεννήθηκαν στο κουφάρι μιας ύπαρξης, απλά υπάρχουν. Είναι και αυτά στοιχεία του λευκού. Στο λευκό που κείτεται, και το δικό μας αναστάσιμο βλέμμα το βαπτίζει. Αυτός είναι ο ρόλος μας. Ο ρόλος του πρωταγωνιστή. Εραστής του απείρου, κάπως αδέξιος. Να εκλιπαρεί απ' το αυτόφωτο του λευκού, του πάντα και του τίποτα, τις σταγόνες που θα υπερχειλίσουν τη θάλασσα της ύπαρξης του. Και έτσι, ίσως μεγαλώσει, ίσως μεγαλώσουμε... Αλλά πως να μεγαλώσεις; Η ζωή μια χούφτα χώμα δεν είναι;
Κατά τη γνώμη μου, το "The Limits of Control" είναι μια απ' τις σημαντικότατες ταινίες του σκηνοθέτη. Και θα περιμένει, και αυτή, τον χρόνο να της δώσει αυτό που αξίζει... Βαθμολογία 8,5/10
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch Παραγωγής: USA / Japan / Italy / 2003 Διάρκεια: 95'
Το Coffee and Cigarettes είναι ένα κολάζ 11 ταινιών μικρού μήκους σε ασπρόμαυρο φόντο, αριστοτεχνικά πλανοθετημένων. Σε αυτές τις 11 ιστορίες παρελαύνουν δημοφιλέστατοι ηθοποιοί. Ανάμεσα τους ο Roberto Benigni, ο Iggy Pop, ο Tom Waits, η Cate Blanchett και ο Bill Murray.
Το Coffee and Cigarettes, όσο και αν ακούγεται παράξενο, όσο και αν τα αποτσίγαρα και οι κούπες σχηματίζουν σωρούς στα τραπέζια των ομιλούντων, δεν είναι μια ταινία για τον καφέ και τα τσιγάρα. Είναι μια ταινία για την νευρικότητα που βιώνουν οι άνθρωποι, καπνίζοντες και μη, fan του καφέ ή όχι, απέναντι σε στιγμές σιωπής, σε μονότονους διαλόγους, σε αμήχανες καταστάσεις. Έτσι ο Jim Jarmuch σκηνοθετεί ανθρώπους που φλυαρολογούν ακατάπαυστα πάνω από ένα τραπέζι, που βρίσκονται στη διαρκή αμηχανία της "εσωτερικής σιωπής" ή του μη ενδιαφέροντος. Και ο καφές και τα τσιγάρα, σε αυτές τις στιγμές, γίνονται τα υλικά στα οποία στρέφεται ο άνθρωπος. Το συμπλήρωμα ή το ναρκωτικό που υποκαθιστά το κενό εντός μας, και αναλαμβάνει να θρυμματίσει την προαναφερθέν αμηχανία. Μια τάση που έχει δημιουργήσει τελικά τη γενιά του καφέ και του τσιγάρου.
Ένας σκηνοθέτης του αναστήματος του Jim Jarmusch, μπορεί να καλύψει αυτή τη θεματολογία σε μια ταινία 15 λεπτών. Ωστόσο το Coffee and Cigarettes διαρκεί 95 λεπτά. Πρόκειται για μια διαρκώς επαναληπτική ταινία. Μα η επανάληψη εδώ δεν προδίδει την απουσία σκηνοθετικής οικονομίας, αλλά αντιθέτως αποτελεί ένα παμπόνηρο τέχνασμα, σύμφωνο με τη φιλοσοφία του film. Ο θεατής καταλαμβάνεται από μια υπέρμετρη αμηχανία και μια νευρικότητα, παρακολουθώντας μια ταινία στην οποία τίποτε δε συμβαίνει. Μια αμηχανία όμοια με αυτή των ηρώων που καταφεύγουν στον καφέ και τα τσιγάρα. Έτσι ο πολυαγαπημένος σκηνοθέτης καταφέρνει να αποδείξει, με τον πιο άμεσο τρόπο, την εσωτερική αδυναμία του μέσου ανθρώπου απέναντι στις λεγόμενες "νεκρές" στιγμές.
Ο Jim Jarmuch δε χάνει την ευκαιρία να "παίξει" και στο φινάλε του film, το οποίο, για όσους δεν το τελειώσουν, θα κλείσει με την πιο βαρετή ιστορία. Δύο ηλικιωμένων ανθρώπων που δεν έχουν την ενέργεια ούτε καν να μιλήσουν. Συνοδεία τους θα αφουγκραστούμε ένα μουσικό κομμάτι όπερας. Της όπερας που έχει απορριφθεί απ' τον συλλογικό κόσμο, που της έχει αποδώσει το στίγμα του βαρετού και του μη ενδιαφέροντος! Βαθμολογία 7/10