Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Je, tu, il, elle (Chantal Ackerman)


Γράμμα στο κορίτσι που καταπίνει ζάχαρη. Το γράμμα προς εσένα θα μπορούσε να πηγαίνει κάπως έτσι:
«αν προσέξεις τη θάλασσα
δε σταματάει να κινείται ποτέ
έχει τον χρόνο με το μέρος της.»

Το γράμμα αυτό θα μπορούσε να έχει τελειώσει εδώ. Κι όμως σκέφτομαι τα πλακάκια στο δωμάτιο σου. Λεία και κρύα. Θέλω να σου γράφω. Να σου γράψω πολλές σελίδες, να ζεστάνουν τα πλακάκια με την άμμο τους, καθώς εσύ περπατάς πάνω τους γυμνή, με τις γυμνές ζαχαροπατούσες σου, πάνω απ’ τις σελίδες, καίγοντας το χαρτί τυχαία με την κάφτρα του τσιγάρου σου, ή λιγότερο τυχαία, απλώνοντας το κορμί σου πάνω τους, τους στρογγυλούς σου γλουτούς, τα λευκά σου οπίσθια χωρισμένα από τη βαθιά σχισμή που οδηγεί σ’ εκείνο, ή τα κόκκαλα από τις κλείδες της υπέροχης λεκάνης σου, καθώς ρεμβάζεις τις μέρες απ’ το παράθυρό σου, μ’ ένα ποτήρι κρασί, τις μέρες που τις διατρέχει το κενό, τις αναποδογυρίζει, μαλακά, κι ύστερα τις τρυπάει πάλι, τις τρυφερές μας μέρες, ανάμεσα στις σελίδες μου, γραμμένες βιαστικά, εκεί στα πλακάκια του σπιτιού σου, πάνω τους, ανάμεσα από τα έπιπλα, τους τοίχους σου που επιμένεις να τους αλλάζεις χρώμα κάθε λίγο, φωτίζοντας με γκρι, γκρίζο χαρτί, γερασμένο από μια ιστορία που δεν τελειώνει, κι όμως γεννιέται πάλι από την αρχή, με την όψη σου, ανάμεσα στις γραμμές, να αντανακλάται στις γυάλινες επιφάνειες του δωματίου σου, του απρόσιτου σπιτιού σου, πάνω στο παράθυρο, ή στο άδειο ποτήρι του κρασιού σου, που επιμένεις να κρατάς με τα χείλη σου, βαμμένα, κόκκινα ή ροζ, όπως κρατάει ένα μικρό παιδί, ή ένα άγριο ζώο την τροφή που μόλις συνέλεξε μέσα στα σαγόνια του.
Ξέρω ότι σου έτυχαν καλά αγόρια και κακά αγόρια. Καλά κορίτσια και κακά κορίτσια. Όμως το να υπάρχεις μαζί τους είναι μια εξαίρεση πέρα από την κακία και την καλοσύνη. Η ομορφιά του να ζεις ανεμπόδιστα. Του να πεθαίνεις ανεμπόδιστα. Η έλευση της πραότητας του να υπάρχεις δίχως πρόσημο. Το μυστικό σου δε μπορεί να σε προδώσει. Έχεις την καλοσύνη του ν’ αφαιρείς από την επιθυμία τη σκέψη. Σε βλέπω καθισμένη στο κάθισμα του συνοδηγού. Να τρως ντομάτες. Σε βλέπω να φιλάς. Να αρπάζεις τη λιακάδα του άλλου σώματος κατά κύματα. Σε βλέπω μεθυσμένη. Να συλλέγεις σκοτάδι και κενό μέσα στο άδειο σου δωμάτιο. Αν το κενό είναι καλό ή κακό δεν σε αφορά. Αν το φιλί θα διαρκέσει, αδιάφορο. Αν οι ντομάτες είναι γευστικές ή όχι, περιττό. Είσαι εδώ μ’ αυτές τις ντομάτες, μ’ αυτούς τους δρόμους, μ’ αυτούς τους ανθρώπους, μ’ αυτό το κενό. Πέφτεις από τη σκάλα κι όμως δε βιάζεσαι να σηκωθείς. Το σώμα σου είναι δεκτικό χωρίς άμυνα. Δεν έχεις παρελθόν, δεν έχεις παρόν, δεν έχεις μέλλον. Είσαι το ανιστόρητο μέλλον. Και είσαι εδώ. Τώρα. Εδώ τώρα. Και ποτέ άλλοτε.
«αν προσέξεις τη θάλασσα
 δε σταματάει να κινείται ποτέ
έχει το χρόνο με το μέρος της»
Αγαπάς τον κόσμο. Κι αυτή η πληγή σε γεννάει μέσα στον κόσμο έξω απ’ το σχήμα σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: