Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Ο Κινηματογράφος ως Βίωμα


Ο κινηματογράφος, σε μια συγκριτική βάση, αποτελεί μια νεαρή τέχνη. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε την δογματοποίηση της γνώσης. Κάτι περισσότερο από 100 χρόνια από τη γέννηση του μέσου, μοιάζει να γνωρίζουμε καλά τι συνιστά καλό-κακό, άρτιο-ελαττωματικό, αφηγηματικό-πειραματικό, στρατευμένο ή προσωπικό κ.ο.κ. κινηματογράφο. Γνώση που αντλούμε είτε από θεωρητικά μοντέλα, είτε από επιστημονικές τεκμηριώσεις, είτε από την ιστορία της αισθητικής του μέσου ή την κριτική, ή ακόμα και από πιο επιφανειακά μοτίβα όπως οι οικονομικές κλίμακες και η εμπορικότητα, ή το lifestyle της εποχής. Αυτή η γνώση όμως, αν και πλέον άφθονη στην εποχή της πληροφορίας, δεν παράγει έργο. Αντιθέτως, κατά έναν τρόπο ευνουχίζει το έργο. Σαν θεατές παρουσιαζόμαστε πιο δύσκαμπτοι και πιο σφικτοί στην επικοινωνία, αφού έχουμε προ-υιοθετήσει αντιλήψεις και στάσεις που τείνουν να παγιώνονται. Ενώ και η δημιουργική διαδικασία δέχεται ισχυρό πλήγμα, καθώς στη γενικότητα του φαινομένου, τα έργα που προκύπτουν περισσότερο παράγονται μιμητικά (γνώση) παρά δημιουργούνται από μια εσωτερική (και κατ’ επέκταση καινοφανή) μοναδικότητα.

Θεωρώ πως στις μέρες μας, ο κινηματογράφος δεν έχει ανάγκη καλές ή κακές ταινίες. Αριστουργηματικό σινεμά ή παρωχημένο. Μυημένους θεατές ή γκουρού της 7ης Τέχνης. Ο κινηματογράφος, αυτή τη στιγμή, έχει ανάγκη περισσότερο να βιωθεί. Να υπάρξει ως βίωμα. Χωρίς δικλείδες ασφαλείας. Να αποκατασταθεί η αμεσότητα στη σχέση μας μαζί του. Η γνώση -ως μνήμη της γνώσης- να απομακρυνθεί, να παραχωρήσει (και να παραχωρεί) το απαραίτητο μέρος στη λήθη, που θα μας επιτρέψει να επικοινωνούμε με τον κινηματογράφο προσωπικά, αισθητικά, αντανακλαστικά. Ο κινηματογράφος, όπως όλες οι τέχνες, οφείλει να φέρει ένα μήνυμα από το χάος. Το χάος που δεν είναι γνωστικό. Το χάος που είναι χάος. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γιατί η τέχνη δεν μπορεί να εκλογικευτεί, και κατά συνέπεια δε μπορεί να οργανωθεί σε γνώση. Ή τουλάχιστον σε μια γνώση, που να αφορά ουσιαστικά το έργο τέχνης, και όχι απλά την ιστορική γραφειοκρατία. Γιατί η τέχνη μας αποκαλύπτει-αναδύει ένα «είναι» που δεν είναι γνωστικό, ακριβώς επειδή το «είναι» φαντάζει δομικό και προηγείται. Ενός «είναι» που λαμβάνει χώρο μόνο εντός του πλαισίου της δημιουργίας που το αποκαλύπτει.

Κλείνοντας, παραθέτω ένα σχετικό χωρίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, που θα επιθυμούσα να ξαναδιαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί: «η τέχνη μας φέρνει αντιμέτωπους μ’ ένα ακραίο παράδοξο. Τελείως αυτάρκης, χωρίς να χρησιμεύει σε τίποτα, υφίσταται, επίσης, μόνο διότι παραπέμπει στον κόσμο και στους κόσμους, ως αποκάλυψη του, ως ένα διηνεκές και ανεξάντλητο προς-το-είναι μέσω της ανάδυσης του στοιχείου που μέχρι τότε δεν ήταν ούτε δυνατόν ούτε αδύνατον: του άλλου. Όχι παρουσίαση μέσα στην παράσταση την Ιδεών του Λόγου, μη παραστάσεων δια του διεξοδικού λόγου, όπως το ήθελε ο Καντ, αλλά δημιουργία ενός νοήματος που δεν είναι ούτε Ιδέα ούτε Λόγος, που είναι οργανωμένο χωρίς να είναι «λογικό» και το οποίο δημιουργεί την ίδια του την αναφορά σαν πιο «πραγματική» από καθετί το «πραγματικό» που θα μπορούσε να «αναπαρασταθεί».»

υ.γ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε από το έντυπο περιοδικό ΜΠΟΜΠΙΝΑ του Κινηματογραφικού Τομέα ΠΟΦΠΑ

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Sambolico


Σκηνοθεσία: Mika Kaurismaki
Παραγωγή: Brazil / Finland / Germany / 1996
Διάρκεια: 29'


Όσο πιο άγνωστο είναι ένα μέρος, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία παραχωρείται στις μυθοπλαστικές διεργασίες του υποκειμένου να το γεμίσει με τις υποκειμενικές εκμυστηρεύσεις της φαντασίας και των προσδοκιών. Τρανά παράδειγμα αποτελούν απομακρυσμένες περιοχές των Ισημερινών, ή τοποθεσίες στη Λατινική Αμερική, ή μέρη όπως οι ακτογραμμές της Αφρικής. Γενικότερα απομακρυσμένες περιοχές που αποτελούν τουριστικούς παραδείσους για την μεγαλοαστική τάξη της Ευρώπης (και όχι μόνο). Παρά το γεγονός ότι τα παραπάνω μέρη πλήττονται από οικονομική ανέχεια, πληθυσμιακές ανισότητες και κάθε είδους εκμετάλλευση, η τουριστική ιδιοτέλεια, αρέσκεται να κλείνει τα μάτια στους προαναφερθέντες τοπικούς παράγοντες, και αντί αυτών να δίνει ένα άλλο βάπτισμα, προσάπτοντας εξωτικά και κάθε λογής εξιδανικευμένα χρίσματα, σύμφυτα με την γενική εξωραϊσμένη αντίληψη περί επίγειου παραδείσου.


Βασισμένος, ακριβώς, στο παραπάνω φαινόμενο, ο Mika Kaurismaki χτίζει αυτή την ταινία. Έχοντας ως πρωταγωνιστή τον Kari Väänänen, που συναντάμε σε πολλές ταινίες και του Aki Kaurismaki, στο ρόλο ενός Φινλανδού μαέστρου κλασσικής μουσικής. Δεν είναι τυχαίο που ο Mika διαλέγει ως πρωταγωνιστή του έναν καλλιτέχνη, δηλαδή έναν αντιπρόσωπο της κατά γενική ομολογία πιο αυτάρεσκης μερίδας ανθρώπων. Κι αυτό γιατί και ο ναρκισσισμός, αλλά και η φαντασία είναι άκρως απαραίτητα στο σύμπαν του Sambolico.

Πιο συγκεκριμένα, το μάλλον αδιάφορο ταξίδι αναψυχής του Φινλανδού μαέστρου, μετατρέπεται σύντομα σε μια φαντασμαγορία, σ’ ένα κρεσέντο αγωνίας και περιπέτειας, που δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τα πιο εντυπωσιακά γουέστερν, ή τις πιο ταραχώδεις γκανγκστερικές ταινίες. Κι αυτό γιατί η τουριστική δίψα του Φινλανδού μαέστρου, επιστρατεύοντας την πιο γλαφυρή φαντασία, μετατρέπει τους πεινασμένους, τους μικροαπατεώνες και τις παρακμιακές πόρνες του Ρίο σ’ ένα φαντεζί τσίρκο. Η αδιάφορη διαμονή του, στο μυαλό του αποκτά πομπώδεις διαστάσεις, και μεταμορφώνεται σύντομα σ’ ένα παραμύθι με δράκους, πρίγκιπες, μοντέλα και απαγορευμένες ηδονές. Σ’ ένα παραμύθι γεμισμένο με καλοαναθρεμμένες παιδιάστικες φαντασιώσεις.  Έτσι, με μπόλικη ειρωνική διάθεση, η ταινία χορεύει σε αλλοπρόσαλλους ρυθμούς που κυμαίνονται από το γοητευτικό εσωστρεφές τανγκό, ως το λάγνο και σεξουαλικά πρόθυμο λίκνισμα της σάμπας.


Βέβαια ο Φινλανδός μαέστρος θα προσγειωθεί στην πραγματικότητα, όπως είναι αναμενόμενο, με το πέρας της τουριστικής του ιδιότητας. Αλλά μικρό το κακό. Έπειτα από μια μικρή παρένθεση, αυτός επιστρέφει στις ρίζες του επιτυχημένος. Ο τουριστικός παράδεισος πίσω από τη φαντεζί ζελατίνα θα συνεχίσει να ψυχορραγεί, πάντα πρόθυμος ωστόσο να αποτελεί ιδανική παραμυθοχώρα για χιλιάδες τουρίστες. Για ταξιδιώτες που επιλέγουν συνειδητά να κλείνουν τα μάτια, συντηρώντας και ενισχύοντας την πίστη σε εξωτικούς επίγειους παραδείσους.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Camille Claudel 1915


Σκηνοθεσία: Bruno Dumont
Παραγωγή: France /2013
Διάρκεια: 95'

«Eδώ βρίσκονται μόνο άνθρωποι που ούτε οι γονείς τους δεν θα τους άντεχαν.», φωνάζει η Καμίλ Κλοντέλ στον αδερφό της Πολ, σε μία από τις αραιές επισκέψεις του στο άσυλο ανιάτων του Μοντβέργκ. Η ψυχρότητα στο βλέμα του Πολ και η απόσταση στην οποία έχει τοποθετήσει τον εαυτό του επιβεβαίωνει την ρήση της Καμίλ, ασθενούς πρώτης κατηγορίας.

Θα περίμενε κανείς μέσα στο άσυλο ανιάτων να συναντήσει δυσλειτουργικούς ανθρώπους. Ανθρώπους με δυσκολία να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Ανθρώπους ανισόρροπους με αφάνταστες μεταπτώσεις. Κάθε άλλο. Άνθρωποι ελαττωματικοί. Ναι. Ελαττωματικοί, όμως, όχι ως προς τους εαυτούς τους. Αλλά ελαττωματικοί όπως μια βίδα, ή μια συσκευή που δεν επιτελεί την διεργασία για την οποία σχεδιάστηκε. Άνθρωποι που δεν μπορείς να τους εκμεταλλευτείς. Ή να τους αξιοποιήσεις, αν έχεις πρόβλημα με τη λέξη. Άνθρωποι στους οποίους δεν μπορείς να διοχετεύσεις συναισθήματα. Άνθρωποι που δεν σ’ ενδιαφέρουν ή δε σε γοητεύουν, ούτως ώστε να τους αγαπήσεις. Άνθρωποι δηλαδή εντελώς άχρηστοι. Περιττοί. Αχρείαστοι για σένα. Που κατά έναν τρόπο τους εκτοπίζεις στο καλάθι των αχρήστων. Ή αλλιώς, σε ψυχιατρικό άσυλο.

Τέτοιους ανθρώπους συναντάει κανείς στο άσυλο του Μοντεβέργκ. Οι ίδιοι άνθρωποι από την μεριά τους –κι ας μην σ’ ενδιαφέρει- και μια χαρά μπορούν να αισθανθούν, και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Και να συνυπάρξουν μαζί με τους εσωτερικούς τους κόσμους. Ελεύθερα. Άκοπα. Με μια εγγύτητα αξιοζήλευτη για τον παρατηρητή. Σώοι οι αισθητήρες δηλαδή.

Ο Bruno Dumont, χωρίς να γίνεται δεικτικός από την άλλη, αμφισβητεί την ευδαιμονία ανθρώπων που φαινομενικά σφύζουν υγείας. Ή τουλάχιστον αμφιβάλλει για αυτήν. Όχημα του είναι άνθρωποι όπως ο Πολ, ο αδερφός της Καμίλ Κλοντέλ. Άνθρωποι των οποίων η ισορροπία και το κύρος οφείλεται σε απόψεις και ιδεολογίες που έχουν υιοθετήσει. Απόψεις και ιδεολογίες που δεν πηγάζουν από κάποιο εσωτερικό απόθεμα ανησυχιών. Αλλά είναι κυρίως ασπασμένες, υπό καθεστώς κοινωνικού πανικού, όπως ένας ναυαγός αρπάζεται από την πρώτη σανίδα που θα βρει μπροστά του. Βέβαια, η κοινή αποδοχή-έγκριση των παραπάνω ιδεολογιών κοινωνικοποιούν τους ανθρώπους, τους καθιστούν αποδεκτούς και τέλος τους τροφοδοτούν με την απαραίτητη ισχύ. Μια ισχύ που σημαίνει ισχυρότητα καθώς τους παρέχει την ψευδαίσθηση της επιβεβαίωσης και ταυτόσημα την πιστοποίηση της ψυχικής υγείας.