Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Nathalie Granger



Σκηνοθεσία: Marguerite Duras
Παραγωγής: France / 1972
Διάρκεια: 83’

Η Nathalie Granger είναι μια ταινία χωρίς πλοκή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια ταινία χωρίς ταινία. Και ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι μια απαξιωτική δήλωση, ούτε καν ένα ποιητικό σχεδίασμα. Στη Nathalie Granger μπορεί να συναντάμε ηθοποιούς όπως η Jeanne Moreau, ή ο Gerard Depardieu, ηθοποιούς που έχουμε συνδέσει με τον κατ’ εξοχήν αφηγηματικό γαλλικό κινηματογράφο. Κι όμως η Nathalie Granger είναι μια ταινία χωρίς αφήγηση. Μια ταινία χωρίς ταινία. (Ξανά). Και όταν λέω μια ταινία χωρίς ταινία, μάλλον εννοώ πως πρόκειται για μία από αυτές τις ανεκτίμητες στιγμές που παρακολουθείς μια ταινία χωρίς να σου θυμίζει καμία άλλη. Κι όταν λέω ότι αυτή η ταινία δεν θυμίζει καμία άλλη, δεν αναφέρομαι στο plot, στο αφηγηματικό γίγνεσθαι, αλλά αναφέρομαι κυρίως στα μορφικά της χαρακτηριστικά και τη σκηνοθετική σύνθεση. Κάτι που οφείλεται, πιθανώς, στην σκηνοθετική δεινότητα (ή ανεπάρκεια) της Margueritte Duras. Η οποία υπήρξε πρωτίστως λογοτέχνιδα, και μετ’ έπειτα ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Ψηλαφιστά. Χωρίς να υιοθετεί καμία σύμβαση. Φτιάχνοντας έναν δικό της προσωπικό κινηματογράφο. Ταινίες χειροποίητες. Πρωτότυπες. Οι οποίες λειτουργούν μόνο εντός αυτής της αυτοσχέδιας-προσωπικής γλώσσας. Της οποίας η δυναμική είναι ακριβώς αυτή: ότι δεν προϋποθέτει καμία γραμματική, κανέναν κανόνα. Μια γλώσσα-αγλωσσιά, εν ολίγοις. Μια άγλωσση γλώσσα που εμφανίζεται στο σύνολο της φιλμογραφίας της Duras. Και ακόμα εντονότερα στα «πιο λογοτεχνικά» πονήματά της, που κατακρεουργώντας τα με τη γλώσσα, θα αποκαλούσαμε βιντεο-ποιήματα. Ένας ισχυρισμός που ενισχύεται αν ανατρέξουμε και σ’ άλλες περιπτώσεις σκηνοθετών, που δεν ήταν πρωτίστως σκηνοθέτες, όπως ο Jan Cocteau ή η Pina Bausch, ή ο Guy Debord, οι οποίοι έφτιαξαν εντελώς φρέσκες και μοναδικές ταινίες. Ταινίες χωρίς ταινίες. Ταινίες γραμμένες στη γλώσσα τους. Μια γλώσσα που εξυπηρετούσε το έργο και όχι, κατ’ ανάγκην, το (κινηματογραφικό) μέσο. Ταινίες που, με την ανάλογη δόση υπερβολής, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως αυτόνομα κινηματογραφικά σύμπαντα.


Τι είναι όμως αυτό που καθιστά το Nathalie Granger ως μια μοναδική ταινία; Δανειζόμενος έναν όρο από μία άλλη μορφή τέχνης, τη ζωγραφική, θα έλεγα ότι πρόκειται για μια ταινία-νεκρή φύση. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι στο μέγεθος των κάδρων. Στη σύνθεση. Ή στα θέματα. Αναφέρομαι, κυρίως, στο χρόνο. Στο ρυθμό. Στην αποτύπωση. Ο χρόνος είναι σχεδόν παγωμένος  -νεκρός- εντός των κάδρων. Οι φιγούρες παρίστανται. Δεν κινούνται προς κάποια δραματική κατεύθυνση. Παρίστανται. Σχεδόν ακινητοποιημένες. Είναι η παράστασή τους. Και η παράστασή τους είναι. Οντολογική συνεπαγωγή. Αν έκανα μια αναδρομή, προσπαθώντας να ανατρέξω σε κάτι ανάλογο, θα έφτανα μάλλον στο εκκωφαντικά σιωπηλό φινάλε του L’ Eclisse του Antonioni. Όμως εκεί, ο αγαπημένος της Duras, και δικός μου, Antonioni, προσφεύγει στην στατικότητα των μορφών, των πραγμάτων και των μοτίβων για να εκμαιεύσει άλλες κλίμακες και ποιότητες. Όπως την αποξένωση, τις αποστάσεις, ή την απόσχιση των εσωτερικών από τα εξωτερικά τοπία. Στη Nathalie Granger της Marguerite Duras δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εδώ η στατικότητα των μορφών είναι αυτολεξεί η στατικότητα των μορφών. Είναι η κούραση, υπαρξιακή κούραση, η φθορά. Κι όλα αυτά δεν αναδύονται. Δεν υπάρχει κάποιο περιφραστικό σχήμα. Είναι κυριολεξία. Όλα αυτά ενυπάρχουν, σαν νεκρή φύση, στην στατικότητα των μορφών. Δεν εκμαιεύονται, δεν ανάγονται, δεν συμπεραίνονται. Δεν υπάρχει λογικό άλμα. Η στατικότητα είναι η κούραση, η φθορά, η στατικότητα. Κι αυτή η πρόταση δεν αφορά ούτε τον δραματικό σκοπό, ούτε τη σύνθεση. Πρόκειται για ταυτοπροσωπία. Κι αν επιστρέψω σ’ αυτό που αποκαλώ νεκρή φύση· η νεκρή φύση, ο παγωμένος χρόνος, συνιστά αποδραματικοποίηση. Άπνοια. Απανεμιά. Κάτι που εν τέλει δημιουργεί έναν κινηματογραφικό χωροχρόνο μέσα στον οποίο η όποια δραματική δήλωση ή κατασκευή –υπάρχουν ελάχιστες- αποτελεί, αναπόφευκτα, έναν αισθητικό σεισμό.


Δεν είναι όμως μονάχα η ρυθμική στάση της ταινίας, που σε προκαλεί σ’ αυτό που αποκάλεσα μοναδικά καινοφανές. Οι στατικές μορφές, οι απλές φόρμες παρατίθενται σ’ ένα εντελώς περίπλοκο, ποιητικά πολύπλοκο, περιβάλλον. Όπου ο χώρος -και χώρος είναι η μήτρα όπου συμβαίνει ο χρόνος- δεν είναι μόνο η διάσταση του χώρου, αλλά και ο χώρος (χρόνος) έξω από αυτή. Κι αυτό συμβαίνει καθώς η Marguerite Duras δημιουργεί καινούρια κάδρα μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά διάφορα ευρήματα όπως τα παράθυρα ή τις καθρεπτικές επιφάνειες. Ευρήματα που διαρκώς εμπλουτίζουν, διαταράσσουν, αμφισβητούν και κυρίως επεκτείνουν το παραλληλόγραμμο του κινηματογραφικού χωροχρόνου. Μια επιλογή που δε γιγαντώνει μόνο το έξω (το εκτός), αλλά κυρίως αποτυπώνει το είναι (μέσα) των μορφών σε πολύπλευρα χωρικά περιβάλλοντα, και σχέσεις, ταυτόχρονης παρουσίας-απουσίας, ή αποκλεισμού. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο χώρος είναι σαν να εμπεριέχει και να μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα το μέσα και το μέσα του μέσα. Και να δηλώνεται, μ’ αυτήν την επιλογή, υποδειγματικά, πως το μέσα και το μέσα του μέσα, σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζονται. Και ενώ λοιπόν οι φιγούρες, όπως είπαμε πιο πάνω, είναι παγωμένες, μ’ έναν ακαθόριστο τρόπο, οι προβολές τους είναι διαρκώς «άλλες». Νέες προβολές. Χώροι και χρόνοι, που είναι στιγμιότυπα χώρων και χρόνων, που ποτέ δεν ομοιάζουν.

Το κείμενο αφιερώνεται στον Άγγελο Παλιουδάκη





Δεν υπάρχουν σχόλια: