Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Inherent Vice



Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Παραγωγή
: Usa / 2014
Διάρκεια
: 148'

Πολιτικοί σωτήρες, πλουτοκράτορες, ιερείς οικονομικών παραδείσων, ιδεολόγοι αυτονομιστές, μάγοι ερωτικοί σύντροφοι μας έχουν μιλήσει τόσο πολύ για έννοιες όπως η ευτυχία, η λύτρωση και η δυστυχία. Μας έχουν μιλήσει πολύ για αυτές από παντού, τόσο που το κενό τους έχει αποκτήσει υπόσταση. Έχουν καλοφορμίσει μέσα στις νοητικές μας διεργασίες και επιδρούν σημαντικά στους συμπεριφορικούς μας χάρτες.

Το Inherent Vice αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Τόμας Πίντσον. Τοποθετείται σε μια μεταβατική περίοδο της Αμερικής. Οι περιρρέουσες ιδέες αγάπης και ειρήνης –καυτή ακόμα η ανάσα του χίπικου κινήματος- υπόσχονταν ένα μέλλον ευτυχίας, όπου η ανοικτότητα, η αποδοχή, η στοργή, η φροντίδα του ενός προς τον άλλο σχηματικοποιούνταν ως προάγγελος μιας γαλήνιας κοινωνικής συνύπαρξης. Κατά συνέπεια τα αποδυναμωμένα ένστικτα, και η συλλογική θετική προδιάθεση, έμοιαζε ως ο ιδανικός μεσοχώρος για να πατήσουν οι παρίες της ανάπτυξης, φουσκώνοντας υπέρχειλα το μπαλόνι με ανθρωπιστικές υποσχέσεις, αποσκοπώντας στην ανήλεη κερδοσκοπία. Η εποχή του προ-καπιταλιστικού κολοσσού. Σ’ αυτή την περίοδο λοιπόν εκτείνεται και το φιλμ του Paul Thomas Anderson. Στον οποίο μοιάζει να ταιριάζουν γάντι οι μεταβατικές περίοδοι. Σ’ αυτές συνηθίζει να τοποθετεί και τις ταινίες του –τόσο το Master, όσο και το There Will be Blood-. Καθώς τα συγκεκριμένα χρονικά τμήματα διατρέχονται από ατομικές προσδοκίες, σκοπούς, όνειρα, ελπίδες –πάντα σύμφωνα με την έμφυτη τάση της ανθρώπινης φύσης για ξελόγιασμα- κάτι που καθιστά τους χαρακτήρες πιο τρωτούς, πιο ευάλωτους. Ιδανικούς για εμπαιγμό. Βέβαια οι μεταβατικές περίοδοι καταλήγουν πάντα σε τραγωδία. Αφού εν τέλει, όταν πια περατώνονται, η νέα τάξη πραγμάτων –λιγότερο αλλιώτικη απ’ ότι αναμενόταν- διαψεύδει πατόκορφα τις πρότερες προσδοκίες και φανερώνει απόλυτα την αυταπάτη της ανθρώπινης φύσης: την ανάγκη για επένδυση σε εξωτερικούς παράγοντες σωτηρίας, και την διαρκή αυτοδημιουργία χώρων-shakers που προσφέρονται για ανακίνηση στόχων και ονείρων. Κουρκούτι δηλαδή.


Πριν προχωρήσω όμως σε οτιδήποτε άλλο θα ήθελα να σταθώ στη δεύτερη λέξη του τίτλου. Στα ελληνικά, ελάττωμα. Μάλλον ακρογωνιαία έννοια στο σύμπαν και στις αφηγήσεις του Αμερικάνου σκηνοθέτη. Ελάττωμα: το στοιχείο που αναγνωρίζουμε σε κάποιον η κάτι απ’ την ιδιότητά του να επιδρά αποτρεπτικά προς την τέλεια λειτουργία. Η τελειότητα όμως ως έννοια είναι και ανέφικτη και ατελής. Οι άνθρωποι επιδιώκουν την ατελή τελειότητα. Και αυτό το ανθρώπινο χαρακτηριστικό είναι αγαπημένο στη φιλμογραφία του Paul Thomas Anderson. Χαρακτηρίζει ευρέως τους ήρωες του. Χαρακτηρίζει τα κίνητρά τους. Από τον Philip Baker Hall στο Sydney, τον Daniel Day Lewis στο There Will be Blood και τον –ίσως πιο κραυγαλέα- Philip Seymour Hoffman στο Master παρατηρούμε ήρωες-αφηγήσεις ως σύγχρονες παραλλαγές του Faust. Δηλαδή χαρακτήρες-διάολους, κορυφαίους στο πεδίο δραστηριοποίησής τους, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι με ένταση την ατομική τους ανεπάρκεια, επιζητούν την τελείωση και την αυτολύτρωση μέσα από τον θαυμασμό των άλλων και την εξαγορά της κοινής γνώμης. Προς αυτό τον σκοπό «πουλάνε», κηρύττουν πολυποίκιλα ιδανικά, και τάζουν (ή δίνουν) την ευτυχία σε δισκία πίστεως. Μέσα από ένα σύνολο πράξεων που φαινομενικά μοιάζουν αλτρουιστικές αλλά στον πυρήνα τους διακατέχονται από έντονη ατομικιστική δίψα. Συνώνυμα ελεημοσύνης, όπου η βοήθεια προσφέρεται αδιάφορα προς τον άλλον και την οντότητά του, με μοναδικό σκοπό τον αυτό-εξαγνισμό και την ατομική εξύψωση. Απ’ την άλλη, ίσως λιγότερο έντονα, υπάρχει μια δεύτερη κατηγορία «ελαττωματικών» χαρακτήρων στη φιλμογραφία του Anderson. Ήρωες που λειτουργούν ως ξενιστές. Συνήθως χαρακτήρες με χαμηλή αυτοεκτίμηση, άνθρωποι που προσκολλούνται σε επιφανείς ανθρώπους, θρησκείες, έρωτες, οπουδήποτε, ούτως ώστε να προσλάβουν τα απαραίτητα –σε κάποια θεωρητική σφαίρα- για να καταπραΰνουν τον υπαρξιακό πόνο ή να επιτύχουν την πολύ-διαφημισμένη ευτυχία-προορισμό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν σχεδόν όλοι οι δεύτεροι χαρακτήρες, αλλά και άλλες πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν ο Joaquin Phoenix στο The Master ή ο Adam Sandler στο Punch-Drunk Love.

Μια τέτοια περίπτωση χαρακτήρων συναντάμε και στο Inherent Vice. Κατά κάποιον τρόπο ανθρώπους ξενιστές. Που προσκολλώνται στο ένα ή στο άλλο επιδιώκοντας (ίσως) να ξεχάσουν. Ουσιομανείς σε μόνιμη νιρβάνα ή ποίμνιο σε διάφορες οργανώσεις όπου η εξουσία θρησκιοποιείται. Από την άλλη, πρεζόνια του έρωτα, όπου το συναίσθημα τοποθετείται σε ανέφικτες κορυφές. Ή συνηθέστερα, άνθρωποι σεξομανείς. Ενδίδοντας στην υπαινικτικότητα των μυστικών της θηλυκής σάρκας και καταφάσκοντας στη μεταφυσική του πορνό-lifestyle. Όπου στη θεοποίηση/δαιμονοποίηση της σεξουαλικής πράξης υποβόσκει η αξίωση για πλήρωση όλων των ηδονών και των απολαύσεων.


Και παρ’ ότι οι χαρακτήρες στο Inherent Vice έχουν λιώσει για τα καλά η καραμέλα της εποχής, ενδίδοντας στην ψευδαίσθηση και υπερχειλίζοντας εργατικά τα όρια της ατομικής αυταπάτης, εν τέλει η κίνησή τους είναι μια ειλικρινής εξομολόγηση: δεν πάνε πουθενά. Κι αυτή είναι η απόλυτη εκδοχή ειλικρίνειας του χρόνου: η λήθη. Δε θυμούνται από πού έρχονται. Δε θυμούνται προς τα πού κατευθύνονται, ούτε γιατί κατευθύνονται προς τα εκεί. Θα έλεγες, ότι όπως όλα τα ευλογημένα όντα, είναι εγκλωβισμένοι μες την αλήθεια τους.


Και κάπως έτσι επικρατεί η αφασία. Η αχρονικότητα. Η ψυχεδέλεια. Ο Paul Thomas Anderson επενδύει επιδεικτικά στο παράδοξο! Θα περίμενες ότι όλα αυτά θα οδηγούσαν σε μια ταινία κολλημένη. Στοκαρισμένη. Φλύαρη. Και βραδυκίνητη. Κάθε άλλο. Η ταινία –αφηγηματικά- λειτουργεί άψογα. Σταθερός, άνετος, σφυγμός. Κι αυτό γιατί ο Paul Thomas Anderson, όπως ο άλλος Anderson στην τελευταία του ταινία, ο Wes, πετάνε το μπαλάκι στον θεατή. Και υπογραμμίζει το –παρ’ ότι αυτονόητο- ξεχασμένο: αυτό που μας κινεί προς τα κάπου δεν είναι απαραίτητα τα γεγονότα, ή τα επεισόδια ή οι σεκάνς ή οι μυθοπλαστικές αναλογίες ανάμεσα στις σκηνές, αλλά η επιθυμία του θεατή να κινηθεί ανάμεσα σ’ αυτό που συμβαίνει (ή δεν συμβαίνει), και να το κινήσει, να συναρμολογήσει τα μικρά κομμάτια χώρου και χρόνου που του δίνονται. Κι από τη στιγμή που στον κινηματογράφο, τουλάχιστον στο λαϊκό κινηματογράφο, έχει επικρατήσει το αφηγημτικό μοντέλο, ο θεατής έμφυτα έχει αναπτύξει μια διάθεση κίνησης, μια διάθεση μυθοπλαστικού μαέστρου που οργανώνει αυτό που βλέπει, ακόμα κι αν αυτό που βλέπει βρίσκεται σε απόλυτο χάος, σε απόλυτη αταξία. Συνεπώς, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η ταινία θα κινηθεί: ακόμα και χωρίς τη θέλησή της.

Γιατί ο θεατής έχει ως σκοπό να ανακινήσει την ταινία. Δεν θέλει να δει μια ακίνητη ταινία. Θέλει να εξάγει συμπεράσματα από αυτή. Να την κατευθύνει. Αλλιώς νιώθει αμήχανα. Επιβεβαιώνοντας όσα λέγονται (και μπορεί να μην ακούγονται επί της οθόνης για 148 λεπτά): η στοχοθέτηση και η έννοια του σκοπού δεν είναι παρά μια εσωτερική διαδικασία αυτό-απασχόλησης. Δεν υπάρχει ευτυχία, δεν υπάρχει δυστυχία, κορεσμός, κι όμως δεν υπάρχει αδιέξοδο. Το μη-αδιέξοδο είναι το αδιέξοδο. Συμφιλίωση. Γύμνια. Και δεν έχει κανένα νόημα αν τα πράγματα πήγαν στραβά, όμορφα, κακά, άσχημα. Κάπως έπρεπε να πάνε. Και δεν υπάρχει καμία διαφορά..