Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Die bitteren Tränen der Petra von Kant




Σκηνοθεσία: Rainer-Werner Fassbinder
Παραγωγής
: Germany / 1972
Διάρκεια
: 124’

Η ζήλεια είναι απρόβλεπτη. Όταν την παρατηρείς την αναγνωρίζεις, γιατί όταν την αισθάνεσαι σε ισοπεδώνει.

Το υποκείμενο επιλέγει συνειδητά να απέχει από την πομπή του έρωτα. Έχει δοκιμάσει και έχει δοκιμαστεί σε ερωτικές περιπτύξεις σε τέτοιο βαθμό που βρίσκεται σε θέση να απορρίπτει ερωτικές εμπειρίες που δεν αρμόζουν στις συγκινήσεις του. Η άρνηση του υποκειμένου να αφεθεί στον έρωτα, επιφέρει ένα καθεστώς μοναξιάς. Αυτή η μοναξιά δεν είναι μια μοναξιά που προκαλεί πόνο. Έχει υφανθεί από ένα φαντασιακό υλικό ατομικής ανωτερότητας που φαντάζει βελούδινη για αυτόν που τη ζει. Κατά έναν τρόπο, αυτή η μοναξιά είναι το φάρμακο που επαίρει την τελειότητα της ατομικότητας, και συνάμα εξουδετερώνει πάσης φύσεως ανασφάλειες. Για να υπογραμμιστεί-δικαιολογηθεί η επιλογή του υποκειμένου να οχυρώνεται πίσω από μια μεγαλοποιημένη ιδέα εαυτού, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα τάσεις περιφρόνησης προς το «άλλο» στοιχείο. Μια περιφρόνηση προς ό,τι δεν είναι «εγώ». Ο εγωκεντρισμός και η ιδέα της ατομικής πληρότητας εντείνονται.

Για να αφεθεί/παρασυρθεί το εν λόγω υποκείμενο στον έρωτα –τον οποίο έχει περιτυλίξει μ’ ένα μαρτυρικό πέπλο- θα πρέπει να συναντήσει ένα ερωτικό αντικείμενο, όπου η ένωση με το οποίο θα φαντάζει εξίσου εξιδανικευμένη και ικανή να υπερβεί ακόμα την χτιστή ιδέα της ατομικής τελειότητας που έχει προηγηθεί. Συνεπώς, η όποια ερωτική ένωση του εν λόγω εγωκεντρικού υποκειμένου είναι καταδικασμένη να υπεισέρχεται εξ’ αρχής στο πεδίο της υπερβολής. Είναι τέτοια η αξίωση του «εγώ» που η οποιαδήποτε απαίτηση από τον «άλλο» καταλήγει ως υπερβολική. Θα μπορούσαμε να πούμε, πώς αυτή η ένωση, εφορμούμενη από ένα καλπάζον φαντασιακό στοιχείο, είναι εξ’ ορισμού εξωπραγματική. Και ως τέτοια, είναι καταδικασμένη να διαλύεται, να αναχαιτίζεται από τη σύγκρουσή της με το πραγματικό.

Με την ένωση αυτή, το ερωτικό αντικείμενο αναλαμβάνει την βαριά ευθύνη του να μην προσβάλλει την ατομική ιδέα του υποκειμένου. Να μην προσβάλλει την υπερευαίσθητη, αφού εξιδανικευμένη, ιδέα του υποκειμένου. Κατά κάποιον τρόπο, η ύπαρξη του ερωτικού αντικειμένου σημαίνει μια παρουσία που είναι καταναγκασμένη να επιβεβαιώνει το υποκείμενο και τον εύθραυστο κόσμο που έχει κατασκευάσει.

Είναι μια παραφωνία αυτή η ένωση. Φαντάζει ως μια διαρκής παραγωγή έντασης, με την μετατόπιση κάθε ισορροπίας. Αφού στην πραγματικότητα πρόκειται περισσότερο για «επαιτεία»-ανάγκη παρά για ερωτική ένωση. Στον έρωτα πρέπει να χάνεται κάθε σχήμα. Κάθε ιεράρχηση μεταξύ των προσώπων. Κάθε αναγωγή σε υποκείμενα και αντικείμενα. Μια δυάδα υποκειμένων. Αυτό χρειάζεται ο έρωτας. Μια δυάδα ισότιμων υποκειμένων. Ισότιμα αλλά διαφορετικά.

Και ίσως σε αυτό το σημείο φτάσαμε σε μια προϋπόθεση: ο έρωτας χρειάζεται μια δυάδα (σε άλλες μορφές τριάδα, τετράδα, νιαδα) υποκειμένων. Πράγμα που δεν συνιστά προ-απαίτηση. Μάλλον περιγράφει μια κατάσταση φυσική. Όμως στις περισσότερες ερωτικές σχέσεις παρατηρείται αυτή η διαβάθμιση. Η διαβάθμιση του υποκειμένου-αντικειμένου. Και τις περισσότερες φορές, η σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, δεν είναι αντικειμενική. Δεν αφορά, δηλαδή, τον διαμοιρασμό κάποιων ρόλων. Αλλά την αξίωση κάθε μέλους της ερωτικής σχέσης, που συνηθίζει να βλέπει τον εαυτό του ως υποκείμενο και τον «άλλο» ως αντικείμενο. Ένα αντικείμενο στο οποίο  διοχετεύει πληθώρα απαιτήσεων. Απαιτήσεις, που όπως προαναφέρθηκε, δημιουργούνται για να ικανοποιούν την ελεγεία του εγώ.

Το υποκείμενο, στον έρωτα, είναι κυριευμένο από μια βαθμιαία απόγνωση και από μια ασυγκράτητη ζήλεια. Η ζήλια δεν αφορά τον άλλον, όπως συνηθίζεται να πιστεύεται. Η ζήλια αφορά τον εαυτό του υποκειμένου που ζηλεύει. Ο άλλος δεν παρίσταται στη ζήλεια. Μπορεί να αποτελεί την αφορμή που την ενεργοποιεί, αλλά είναι απών από τη ζήλεια. «Αγαπιέμαι όπως μου αξίζει;», «Φέρεται ο άλλος με σεβασμό στη σχέση μας;», «Αισθάνεται για εμένα όπως αισθάνομαι για αυτόν;», «Φροντίζει με τις πράξεις του την αγάπη που του έχω;», «Μήπως δεν είμαι ο μοναδικός κάτοχος της αγάπης του;», είναι μόλις μερικά από τα ερωτήματα που θέτει η ζήλεια στο υποκείμενο. Ερωτήματα που στρέφονται όλα προς το υποκείμενο, ερωτήματα που δεν αφορούν τον άλλον, αλλά τις απαιτήσεις που έχει το υποκείμενο από τον άλλον. Όσο πιο υψηλή η ιδέα του «εγώ», τόσο ισχυρότερες οι απαιτήσεις από το εσύ. Έτσι, ένα εγωκεντρικό υποκείμενο στην ένωση του με τον άλλο, οδηγείται στη φαντασιακή γιγάντωση και του άλλου. Όμως, αν στον έρωτα υπάρχει κάποια προϋπόθεση, αυτή δεν αφορά την φαντασιακή γιγάντωση του εσύ, αλλά την εκμηδένιση του εγώ.

Όσο το εγώ παραμένει ενεργό, και συνεπώς το υποκείμενο διαχωρίζεται από τον άλλον, η ζήλεια στρέφεται αναπόφευκτα πληγωτικά προς το υποκείμενο. Η τελειότητα του εγώ, που είναι ψεύτικη, για αυτό και πληγώνεται, σταδιακά καταποντίζεται από τον άλλον στην ερωτική σχέση. Επί της ουσίας, η ψηλή ιδέα του υποκειμένου πληγώνεται, όχι από τον άλλο, αλλά από την επιλογή του διαχωρισμού στο «εγώ και αυτός». Το υποκείμενο δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί αυτή τη διάσταση, και καθώς πληγώνεται επιλέγει να απομακρυνθεί, να αποσχιστεί από τον άλλο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα μηχανισμούς άμυνας που εκμηδενίζουν-απαξιώνουν τον άλλο, ούτως ώστε να δικαιολογηθεί/επιβεβαιωθεί η παραπάνω επιλογή της απομάκρυνσης.

Όμως που βρίσκεται ο άλλος καθ’ όλην αυτή τη διάρκεια;
Παρ’ ότι ο άλλος είναι απών από την ζήλεια του υποκειμένου, είναι αυτός που δέχεται τα παράγωγά της. Έτσι, ο άλλος, πληγμένος από τις αλλεπάλληλες και σφοδρές επιθέσεις του υποκειμένου, σιγά σιγά οπισθοχωρεί, υποτάσσεται, δέχεται τον ρόλο του αντικειμένου. Θα έχετε παρατηρήσει πως στις μακροχρόνιες σχέσεις ποτέ δε ζηλεύουν και οι δύο. Ο ένας ζηλεύει. Ο άλλος μισεί. Το αντικείμενο, ο άλλος που σταδιακά δέχεται τον ρόλο του αντικειμένου, αισθάνεται αδικημένος. Αισθάνεται ξεγυμνωμένος από τα ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα του υποκειμένου. Νιώθει δέκτης μιας πρωτοφανούς αδικίας. Ως εκ τούτου θέλει να ανταποδώσει τα χτυπήματα. Όμως το αντικείμενο δεν ζηλεύει το υποκείμενο. Δεν είναι μια ανταπόδοση ζήλειας. Το αντικείμενο μισεί. Τα δικά του χτυπήματα δεν είναι τόσο πηγαία, δεν είναι γόνοι μιας εσωτερική αναστάτωσης. Τα δικά του χτυπήματα είναι σχεδιασμένα, είναι στρατηγικά.  Είναι πράξη μίσους, όχι ζήλειας. Το αντικείμενο παρατηρεί τη συμφορά, τον ξεπεσμό, την παρακμή του υποκειμένου μέσα στον πόλεμο που το ίδιο έχει ξεκινήσει. Σ’ αυτόν τον ξεπεσμό, σ’ αυτή την παρακμή, σ’ αυτόν τον βαθμιαίο πόνο αποσκοπεί. Ως εκ τούτου, το αντικείμενο αναπτύσσει μια παθητική ψυχρότητα. Αυτή η παθητική ψυχρότητα προστατεύει το αντικείμενο από τα χτυπήματα, και ταυτόχρονα, αφού παθητικότητα κι αφού ψυχρότητα, συντηρεί και επιμηκύνει τον πόλεμο και τις συμφορές του υποκειμένου. Αφού ο άλλος είναι παθητικός,  τα χτυπήματά του και η έξαψή  επιστρέφουν συνεχώς στο υποκείμενο. Το υποκείμενο μένει διαρκώς εξαρτημένο από την ιδέα του άλλου. Ο άλλος απέχει. Η ρήξη πλέον μοιάζει οριστική. Το χάσμα αμετάκλητο.

Και όσο το υποκείμενο ήταν εξαρτημένο από το αντικείμενο κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής, άλλο τόσο παραμένει εξαρτημένο κατά την απουσία.  Το υποκείμενο ζητάει μια διέξοδο. Βρίσκεται σε ασυγκράτητη ένταση. Δεν μπορεί να εκφράσει ούτε την οργή του προς το αντικείμενο, ούτε την τρυφερότητα που θα πρόσφερε ένα χάδι στην ιδέα του «εγώ». Η επιστροφή του αντικειμένου διαψεύδεται επανειλημμένα. Το υποκείμενο δακρύζει. Σπάει σε δάκρυα. Τα δάκρυα του έχουν τον ρόλο υπενθύμισης. Υπενθυμίζουν τον πόνο που έχει ήδη αισθανθεί. Τον πόνο που του έχει ήδη προκληθεί. Η πορεία των δακρύων είναι μονόδρομη. Σύμφωνη με αυτή του χρόνου. Τα δάκρυα μοιάζουν να υποδεικνύουν στο υποκείμενο να μην διεκδικήσει μια ανάδρομη πορεία, και συνεπακόλουθα, του υπογραμμίζουν την (ξανά)ανάγκη της απομάκρυνσης.


Το υποκείμενο καταλήγει στο σημείο εκκίνησης. Στην μοναξιά. Αυτή τη φορά η επιλογή της μοναξιάς δεν μοιάζει αναγκαία, αλλά καταναγκαστική. Η έννοια του εαυτού είναι λεηλατημένη. Η ιδέα του «εγώ» έχει δεχθεί καίρια πλήγματα από την ερωτική ένωση. Η μοναξιά είναι ο τόπος της επούλωσης. Το υποκείμενο απομακρύνεται ξανά από τις ερωτικές περιπτύξεις. Ο έρωτας αποκτά ακόμα πιο σθεναρά την εντύπωση ναρκοπεδίου. Πλέον, το υποκείμενο μες το μοναχικό κουκούλι του, εκκινώντας από την περιφρόνηση προς το «άλλο», αρχίζει να υφαίνει ξανά πιθαμή προς πιθαμή το ρούχο της ατομικής τελειότητας και πληρότητας. Το εξιδανικευμένο κέντημα του εαυτού μέσα στον οποίο ζητάει καταφύγιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: