Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Somewhere



Σκηνοθεσία: Sofia Coppola
Παραγωγής: USA / 2010
Διάρκεια: 98'

Δε γνωρίζω αν το Somewhere είναι μια καλή ή μια κακή ταινία. Ορισμένες φορές φλερτάρει επίμονα με τη σχηματικότητα. Και η συμβολική του διάθεση αγγίζει τα όρια της διδακτικής ηθικολογίας. Όμως... Όμως: η Agnès Varda λέει, σ' ελεύθερη απόδοση, "δεν υπάρχουν κακές ταινίες, μόνο ταινίες που αποτυγχάνουν να επικοινωνήσουν με το κοινό.". Έτσι, όσοι περιμένετε αντικειμενικές κρίσεις από το παρόν κείμενο, καλύτερα να στρέψετε το βλέμμα σας αλλού. Εδώ θα γίνει μόνο μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η "επικοινωνία".

Η Sofia Coppola εδώ εμφανίζεται πιο αυτο-αποκαλυπτική από ποτέ. Περιστρέφεται πάλι γύρω απ' τους αγαπημένους της επιφανείς ήρωες. Αντικείμενό της αυτή τη φορά ένας Αμερικάνος star(Stephen Dorff) του Χόλυγουντ. Μόνο που στο Somewhere μας παρατίθεται, σχεδόν εξ' αρχής, το κλειδί για να ξεκλειδώσουμε την ταινία αλλά και τη φιλμογραφία της σκηνοθέτιδας. Το όνομα του κλειδιού: Μαχάντμα Γκάντι. Ή για την ακρίβεια ο ασκητικός του βίος και το πρότυπο της φιλοσοφικής απλότητας. Αν κάτι προβληματίζει τη σκηνοθέτιδα, είναι αυτή η ανθρώπινη απομάκρυνση από τη λιτότητα και την εσωτερική απλότητα που εκφράζεται με τη μελάγχολη γεύση και τη γλυκόπικρη θλίψη που διαποτίζουν τα κινηματογραφικά καρέ στο σύνολο της φιλμογραφίας της. Οι επιφανείς ήρωες μοιάζουν ιδανικοί για να περιγράψουν αυτή την απομάκρυνση. Αλλά και τα σύγχρονα αδιέξοδα, τα εσωτερικά αδιέξοδα, που εκφράζονται απ' την παχύσαρκη επιδίωξη της υλικής πολυτέλειας. Η οποία σταδιακά οδηγεί στην κενότητά του είναι.


Ζούμε μια μεταβατική εποχή λέει η Κόππολα. Προορισμός μας η εκπλήρωση του ονείρου προσφεύγοντας στην υλική ολοκλήρωση. Η απογύμνωση του "είναι" και η απογείωση του "φαίνεσθαι". Αυτό το φαίνεσθαι εκφράζει η σκηνοθέτιδα κι εδώ, με τους ήρωες της να επιλέγουν μια ζωή εγκλωβισμένη στη φαινομενικότητα μιας λούστρινης εικόνας. Έτσι, το περιβάλλον του Somewhere πλημμυρίζεται από αψεγάδιαστες γκόμενες, διαθέσιμες χωρίς το παραμικρό συναισθηματικό αντάλλαγμα. Πανάκριβα αυτοκίνητα. Ακόμα πιο πανάκριβα ξενοδοχεία. Πολυτελείς πισίνες. Γκουρμέ γεύματα. Άντρες που φοράνε τακούνια για να συναγωνιστούν το μέγεθος των μοντέλων. Λαμπερά βραβεία. Μακιγιαρισμένα χαμόγελα. Μια ζωή ψεύτικη, εικονική.


Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω, θα περίμενε κανείς, πως η σκηνοθέτιδα θα αποστρέφεται σφοδρά τους επιφανείς ήρωες της. Αυτό όμως είναι μόνο εν μέρει αλήθεια. Το άλλο μισό της Κόππολα αγαπάει τους ήρωες της. Οι επιφανείς ήρωες, ζώντας στην αφρόκρεμα της υλικής ευμάρειας, έχουν εκπληρώσει την επιδίωξη της πολυτέλειας. Αυτή η "εκπλήρωση", στην πραγματικότητα, τους καθιστά ευάλωτους. Τους προσθέτει τη συνείδηση της μοναχικότητας του άλλου τους εαυτού. Μέσα σ' αυτή τη μοναξιά είναι εγκιβωτισμένη η απωλεσμένη απλότητα, η χαμένη παιδικότητα. Η παιδικότητα που ζητά, οδυνηρά, το μερίδιο ζωής που της αναλογεί όταν πέφτουν οι προβολείς της λούστρινης εικόνας. Το μερίδιο ζωής σ' ένα γνήσιο χαμόγελο, σε μια γκριμάτσα κάτω απ' το νερό, σε μια απαλή μελωδία, σ’ ένα απλό γεύμα, σ’ ένα "αθόρυβο" αντίο. Για αυτές τις στιγμές λατρεύει τους ήρωες της.


Κι αν οι ήρωες της Κόππολα πάντα φεύγουν με λαβωμένο το αντίο στο στόμα, είναι για να αναζητήσουν γυμνοί τη χαμένη τους παιδικότητα, ή για να αφεθούν, οριστικά πλέον, στην ακατάρριπτη κενότητα του είναι..


Δεν υπάρχουν σχόλια: