Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

Deliverance


Σκηνοθεσία: John Boorman
Παραγωγής: USA / 1972
Διάρκεια: 110'

Η διάσταση μεταξύ φυσικού και κοινωνικοπολιτικού νόμου έγκειται στην εξής διαφορά: ανακάλυψη-εφεύρεση. Ο φυσικός νόμος είναι έμφυτα δοσμένος και κωδικοποιημένος στο DNA του Σύμπαντος. Του οποίου αποτελούμε ένα κομμάτι. Έτσι υπάρχει έξω από εμάς, μέσα σε εμάς, ανεξάρτητα από εμάς. Το μόνο που μένει είναι να ανακαλύψουμε κάτι που προϋπάρχει, επιτελώντας ταυτόσημα και ένα έργο αυτογνωσίας. Σε αντίθεση με το φυσικό νόμο, ο κοινωνικοπολιτικός νόμος αποτελεί μια ανθρώπινη εφεύρεση -ή επινόηση- στα πλαίσια της ανάγκης εξεύρεσης ενός αρμονικού μοτίβου συμβίωσης. Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ιστορία, λόγω της γεωγραφικής αυτοτέλειας, προκύπτουν και διαφορετικά κοινωνικοπολιτικά συμβόλαια ανάλογα με την μετατόπισή μας στο χώρο. Ο φυσικός νόμος προϋπάρχει, οπότε τα όρια της έκτασής του και το σχήμα του είναι προκαθορισμένα. Σε αντίθεση, ο κοινωνικοπολιτικός νόμος, είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Ευέλικτη και προσαρμόσιμη, σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε εποχής. Άλλωστε η ευελιξία του κοινωνικοπολιτικού νόμου αναπαριστάται στο Deliverance με μια εκπληκτική σκηνή, αυτή της ρυμουλκούμενης εκκλησίας. Όμως όταν οι ανθρώπινες εφευρέσεις δεν προκύπτουν από τις ανακαλύψεις(δηλαδή δεν είναι φυσικές) -και στην πραγματικότητα αποτελούν μια πατέντα υπόκρυψης του υπάρχοντος- τότε προμηνύεται μια σφοδρή σύγκρουση, ελέω των αντίρροπων δυνάμεων του φυσικού και του κοινωνικού συμβολαίου. Μια σύγκρουση έξω από εμάς και μέσα σε εμάς, από εμας...


Κάπως έτσι ξεκινάει η εκδρομή τεσσάρων δηλωμένων φυσιολατρών, που η αστική τους ταυτότητα λειτουργεί αναιρετικά μέσα στο πράσινο τοπίο. Άλλωστε, υπάρχει εξ αρχής ένα αριστουργηματικό σεναριακό εύρημα, που υποδηλώνει το αδύνατο της γλωσσικής επικοινωνίας με τη φύση(η σκηνή με τον πιτσιρικά). Διότι και η ίδια η διάλεκτος είναι μια πολιτισμική, στην προκειμένη αντιφυσική, μήτρα. Οι ανεξοικείωτοι με τη Φύση ήρωες αραδιάζουν παχυλές έννοιες όπως οικογένεια, δημοκρατία(!), νόμος, καθώς και άλλα παράγωγα της πολιτισμικής τους επιμόρφωσης, προκαλώντας τα οργισμένα γέλια της φύσης. Σύντομα όμως τα άγρια νερά των ποταμών, οι απόκρημνοι βράχοι, και το αίσθημα της αβεβαιότητας θα λειτουργήσουν σαν μεταμορφωτικός καθρέφτης για τη συμπεριφορά τους. Το όποιο φίλτρο ιδεολογικής, διανοητικής, ηθικής λογοκρισίας εξανεμίζεται, και όλες οι πράξεις υπαγορεύονται αυστηρά από το νόμο της φύσης: επιβίωση. Μόνο που όταν βγουν έξω από αυτές τις συντεταγμένες, λαβωμένοι πλέον, θα πρέπει να δώσουν λόγο για τις "φυσικές" πράξεις τους. Και να υποστούν τις κυρώσεις, είτε άμεσα είτε έμεσα, για τους κανόνες του κοινωνικοπολιτικού συμβολαίου που αθέτησαν. Να πώς συγκρούονται φύση και πολιτισμός! Σε μια μάχη αμφίπλευρου(;) αφανισμού...


Όλα αυτά μοιάζουν να ενυπάρχουν σαν δυνατό σπέρμα στη νουβέλα του James Dickey, όπου βασίστηκε η ταινία. Ο Boorman όμως επιλέγει να σκηνοθετήσει με διεκπαιρεωτική ειλικρίνεια την ταινία που τον ανέδειξε εμπορικά και τον καταξίωσε καλλιτεχνικά στους "κλασσικούς" του Αμερικάνικου κινηματογράφου. Στα πλαίσια αυτά, θα επιλέξει τον πιο "μαθηματικό" τρόπο συναρμολόγησης των πλάνων: το αναλυτικό ντεκουπάζ. Το οποίο είναι μάλλον αυτό που πρακτικοποίησε ιδανικότερα το Αριστοτελικό μοντέλο αφήγησης(δέση-μέση-λύση) στην ιστορία του κινηματογράφου. Ουσιαστικά, το αναλυτικό ντεκουπάζ αναφέρεται στη συναρμολόγηση των πλάνων με τέτοιο τρόπο που να καθηλώνει τη συγκέντρωση του θεατή στην στενά ορισμένη γεγονοτολογική δράση της ταινίας. Έτσι, ο Boorman τιθασεύει αποτελεσματικά τη φόρμα του, και δίνει, σε πρώτο επίπεδο, μια ταινία είδους. Μια περιπέτεια. Που πρωτίστως αποσκοπεί στο να καθηλώσει τον θεατή και να τον εντυπωσιάσει, παρά να τον ψυχαγωγήσει.

Ανάλογη είναι και η προσέγγιση στο οπτικό κομμάτι. Όπου ο Boorman επιλέγει έναν ουδετεροποιημένο νατουραλισμό στην απεικόνιση της φύσης. Κάτι που την δηλώνει απλώς ως ένα εντυπωσιακό σκηνικό, το οποίο τάσσεται απερίσπαστα στο ύφος της περιπέτειας, και ενίοτε το υπερτονίζει. Όμως ο σκηνοθέτης, με αυτόν τον τρόπο αρνείται να επιστρατεύσει την έμπνευσή και τα ένστικτά του για να ερμηνεύσει τη φύση. Όπως ας πούμε έκαναν άλλοι μεγάλοι σκηνοθέτες: Tarkovsky, Bresson, Zvyagintsev. Βέβαια λόγω του ανόμοιου ύφους οι παραπάνω συγκρίσεις μπορεί να φανούν άκυρες. Και για το λόγο αυτό θα ήθελα να αναφέρω και την προσέγγιση του Herzog στο πολύ πιο κοντινό, από πλευράς δραματουργικού ύφους, Fitzcaraldo. Όπου η φύση παύει να είναι απλά η καλλίοπτη καρτ ποστάλ ενός τοπίου. Αντιθέτως αναφέρεται σ' ένα άλλο εσωτερικό τοπίο, προσωπικής εμμονής, παραγμένο μέσα σε φυσικό καμβά. Κάτι, που σε αντίθεση με τη στεγνή προσέγγιση του Deliverance, ενέχει ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία και διαχρονική βαρύτητα.


Όλα αυτά κάνουν το Deliverance μια σημαντική, αλλά όχι μια σπουδαία ταινία. Μια ταινία θεάματος, που με όπλο την ειλικρινή, αυτολεξεί και τίμια(αν εξαιρέσουμε την αποτύπωση των βουνίσιων) απεικόνιση κοινωνεί ένα σημαντικό "κείμενο" για την διαχρονική εφεύρεσή μας: μάχη μεταξύ φύσης και πολιτισμού...
Βαθμολογία 6,5/10

Δεν υπάρχουν σχόλια: