Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα François Ozon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα François Ozon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ricky



Σκηνοθεσία: François Ozon
Παραγωγής: France / Italy / 2009
Διάρκεια: 90'

Αυτό είναι το νέο film του François Ozon, όπου προκάλεσε ορδές χαχάνων στους κύκλους της κριτικής. Απορρίφθηκε βίαια, ή ίσως και αβίαστα. Κυρίως λόγο του οξύμωρου της θεματικής του. Η οποία εκπέμπει σε μια αβάσταχτα σουρεαλιστική συχνότητα, και μάλιστα δίχως κάποιο πειστικό λόγο. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Ο Ricky του τίτλου, είναι ένα νεογέννητο παιδί. Ή περίπου παιδί. Καθώς στους ώμους του έχει φυτρώσει ένα ζευγάρι φτερούγες. Ο Ricky λοιπόν είναι ένας φτερωτός άνθρωπος. Η φρέσκια οικογένεια του συναντάει δομικά προβλήματα συγκρότησης. Τα οποία ενισχύονται και από την παραφυσικότητα του ίδιου. Τα προβλήματα όμως είναι κυρίως κοινωνικά. Εντάσσονται στις οικονομικές δυσχέρειες της εργατικής τάξης για βιοπορισμό. Αλλά και στην εγγενής αμηχανία που παρουσιάζει η σχέση-επικοινωνία γυναικός-ανδρός εντός της κυνικής κοινωνίας. Κατακλεισμένη από τις a priori κοινωνικές επιταγές, αλλά και την ατομική σεξουαλική καταπίεση. Στον αντίποδα υπάρχει ένα έτερο παιδί, η Lisa, το οποίο είναι ο καθρέφτης της οικογενειακής ψυχρότητας της σύγχρονης εποχής. Βέβαια, το πιο πιθανό είναι όλα τα παραπάνω να παραμεριστούν κατά τη διάρκεια της θέασης σας. Καθώς το φτερωτό παιδί καρφιτσώνει αναπόδραστα τα βλέμματα πάνω του.

Κοιτώντας τα αριστουργήματα της 7ης Τέχνης, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως ένα ποσοστό αυτών καθομοιάζει στην εξής διαπίστωση: "Την ικανότητα να περιγράφουν την πραγματικότητα με την ακρίβεια του εξωπραγματικού. Προσφέροντας τελικά μια ανώτερη θέαση του κόσμου". Όχι, το Ricky δεν μπορεί να συγγενέψει με την παραπάνω πρόταση. Ο Ozon φέρνει ανάποδα τον παραπάνω ισχυρισμό. Και αυτό διότι παρατηρεί το εξωπραγματικό(Ricky) με την ακρίβεια του πραγματικού. Όλη η ταινία είναι οπτικοποιημένη πάνω στον Ricky(εξωπραγματικό). Χωρίς καμία ποίηση. Χωρίς την ύπαρξη κανενός συμβολισμού, παρά τις βουλές της αδημονούσας λαιμαργίας μας. Ο Ricky αφεντεύει στα κάδρα. Και παρά τις ευγνωσμένες εικονοκλαστικές ικανότητες του Ozon, δε θα μας προσφέρει ούτε μία λυρική-οπτική-εικονική απόλαυση. Αντιθέτως, θα αντιμετωπίσει το θέμα με περίσσευμα κυνισμού. Όπως ακριβώς αυτός αποτελεί δομικό συστατικό της πραγματικότητας. Ακόμα και τα φτερά του Ricky θα καθομοιαστούν με τα ανάλογα μέλη ενός κοτόπουλου. Ω, γείωση!


Μα μίλησα προηγουμένως για την παρατήρηση του εξωπραγματικού μέσα από την ακρίβεια του πραγματικού. Και ναι, ο Ricky είναι στο κέντρο του κάδρου, μα ο καμβάς βάφεται με πνιγερά ρεαλιστικά χρώματα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο βιοποριστικός γολγοθάς της εργασιακής τάξης, τα στοιχεία οργανικής αποσύνθεσης της σύγχρονης οικογένειας, το απρόσωπο-ανέγγιχτο της εποχής, η εκπορνευτική βουλιμία των ΜΜΕ και των γενιών της, αλλά και η ατομική απομόνωση-απογύμνωση είναι οι πινελιές που συμπυκνώνονται σε αυτό το background της πραγματικότητας. Η σκηνοθεσία από την άλλη αναδιπλώνεται υπό το πρίσμα μιας νατουραλιστικής εγκράτειας. Με μακρά στατικά πλάνα. Χρώματα μουντά χύνονται στο φωτογραφικό φακό. Χτίζοντας ένα ρεαλιστικό οικοδόμημα, μια φωτοτυπία της πραγματικότητας. Στης οποίας το κέντρο, κάποιος "πέταξε" ένα εξωπραγματικό θέμα.


Θα μπορούσαμε να πούμε πως η αβίαστη απόρριψη του "Ricky" επήλθε φυσικά, ως παραγόμενο των δεδομένων οπτικών-μεθοδολογιών ανάγνωσης ταινιών, τόσο από την κριτική όσο και από το κοινό. Στη φύση της ίδιας σκέψης, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Ozon γράφει το Ricky για να υποδείξει τον στραγγαλισμό του εξωπραγματικού-ονείρου, ως αναπόφευκτο προϊόν των δεδομένων πρακτικών της δομικά κυνικής πραγματικότητας.

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να αποκαταστήσει τη φήμη του "Ricky", κάθε άλλο. Καθώς και ο ίδιος ο γράφοντας δηλώνει μπερδεμένος, και θεωρεί τα όποια συμπερασματικά εξαγόμενα εξαιρετικά πρώιμα. Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι, μόνο, να υποδείξει ένα εναλλακτικό "πρότυπο" ανάγνωσης του film και να αποτρέψει την βίαια απόρριψη του.
Βαθμολογία 6/10

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

Temps qui reste, Le



Σκηνοθεσία: François Ozon
Παραγωγής: France / 2005
Διάρκεια: 81'


"Ο Χρόνος Που Απομένει" είναι ένα στιβαρό μελόδραμα, από τον εικονοπλάστη σκηνοθέτη François Ozon, πάνω στο δίλημμα της ζωής και του θανάτου. Δεν θα ακολουθήσει το ερώτημα σε φιλοσοφική βάση, αλλά θα ακολουθήσει τα τελευταία βήματα ενός μελλοθάνατου.


Νεαρός ομοφυλόφιλος φωτογράφος(Melvil Poupaud) lifestyle περιοδικού, στην Άνοιξη της καριέρας του, ενημερώνεται πως έχει καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Θεωρεί άσκοπο να παλέψει τις απειροελάχιστες πιθανότητες σωτηρίας, και προσπαθεί να αποδεχτεί το γεγονός του σύντομου θανάτου του. Αποκρύβει το γεγονός απ' τα κοντινά του πρόσωπα, εξαιρουμένης της γιαγιάς(η οποία λόγω ηλικίας βρίσκεται σε παρόμοια θέση), παλεύει με τους προσωπικούς εφιάλτες του, και προσπαθεί να απομονωθεί ώστε ο επικείμενος χαμός του να επιβαρύνει όσο το δυνατόν λιγότερο τους γύρω του.


Η ταινία θεμελιώνεται σε δύο συνιστώσες. Πρώτον, στην δραματουργική προφάνεια, είτε σε διαλεκτικό είτε σε μυθοπλαστικό επίπεδο, που μας πληροφορεί για το παρελθόν, το παρόν και κυρίως τον εσωτερικό κόσμο του ήρωα. Δεύτερον, στις εικονοκλαστικές ικανότητες του François Ozon, που τονίζουν ίσως την μεγαλύτερη αντίθεση του υπαρκτού κόσμου. Ζωή και θάνατος. Το φως και η σκιά, η χαρά και η οδύνη, ο φόβος και η λύτρωση στα χέρια του Γάλλου σκηνοθέτη γίνονται τα δίστιχα σε ένα ποίημα ζωής και θανάτου. Όπου το ένα συστατικό είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το άλλο, δίνοντας (και κρύβοντας) το νόημα σε αυτή την περιπλάνηση μας.


Αν και τα 80 λεπτά της ταινίας είναι υπεραρκετά, ο Melvil Poupaud δεν καταφέρνει, προσωπικά, να πείσει για την ψυχοσωματική κατάσταση που έχει περιέλθει. Αν και γινόμαστε αυτόπτης μάρτυρες μιας τυρανυμένης προσωπικότητας. Ο Melvil Poupaud πάσχει από αυτοκαταστροφικές ενοχές για τον αντίκτυπο του θανάτου στους γύρω του. Βασανίζεται απ' την ιδέα του οριστικού χαμού του. Ενώ τέλος, τα στερνά επιθανάτια συναισθήματα δένονται θηλιά στο λαιμό του. Και όλα αυτά ο François Ozon τα διαπραγματεύεται αποφεύγοντας τον σκόπελο της μελοδραματικότητας. Χωρίς ωστόσο να αποφεύγει ολικώς κάποιες υψίφωνες κορώνες.
Βαθμολογία 6/10