Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1979. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1979. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Quintet

 

Σκηνοθεσία: Robert Altman
Παραγωγής: Usa / 1979

Διάρκεια: 118'

Στη μακριά φιλμογραφία του Altman υπάρχουν ορισμένες ταινίες που αντιμετωπίστηκαν με βαθιά απαρέσκεια. Τόσο από κριτικούς κινηματογράφου, όσο κι από θεατές. Μία από αυτές είναι και το Κουιντέτο. Μια ταινία που κατηγορήθηκε, όσο λίγες, για την "φτηνή" ποιότητά της. Και είναι αλήθεια, πως είναι καμωμένη με τα πιο φθηνά υλικά. Ο Robert Altman δεν το κρύβει. Όσον αφορά τη φωτογραφία, αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη -αν εξαιρέσεις τα αφελή τρυκάκια με τη βαζελίνη. Τα σκηνικά είναι φολκλόρ. Οι ηθοποιοί παίζουν κακό θέατρο. Οι διάλογοι είναι μια σειρά από αποφθέγματα. Ο ήχος γρατζουνισμένος. Ε, και; Το Quintet είναι ο ορισμός του b-movie. (Για τη "χρησιμότητα" των b-movies θα ήθελα να σας παραπέμψω σ' ένα σχετικό άρθρο του Αλέξανδρου Βούλγαρη στο 17ο τεύχος του περιοδικού Κοντέινερ στην 35η σελίδα ).



Πίσω στο Quintet, τώρα. Το να μην επιτρέπεις σε μια ταινία, να είναι καμωμένη με τα πιο φτηνά υλικά, δεν υποδεικνύει την αγάπη σου για τον κινηματογράφο, αλλά τα ενοχοποιημένα ένστικτα που σου έχουν επιβληθεί. Και συνεπώς τη μικρή ανοχή σου στο απαράδεκτο, και πιο συγκεκριμένα, αφού μιλάμε για κινηματογράφο, στο b-movie. Το να απαιτείς απαρέγκλιτα από μια ταινία να είναι κατασκευαστικά άρτια, είναι άκρως περιοριστικό. Γενικότερα, το να απαιτείς: είναι μια συμπεριφορά που ταιριάζει περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην τέχνη. Χμ, κατανάλωση τέχνης. Η απαίτηση για μια κατασκευαστικά άρτια ταινία δεν είναι καν ζήτημα ευαισθησίας ως προς τη φόρμα. Ακόμα και ο φορμαλισμός, εξερευνά την κατασκευή, όχι μεμoνωμένα, αλλά με μια ενότητα, αποσκοπώντας σε μια αισθητική εκζήτηση. Υπό αυτή την άποψη, η ακατέργαστη όψη μιας "φτηνής" ταινίας, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Το να κατακερματίζεις τις πτυχές που συνθέτουν το "είναι" μιας ταινίας, και να απαιτείς μεμονωμένα, ένα ποιοτικό κριτήριο, δεν είναι πια ζήτημα φόρμας -αφού η φόρμα αφορά την ενότητα- αλλά ζήτημα μορφής. Ένα έργο, συνήθως, αδιαφορεί για το πως λειτουργεί μία συνιστώσα (φωτογραφία, σκηνογραφία, υποκριτική, κ.ο.κ.) ως προς τον εαυτό της. Αντιθέτως, τοποθετεί τις επιμέρους συνιστώσες σ' έναν διάλογο. Όχι για να επιτύχει κάποια καλλιτεχνική αρτιότητα. Υπάρχουν τόσες "κομψές" ταινίες που ξεχάσαμε, γιατί ήταν απλά κομψές. Μια ταινία συνήθως, επιθυμεί να λειτουργεί συνολικά. Να είναι ένα επικοινωνιακό έργο. Βέβαια, το τελευταίο, σ' έναν βαθμό, προϋποθέτει και την ύπαρξη επικοινωνιακών θεατών...

Και το Quintet είναι μια επικοινωνιακή ταινία. Σε βυθίζει απ' το πρώτο πλάνο, σ' ένα παγωμένο σύμπαν. Σ' έναν κόσμο σε κορεσμό. Εδώ, τα σκυλιά μαδάνε ανενόχλητα τις σάρκες από τους πεθαμένους. Οσφραίνονται με ακρίβεια τους μελλοθάνατους. Εδώ, τα παιδιά έπαψαν να γεννιούνται. Καμία καινούρια εισροή. Τα πάντα έχουν ακινητοποιηθεί κάτω απ' το δύσκαμπτο κέλυφος ενός μόνιμου παγετού. Τα πάντα εξαντλήθηκαν. Τα πάντα επαναλήφθηκαν. Απολιθώθηκαν. Και επαναλαμβάνουν την απολίθωση αυτή.

 
Γιατί στο σύμπαν του Κουιντέτου τα δεδομένα είναι δεδομένα. Έχει επέλθει κορεσμός. Όλα είναι γνωστά πια. Όλα μοιάζουν κανονισμένα. Κανονισμένα απ' τη συνήθεια. Εκτελούν την απαράλλακτη μηχανική του κάθε μέρα. Χωρίς ανατροπή. Χωρίς κανένα περιθώριο ανατροπής.

Οι άνθρωποι έπαψαν να γονιμοποιούνται. Και αυτό το σύμπαν έπαψε να είναι γόνιμο. Όλοι ζούνε από κάποιο άγνωστο είδος υποχρέωσης. Σα να είναι αναγκασμένοι να ζούνε. Κι αφού ζούνε, παίζουν παράξενα παιχνίδια. Πλησιάζουν την οριακή γραμμή του θανάτου. Μερικές φορές την προσπερνούν. Έτσι όπως έχουν πεθάνει στο δοκιμασμένο, ψάχνουν, μάταια, τον τρόπο να αισθανθούν την έξαψη της ζωής. Ξανά και ξανά. Ακόμα και το παιχνίδι έχει κορεσθεί.

Για να αποδράσουν από αυτόν τον παγετώνα, το άγνωστο πρέπει να ξαναγίνει άγνωστο. Να εισέλθει κάτω απ' το ψύχος, να ξαφνιάσει. Να καταλύσει την ακινησία. Να μολύνει -νεκρούς και ζώντες- με νέα σπέρματα. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Ένα διαρκές σημείο φυγής. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Αν αφομοιωθεί, γίνεται δεδομένο. Καταναλωτό. Δεν είναι άγνωστο. Όμως το άγνωστο είναι άγνωστο. Αλλόκοτο. Ανερμήνευτο. Ερωτεύσιμο. Ζωντανό. Αέναη κίνηση των άστρων.


Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Apocalypse Now-Redux


Σκηνοθεσία: Francis Ford Coppola
Παραγωγής: USA / 1979
Διάρκεια: 202'


Όσα χρόνια και αν περάσουν, το Apocalypse Now θα είναι αυτό που λέμε κινηματογραφικό θαύμα. Ο Francis Ford Coppola έδωσε εξονυχιστική προσοχή στις τεχνικές λεπτομέρειες της ταινίας του, και την απογείωσε τόσο στα τεχνικά όσο και στα δραματουργικά στοιχεία. Το ταχύρρυθμο και εξαιρετικά συγκροτημένο μοντάζ υλοποιεί μια συμπαγή ιστορία. Ενώ το ντεκουπάζ, με έναν πρωτοποριακό τεμαχισμό του χώρου, αποδεικνύει την υπέρμετρη κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη στον τεμαχισμό του χώρου. Κάτι που δε διδάσκεται, πρόκειται για έμφυτο ταλέντο. Και όλα αυτά σε μια "βαριά" παραγωγή, που κατά το πλείστον έτρεξε ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης!

Ο Coppola παίζει στα δάχτυλα τα κινηματογραφικά είδη. Τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο και αναμειγνύονται μεταξύ τους καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας! Το Apocalypse Now ξεκινάει από μια αγωνιώδη περιπέτεια, η οποία πλαισιώνεται από καλοφτιαγμένα στοιχεία ταινιών δράσης, δανείζεται νουάρ στοιχεία, για να καταλήξει στο φινάλε ως ένα βαθύτερο φιλοσοφικό δοκίμιο(βασισμένο στο βιβλίο του Joseph Conrad και τις σκοτεινές ανησυχίες του Elliot). Και για να μην παρεξηγηθούμε, αν και η ταινία δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τις ταινίες θεάματος στα τεχνικά μέρη (εφέ, σκηνοθεσία, παραγωγή κλπ), δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μία τέτοια. Πρόκειται ίσως για το πιο ηχηρό αντιπολεμικό δράμα που έλαβε σάρκα και οστά στη μεγάλη οθόνη. Ένα βύθισμα στο έρεβος του πολέμου.


Ο Λοχαγός(Martin Sheen) ξεκινάει λέγοντας πως θα μας διηγηθεί την ιστορία του Βιετνάμ μέσα από τη δική του ιστορία. Μαρτυρώντας την ευαισθησία και την υπευθυνότητα του δημιουργού απέναντι στη συλλογική Ιστορία. Ο καθένας μπορεί να διηγηθεί μόνο τη δική του ιστορία. Η οποία πάντα λαμβάνει χώρο σε ένα συγκεκριμένο χρονικοχωρικό διάστημα. Μόνο τον εαυτό μας μπορούμε να διηγηθούμε. Ποιος κατέχει λοιπόν ολόκληρη την Ιστορία για να τη διηγηθεί; Η συλλογική Ιστορία είναι μόνο η σύνθεση των ατομικών ιστοριών -ανεξάρτητα αν αυτές ορίζονται σε συλλογικό, υπερσυλλογικό ή ατομικό επίπεδο- στο συνεχές της αιωνιότητας.


Οι εικόνες σε αυτό το αξεπέραστο τρίωρο μεταφέρουν αυτούσια τη φρίκη του πολέμου. Σε πολιτικό, σε φιλοσοφικό και κυρίως σε ανθρωπιστικό επίπεδο. Απ' τη διεφθαρμένη μανία των αρχόντων για εξουσία, την ανελέητη σφαγή των στρατιωτών που συμμετέχουν εθελούσια, σχεδόν υπνωτισμένοι από την προπαγάνδα, ως την εσωτερική σύγκρουση και τη διάλυση που επιφέρει ο βασιλιάς της φρικωδείας. Ο πόλεμος είναι για όλους εξίσου καταστροφικός και ανελέητος. Και πλήττει όλες τις γωνιές του πλανήτη, και όλους τους ανθρώπους που είτε το γνωρίζουν είτε όχι, συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους.


Και αν ο πόλεμος είναι εξίσου βάρβαρος για όλη την ανθρωπότητα, τα αντιμαχόμενα μέρη δεν έχουν την ίδια ευθύνη και την ίδια ταυτότητα. Ο ιμπεριαλιστής δεν είναι απλά ο κατακτητής. Ο ιμπεριαλιστής έχει μια ισοπεδωτική παρουσία μέσα στον πόλεμο. Ο φόνος γίνεται διασκέδαση. Καπνός, ποτό, συνουσία, φαντασιώσεις, παράνοια είναι το αλκοόλ μιας έκφυλης διασκέδασης. Τα ιμπεριαλιστικά ναρκωτικά που χωρίς αυτά θα φάνταζε αδύνατη η εθελούσια συμμετοχή των στρατιωτών, απ' το στρατόπεδο του κατακτητή, σε αυτή τη φρικωδεία. Ο μαχόμενος για τους ιμπεριαλιστές δεν αντέχει τη σιωπή. Το μεγαλύτερο μαρτύριο για το ιμπεριαλιστή είναι η σιωπή. Η σιωπή δε σημαίνει αδράνεια για αυτόν. Η σιωπή σημαίνει συνδιαλλογή με τη συνείδηση του. Και αυτό είναι ότι πιο εφιαλτικό, η συνείδηση ο μεγαλύτερος εχθρός! Έτσι οι στρατιώτες ρίχνονται λαίμαργα στη μανία του πολέμου, επιδιώκοντας την παράνοια!


Για τον υπερασπιστή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κρατάει χαμηλούς τόνους, και μετέχει αναγκαστικά σε αυτή τη βαρβαρότητα, υπό τη διαρκή απειλή του αφανισμού. Ο υπερασπιστής δρα αθόρυβα. Κρύβει τα χνώτα του ακόμα και από τον αέρα. Συσπειρώνεται υπό τον κοινό σκοπό της υπεράσπισης των κεκτημένων. Αυτή την αφανή παρουσία σκηνοθετεί στους Βιετναμέζους ο Coppola, αφήνοντας τους χαρακτηριστικά σε σημεία off κάδρου. Τοποθετώντας τους συμπατριώτες τους στον on χώρο και στέφοντας τους έτσι ως απόλυτους πρωταγωνιστές. Ανακηρύσσοντας τους ταυτόχρονα, ως τους βασικότερους υπαίτιους για αυτή την τραγωδία.

Ο λοχαγός μας πληροφορεί πως ότι μοιάζει παρανοϊκό, παράλογο και ανελέητο, είναι αυτό που κοιτάς στα μάτια και το κάνεις με πάσα φυσικότητα μέσα στον πόλεμο. Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να επιδράσει πνευματικά και να σταθεί άνω των συνθηκών του πολέμου. Αφομοιώνεται και διαμορφώνεται από αυτόν. Η φρίκη του πολέμου τον καταλαμβάνει ως τα σωθικά του. Τόσο που ένας άλλος ανελέητος άνθρωπος υποκαθιστά το αρχικό του ομοίωμα. Έτσι που το παράλογο μοιάζει λογικό. Και η παράνοια υπογράφει όρκους ψυχικής πανευδαιμονίας πάνω από γεμισμένες κάννες και τεμαχισμένα πτώματα!


Ο Πεσσόα έλεγε "Στην αντίθετη περίπτωση που ένα σκυλί άρχισε να σκέφτεται όπως εμείς, το σκυλί αυτό θα 'τανε τελειότερο απ' όλα τ' άλλα. Κι ωστόσο, το πιθανότερο είναι, ότι κείνα θα το σκοτώνανε περνώντας το για τρελό". Αυτό το σκυλί είναι ο Kurtz(Marlon Brando) στην ταινία. Έχει ιδρύσει ένα νέο έθνος στη Καμπότζη. Έχει παρεκτραπεί παντελώς από την εικόνα του ιμπεριαλιστή. Έχει βιώσει τραυματικά τη φρίκη του πολέμου. Την βλέπει στον διαλυμένο εαυτό του. Όμως με διανοητικό και συναισθηματικό πλεόνασμα έχει επιτύχει να υπερβεί τον ίδιο τον πόλεμο. Αυτή η αλλιώτικη περσόνα τρομάζει τόσο τους γνήσιους ιμπεριαλιστές άρχοντες. Και στέλνουν τον λοχαγό σε μυστική αποστολή. Σκοπός να τον αφανίσει, και μαζί με αυτόν να αφανίσει οποιοδήποτε ίχνος, ούτως ώστε να αποφευχθεί να ακολουθήσει κανείς το παράδειγμα του.

Ο λοχαγός όμως, ο οποίος έχει κρατήσει τον εαυτό του, κατά το δυνατό, αμόλυντο από αυτή τη θηριωδία, θα βρει πολλά κοινά σημεία με τον παράδοξα εύστροφο Kurtz. Ο Kurtz έχει διαρκώς το πάνω χέρι. Η ζωή του λοχαγού οφείλεται στη γενναιοδωρία του Kurtz. Για να εκπληρώσει ο λοχαγός την αποστολή του, πρέπει να πάρει τη συγκατάθεση του Kurtz. Οι δύο άντρες ενώνονται και σε πνευματικό και σε βιωματικό επίπεδο. Και έτσι, ακόμα και στο χαμό του Kurtz, θα έχει εξασφαλιστεί, με γεωμετρική πρόοδο, η διάδοση των έργων του!
Βαθμολογία 10/10

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Manhattan


Σκηνοθεσία: Woody Allen
Παραγωγής: Usa/ 1979
Διάρκεια: 96'


Μια από τις πιο αναγνωρίσιμες, αν όχι η πιο αναγνωρίσιμη, στιγμές στην διαμαντένια φιλμογραφία του σπουδαίου Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη είναι ετούτο το Manhattan. Που πιότερο αποτελεί ένα φόρο αγάπης του καλλιτέχνη, στην πόλη που αγάπησε.

Η ταινία έχει αρχίσει. Ο αφηγητής(ίσως ο πιο αγαπητός άνθρωπος στη σινεφίλ κοινότητα, Woody Allen) μάταια προσπαθεί να προσδιορίσει το περιεχόμενο του ήρωα του, ενώ ταυτόχρονα η Νέα Υόρκη αυτοπροσδιορίζεται μέσα από σεληνιακά ασπρόμαυρα κάδρα, όπου καθρεφτίζεται κάθε γωνιά της. Ασπρόμαυρα κάδρα που ξεχειλίζουν από συναίσθημα, και που αποτελούν αντικείμενο φωτογραφικής λατρείας. Συνοδεύονται απ' την καλαίσθητες μουσικές επιλογές του George Gershwin που συντροφεύουν την μεθυστική ξενάγηση μας σε αυτό το παραδεισένιο αστικό τοπίο!

Άραγε υπάρχει παραδεισένιο αστικό τοπίο; Πολλές φορές έχει τύχει σε όλους μας να βρισκόμαστε σε μια κουβέντα για την οποία μέχρι προσφάτως αισθανόμασταν την πλήρη αδιαφορία. Όμως η αγάπη του ομιλητή για το θέμα δύναται να προσδώσει τη δέουσα
γοητεία. Έτσι συμβαίνει και στο Manhattan. Άλλωστε κάθε κινηματογραφική ταινία δεν είναι παρά μια ιστορία ειπωμένη με εικόνες. Αυτές οι εικόνες εδώ είναι παρμένες από την ατόφια αγάπη της καθαρής ματιάς του δημιουργού τους. Μια αγάπη που μας συμπαρασύρει σε ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις λατρείας. Οπότε ναι, το cinema μπορεί να κάνει μια πόλη παραδεισένια. Και ο Woody ίσως "γέννησε" την πιο όμορφη στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.


Ο Woody Allen καταπιάνεται με ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Τις ανθρώπινες σχέσεις, με κύριο άξονα τις ερωτικές, που αναβλύζουν στην επιφάνεια τις αδυναμίες, τους ψυχικούς νευρωτισμούς και περισσότερο όλων την καλά κρυμμένη ανωριμότητα. Ερωτικές επιλογές που καθρεφτίζουν σε βάθος την ταυτότητα των ατόμων, η οποία είναι επιμελώς θαμμένη πίσω απ' ένα μεθοδικά επιλεγμένο κοινωνικό πρόσωπο. Ο Woody Allen, σε ρόλο πρωταγωνιστή, υποδύεται έναν ασυμβίβαστο τηλεσεναριογράφο. Ο οποίος απορρίπτει τις σύγχρονες rubbish τάσεις της tv, και επιλέγει να μείνει άνεργος. Είναι δις χωρισμένος, καθώς η πρώην γυναίκα του(η απροσδόκητα εκπληκτική Meryl Streep) επέλεξε μια γυναικεία συντροφιά αντί αυτού. Τα πλήγματα είναι έκδηλα, και ο Woody επιλέγει προσωρινά ως σύντροφο μια 17χρονή μαθήτρια(την αξεπέραστη Mariel Hemingway). Στην αντίπερα όχθη υπάρχει ένα φιλικό ζευγάρι, που διατηρεί μια "τέλεια" δημόσια εικόνα. Τα παραστρατήματα όμως του άντρα, που στερείται προσωπικότητας στη λεπτομερή παρουσία του, τον φέρνουν στην αγκαλιά της δυναμικής αλλά και εύθραυστης Diane Keaton. Η σχέση τους φτάνει σε αδιέξοδο, δεδομένου του προαναφερθέν γάμου, και η Diane Keaton, κατόπιν των προτροπών του πρώην της, συνάπτει σχέση με τον μπερδεμένο Woody.


Μέσα σε αυτό το ερωτικό μπάχαλο o Woody Allen, ως σκηνοθέτης τώρα, με την συνήθη ιδιοφυή "φλυαρία" και την λεπτή ειρωνεία του, θα θίξει ορισμένα απ' τα προβλήματα της εποχής αλλά και τα μεταγενέστερα. Ανάμεσα τους: ο εκφυλισμός της τηλεόρασης, η απρόσωπη παρουσία των ανθρώπων, το οικονομικό "σφίξιμο κλπ. Αγαπημενέστερη αναφορά όμως είναι η σκηνή όπου η τετραμελής παρέα τσακώνεται περί κινηματογράφου και Τέχνης κατ' επέκτασιν. Αναδεικνύοντας το αμφησβητισημό ως και βέβηλο ύφος των νεοκουλτουριάρηδων προς την "αδιαπραγμάτευτη"(στάση Woody Allen) ιστορία. Για να μην ξεχνιόμαστε, όλα αυτά συμβαίνουν καθώς τα υποκείμενα σέρνονται στους μεθυστικούς δρόμους της Νέας Υόρκης. Όπου η ασπρόμαυρη φωτογραφία(με αποκορύφωμα τη σκηνή Woody Allen-Diane Keaton κάτω από τη γέφυρα) συνεχίζει να προσδίδει γοητεία στη πόλη.


Ωστόσο αυτός ο ιδιότυπος και εγωκεντρικός καλλιτέχνης θα εμμείνει περισσότερο όλων στις ερωτικές σχέσεις. Θα δηλώσει την καθημερινότητα ως μέγιστη φθοροποιό δύναμη. Τα υποκείμενα με εσωτερικά ράμματα προσπαθούν να επιδιορθώσουν τα αλλεπάλληλα πλήγματα, αλλοιώνοντας εν μέρη το "είναι" τους. Ράμματα που εκφράζονται με την ασχήμια των νευρωτισμών και φανερώνονται σε καταστάσεις έντονης συναισθηματικής πίεσης, όπως οι ερωτικές σχέσεις. Ίσως για αυτό η νεαρά Mariel Hemingway θα αμφισβητήσει την σύμπλευση ενηλικίωσης-ωριμότητας. Με μια φυσική και παρθένα ομορφιά, που υποδηλώνει το ακέραιο του χαρακτήρα της, παραμένει αναλλοίωτη από τις επεμβάσεις του χρόνου. Και με την πλέον ώριμη συμπεριφορά, θα μας οδηγήσει σε ένα μεγαλειώδες finale, παρατείνοντας την αγωνία μας, αλλά περισσότερο φουντώνοντας τις ελπίδες μας για ένα αδιάφθορο μέλλον μέσα από τις στάχτες του παρόντος...


Το Manhattan πέραν όλων των άλλων κολακευτικών που προαναφέραμε, είναι και μια σπάνια ταινία από υποκριτικής άποψης, καθώς δε συνηθίζουμε να βλέπουμε σε μια ταινία τρεις μεγαλειώδης γυναικείες ερμηνείες.

Εδώ η Meryl Streep με μια σύντομη αλλά πολύ δυνατή παρουσία προφητεύει τις ύστερες ομοφυλοφιλικές τάσεις. Η σταθερή Diane Keaton εξωτερικεύει με λεπτό τρόπο μια εύθραυστη εσωτερική πραγματικότητα που αντιδιαστέλλεται με το δυναμικό κοινωνικό προφίλ της. Ενώ η Mariel Hemingway, ίσως στην πιο λεπτή και πιο συμβολική ερμηνεία της ταινίας, είναι απλά ανυπέρβλητη. Αποτέλεσμα των πολυπληθή στιβαρών θηλυκών ερμηνειών, ίσως είναι η καθοδήγηση του μεγάλου σκηνοθέτη, που όπως μας έχει αυτοπαρουσιαστεί μέσα από τις ταινίες του, φαντάζει λάτρης του ωραίου φύλου!
Βαθμολογία 9,5/10

υγ. Απ' όσα διάβασα στο διαδίκτυο για την ταινία, δε με μαγνήτισε κάτι περισσότερο απ' το κείμενο του φίλτατου Αχιλλέα. Το οποίο μπορείτε να βρείτε εδώ.


Manhattan 1979
Ανέβηκε απÏ� le-pere-de-colombe