Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Περί έργου τέχνης το ανάγνωσμα



Μια ταινία, ένα βιβλίο, ένας πίνακας δεν υπάρχουν ως προς τον εαυτό τους. Αντιθέτως, υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε. Προσοχή, δεν τα κοιτάμε επειδή υπάρχουν. Αλλά υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε. Είναι το βλέμμα μας που ενεργοποιεί. Η σύνθεση των χρωμάτων σ’ έναν πίνακα παύει να είναι μια σύνθεση. Οι προτάσεις, αυτές οι αλληλουχίες των φράσεων, παύουν να είναι μια ουδέτερη ακολουθία από γλωσσικά σύμβολα. Οι κινούμενες εικόνες παύουν να είναι απλές τρεμάμενες αναλογίες σκιάς και φωτός. Μέσα από το βλέμμα μας, και κατ’ επέκταση την ύπαρξή μας, τα μορφικά χαρακτηριστικά, οι φυσικές ιδιότητες των έργων τέχνης παύουν να υπάρχουν μονομερώς σ’ αυτό το υλικό πλαίσιο της κατασκευής. Πλέον, αποκτούν ένα πλαίσιο πιο εσωτερικό. Αποκτούν μια εσωτερική ζωή. Εντάσσονται σ’ ένα πλαίσιο πνευματικό. Βέβαια, για να συντελεστεί αυτή η αναζωογονητική επίδραση του βλέμματος, η ματιά μας οφείλει να είναι καθαρή. Να χύνεται με ανιδιοτέλεια στο εξ’ απεναντίας έργο τέχνης. Συνεπώς ένα βιβλίο δεν είναι οι σελίδες του. Μια ταινία δεν είναι οι εικόνες της. Ένας πίνακας δεν κατοικεί στο πλαίσιο του. Αντιθέτως, ένα έργο τέχνης, μορφώνεται στην απόσταση που ορίζεται απ’ τον εαυτό του και εκείνον που το κοιτάει και κοιτιέται μέσα σε αυτό.

  «Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την “κατανόησή” του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. Απαιτεί, μάλλον, την απουσία του, ζητάει απ’ αυτόν να μην του προσθέσει τίποτα. Η οραματική θέαση των πραγμάτων, για να μιλήσει κανείς επακριβώς, συνεπάγεται την ικανότητα εκ μέρους του θεατή να ξεχνάει τον εαυτό του: ένα αντικείμενο άξιο να κοιταχτεί μ’ αυτό τον τρόπο είναι ένα αντικείμενο που, στην πραγματικότητα, εκμηδενίζει αυτόν που το συλλαμβάνει.» Λέει η Σούζαν Σοντάγκ, αποκαλύπτοντας τις ιδανικές συνθήκες συνδιαλλαγής θεατή-έργου τέχνης.

Ένα τοπίο δε σου επιβάλλεται. Δε σου επιβάλλει τη θάλασσα, το βουνό ή τις στοιχίσεις των δέντρων. Ένα τοπίο σ’ εμπεριέχει. Μέσα απ’ το βλέμμα σου ενσωματώνεσαι σε αυτό. Εμπεριέχεσαι. Έτσι κι εσύ, οφείλεις να μην έχεις δόλο κατά την συν-επαφή. Να μην παρεμβαίνεις. Να μη χρωματίζεις τη θάλασσα μπλε ή άσπρη. Να μην επιφορτίζεις το τοπίο με τις προθέσεις σου ή τις αντιλήψεις σου. Να ξεχνάς τις βεβαιότητες που σε ορίζουν. Να ξεχνάς ποιος είσαι. Να αφήνεσαι στο τοπίο. Να αφήνεσαι στο έργο τέχνης που σου αποκαλύπτεται. Όχι να αφήνεσαι. Να παρασύρεσαι. Να εισχωρείς βαθιά εντός του. Στην πραγματικότητα δεν έχεις άλλη επιλογή…

Να παρασυρθείς. Πρωτίστως αισθητικά. Εν αρχή είναι η αίσθηση. Αναλόγως τοποθετείται και ο Μικελάντζελο Αντονιόνι: «Το σημαντικό δεν είναι να καταλάβει κανείς μια ταινία, αλλά να τη δει σαν εμπειρία. Αυτή η εμπειρία, η συγκίνηση, είναι εντελώς προσωπική για κάθε θεατή. Εγώ δεν καταλαβαίνω τις ταινίες μου, ούτε καν το επιχειρώ. Δε μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω. Πρέπει πρώτα να καταλάβεις μια ταινία με τις αισθήσεις σου. Μετά έρχεται η διανόηση ή η ηθική.»

Για να επιτευχθεί αυτή η (δι)αισθητική παρέλαση μέσα στα έργα τέχνης πρέπει να αφαιρέσεις τις προσδοκίες σου. Καθώς κι επίσης να την ξεκοκαλίσεις από τα δεδομένα σχήματα που της έχουν επιβληθεί. Το νερό ικανοποιεί την δίψα σου. Ένα ρόφημα ίσως την ανάγκη σου για γεύση. Η τέχνη όμως είναι μια αισθητική απόλαυση άνευ σκοπών. Πολλές φορές η αστική κουλτούρα των LOFT οικειοποιείται και προσεταιρίζεται τις τέχνες και τον πολιτισμό σαν μια μάσκα που προάγει συγκεκριμένα lifestyle και σύμβολα. Με αυτό τον τρόπο εξαπολύει μια επίθεση πνευματική. Ομοίως και στην άλλη πλευρά. Η τέχνη επιστρατεύεται, φορτωμένη με λαϊκά σύμβολα, και πολιτικές αντιπαλότητας, για να περάσει σε μια πνευματική αντεπίθεση. Και στις δύο περιπτώσεις η τέχνη έχει ενταχθεί σ’ ένα πλαίσιο, και υπάρχει χάρις αυτού. Όμως η τέχνη δεν εγκλωβίζεται, δεν καλουπώνεται. Οφείλει να υπάρχει σε μια διάσταση ανθρώπινη, πανανθρώπινη, και κατά αυτόν τον τρόπο, ίσως και υπεράνθρωπη. Γιατί ο άνθρωπος, οντολογικά, δεν είναι κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Εκεί απλά εντάσσεται. Οντολογικά ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν ενστίκτων και αισθήσεων με/από τη γέννησή του. Ένα σύμπαν ενστίκτων και αισθήσεων που συνθέτουν μια πανάρχαια ψυχή. Σ’ αυτή τη διάσταση αποθεώνεται η τέχνη. Και για να παρελάσεις με διαύγεια και αισθητικά εντός της, οφείλεις να απαλλαχθείς ο ίδιος από την ασθένεια της εκλογίκευσης. Να ξεχάσεις το αποδεκτό και το επιτρεπτό. Να της αφαιρέσεις τις προσθέσεις και τις ιδιοτέλειες που προσαρτά το κοινωνικό πλαίσιο. Πρωτίστως, οφείλεις να φτιάξεις με το έργο τέχνης μια σχέση προσωπική. Μια σχέση που λειτουργεί αναμεταξύ σας.

«Όντας συγκινημένος από ένα αριστούργημα, κάποιος αρχίζει να ακούει μέσα του το ίδιο κάλεσμα αλήθειας που παρακίνησε τον καλλιτέχνη στην δημιουργική του πράξη. Όταν δημιουργείται ένας σύνδεσμος μεταξύ του έργου και του παρατηρητή του, ο τελευταίος βιώνει ένα ανυπέρβλητο, καθαρτικό τραύμα. Εντός αυτής της αύρας που ενώνει αριστουργήματα και κοινό, οι καλύτερες πλευρές των ψυχών μας εμφανίζονται, και νοσταλγούμε την ελευθέρωσή τους. Μέσα σε αυτές τις στιγμές αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας, τα απύθμενα βάθη της δυνατότητάς μας, και τα πιο απόμακρα όρια των συναισθημάτων μας», λέει ο Άντρει Ταρκόφσκι. Υπενθυμίζοντας μας πως στην τέχνη, δημιουργός και θεατής είναι ισότιμοι καλλιτέχνες και κύριοι της δημιουργίας.

Συνομιλώντας μ’ ένα έργο τέχνης γινόμαστε οι ίδιοι, εν αγνοία μας δημιουργοί και έργα τέχνης. Βλέποντας μια ταινία γράφεις τη δική σου ταινία. Γίνεσαι η ταινία. Γιατί, όπως είπαμε, οι ταινίες δεν υπάρχουν μονομερώς ως προς τον εαυτό τους. Δεν είναι η κλειδωμένη μορφική τους σύνθεση. Οι ταινίες, μέσα μας αποκτούν τόπο. Υπάρχουν μέσα από εμάς. Εμείς, ο καθένας μόνος του και όλοι συνολικά, αποτελούμε τις άπειρες εκδοχές τους. Την συνολική Ψυχή τους. Γιατί βλέποντας μια ταινία γράφεις παράλληλα μια νέα ταινία. Όχι μια ταινία που έχεις ήδη γράψει. Όχι μια ταινία έτοιμη που περιμένει απλά να επιβεβαιωθεί. Αλλά μια ταινία νέα. Που γράφεται αυτή τη στιγμή. Από τη στιγμή που σε κυριεύει αυτό που βλέπεις. Που του αφήνεσαι. Από τη στιγμή που σε καταλαμβάνει. Κι αρχίζει να κινεί και να κινείται μέσα στον κόσμο σου.

3 σχόλια:

fidelio είπε...

Όμορφη και βαθειά ανάρτηση. Λίγες σκέψεις-σχόλια:

"Μια ταινία, ένα βιβλίο, ένας πίνακας δεν υπάρχουν ως προς τον εαυτό τους." Και ναι και οχι. Εννοείς ότι δεν υπαρχουν ως εργα τεχνης ως προς τον εαυτό τους, αλλά υπαρχουν ασφαλώς ως υλικά αντικειμενα. Το βιβλίο ως υλικο αντικειμενο υπαρχει στο ραφι μιας βιβλιοθηκης. (για παραδειγμα).

"Αντιθέτως, υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε. Προσοχή, δεν τα κοιτάμε επειδή υπάρχουν. Αλλά υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε." Και ναι και όχι. Υπαρχουν ως εργα τεχνης επειδη τα κοιτάμε (ειδάλλως μια κινηματογραφικη προβολή είναι απλώς μια προβολή φωτεινών δεσμων σε έναν τοιχο). Αλλά αυτό δεν εξηγεί πώς ή γιατί καποια έργα μας μιλάνε, μας αγγίζουν, περισσότερο από άλλα. Αυτό συμβάινει νομίζω γιατι αυτά τα αντικέιμενα (ένα βιβλίο, ένας πινακας, μια ταινία) δεν ειναι αντικέιμενα όπως η πετρα, το βουνο, η θάλασσα, αλλά δημιουργημένα αντικειμενα απο καποιον ζωντανο ψυχισμο. Αρα έχουν ήδη καποιο δυναμικό νοήματος, συναισηματος, αισθησης μεσα τους. Αλλιώς όταν τα κοιτούσαμε δεν θα νιώθαμε τίποτα να μας μιλάει ή να μας καλεί. Εν μερει λοιπον τα κοιτάζουμε επειδη υπαρχουν ως αντικείμενα δημιουργημενα απο καποιον καλλιτεχνη. Υπαρχουν επειδη τα κοιταζουμε (το βλέμμα μας τα ενεργοποιεί ως εργα τεχνης), αλλα και τα κοιτάζουμε επειδή υπαρχουν (το βλέμμα μας αγγίζεται απο κατι που υπαρχει ήδη εκει).

"Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την “κατανόησή” του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. " Νομιζω πως ούτε το εργο τεχνης απαιτει κατανοηση και αποδοση σημασιας (εχει ηδη καποια σημασια). Ο πολυ τεχνικιστικος-εγκεφαλικος τροπος που μας εχουν μαθει ειναι υπευθυνος για το πώς πλησιαζουμε ενα εργο τεχνης. Ως κατι που πρεπει να το καταλαβουμε (να το κανουμε δικο μας δηλαδη), να το λυσουμε ως σταυρολεξο (να βαλουμε τα κομματια στη σωστη θεση και να του δωσουμε σημασια) ή να το βιωσουμε. Και το βιωμα δεν γινεται απο καποιον που ξεχναει τον εαυτο του, που εξαφανιζεται η απορροφαται πληρως, αλλα απο καποιον που ανοιγεται και φιλοξενει. Αυτος που αφήνεται δεν ειναι λευκος πίνακας, δεν ειναι ουδετερη ψυχη ή βλέμμα.

το να παρασυρθούμε με την αισθηση δεν σημαινει και παλι οτι δεν σκεφτομαστε ή δεν κατανοούμε. Γιατι η αισθηση δεν ειναι τυφλη. Αυτη η διαχωριση μορφης και περιεχομενου, αισθήσεων και νοησης,αισθησης που απλως παρασυρεται και εγκεφαλου που απλως σκεφτεται ψυχρα ειναι υπευθυνη για ολα τα δεινα που περιγραφεις σε αυτο το κειμενο. Και ο Αντονιονι εν μερει την αναπαραγει οταν λεει οτι δεν καταλαβαινει μια ταινια. η κατανοηση δεν γινεται αποκλειστικα με την αφηρημενη σκεψη. Κατανοηση, και αισθημα, και σκεψη υπαρχει και στο βιωμα, δηλαδη στην ταυτοχρονη υπαρξη, λειτουργια και συγκινηση ολων των στρωματων μας. Αισθανώμενος μιας ταινία, βιώνοντας ένα εργο τεχνης, συγκινούμενος απο τα χρωματα, τις κινησεις, τις μορφες, τις γραμμες, έρχεσαι σε επαφη και με το νοημα (οποτε καταλαβαινεις εν οσω αισθανεσαι)..

fidelio είπε...

"Όντας συγκινημένος από ένα αριστούργημα, κάποιος αρχίζει να ακούει μέσα του το ίδιο κάλεσμα αλήθειας που παρακίνησε τον καλλιτέχνη στην δημιουργική του πράξη". Σιγουρα ναι, αλλα και παλι χρειαζεται να ειναι κανεις ανοικτος και ετοιμος να δεχτει αυτο το καλεσμα. Αυτο το καλεσμα θα μιλησει σε κατι που εν δυναμει υπαρχει ηδη εκει. Δεν φυτευεται πανω στο τιποτα.

"Συνομιλώντας μ’ ένα έργο τέχνης γινόμαστε οι ίδιοι, εν αγνοία μας δημιουργοί και έργα τέχνης. Βλέποντας μια ταινία γράφεις τη δική σου ταινία. Γίνεσαι η ταινία. Γιατί, όπως είπαμε, οι ταινίες δεν υπάρχουν μονομερώς ως προς τον εαυτό τους. Δεν είναι η κλειδωμένη μορφική τους σύνθεση. Οι ταινίες, μέσα μας αποκτούν τόπο. Υπάρχουν μέσα από εμάς." Μεσα μας αποκτουν τοπο και ξεδιπλωνουν τον δικο τους τοπο. Ξεκλειδώνουμε την μορφή τους, υπο την έννοια ότι δίνουμε τόπο σε αυτήν να ανοιχτεί και να μας αλλαξει ως ανθρωπους. Αλλα εχει ηδη μια μορφη και εμεις που την φιλοξενουμε εχουμε ηδη την δικη μας. Αναπνεουμε μεσα στην ατμοσφαιρα της ταινιας (για παράδειγμα). Ουτε εμεις ειμαστε παθητικοι, ουτε η ατμοσφαιρα μενει ανεπηρρεαστη απο αυτον που αναπνεει μεσα της.

"Εμείς, ο καθένας μόνος του και όλοι συνολικά, αποτελούμε τις άπειρες εκδοχές τους. Την συνολική Ψυχή τους." θα ελεγα τις διαφορετικες σχέσεις τους. Και ειναι σχεση ψυχισμων.Απλώς δε μου αρεσει η λεξη εκδοχη γιατι μου φερνει στο μυαλο τον ακρατο υποκειμενισμο "ο καθενας βλεπει ο,τι θελει στην ταινια, οποτε υπαρχουν απειρες εκδοχες". Η σχεση ειναι εκεινη που μας κανει να βιωνουμε κατι βαθεια -να βαθαινουμε την ύπαρξη μας δηλαδη- και η σχεση ζωντανευει το εργο τεχνης (που εχει ήδη ψυχικο φορτιο, εκεινο του καλλιτεχνη).

Ελπιζω να μην κουρασα με το σχόλιό μου (κατ ουσιαν συμφωνουμε, αλλα δεν πιστευω οτι η συμφωνια ή η ασυμφωνια ειναι το ουσιωδες στην τεχνη).

Να σαι καλα..

kioy είπε...

Καλησπέρα fidelio! Χαίρομαι που είσαι εδώ. Σε διαβάζω μ' ενδιαφέρον και στο ιστολόγιο σου!

Νομίζω ότι η συμφωνία και η δαφωνία δεν είναι πουθενά το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι η επαφή και η επικοινωνία. Η συμφωνία και η διαφωνία, προϋποθέτει, εκτός από ένα κοινό λεξικό ορισμών, και την ακλόνητη θέση αυτών σε πομπούς και δέκτες. Κάτι που για τον υποφαινόμενο είναι ακατόρθωτο.

Παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις σκέψεις σου. Χαίρομαι που διανθίζουν το κείμενο και το συμπληρώνουν. Ασφαλώς ένα έργο τέχνης έχει ιδιοσυγκρασιακά μορφικά γνωρίσματα. Και είναι αυτά που τα καθιστούν διαφοροποιημένα και μοναδικά. Καθιστώντας κάθε φορά διαφοροποιημένο και το ταξίδι.

Τώρα για τον Αντονιόνι. Χμ, έχω κάποιες ενστάσεις. Προφανώς απέναντι από μια ταινία εκτειθόμαστε ως υπάρξεις. Και συνεπώς αισθητικά, διανητικά, και με κάθε τρόπο που υπάρχουμε. Νομίζω αυτό στο οποίο εναντιώνεται ο Αντονιόνι, κι εγώ, είναι στον αυτοσκοπό της εκλογίκευσης. Όχι της κατανόησης. Αναμφίβολλα, ένας δημιουργός μέσα από τη δημιουργική διαδικασία, νοηματοδοτεί τις πτυχές του έργου και το έργο του. Τα πάντα έχουν λόγο. Και ο λόγος προάγει νόημα. Όμως δεν επεξηγηματικοποιεί. Και νομίζω για αυτό το πράγμα μιλάει ο Αντονιόνι. Κόντρα στην επιθυμία του κοινού, του εκάστοτε κοινού, να του "εξηγηθεί" αυτό που βλέπει. Να του "εξηγηθεί" όχι για να το κατανοήσει. Στην ουσία για να μην το κατανοήσει. Για να το γνωρίσει. Όπως εκείνες τις πτυχές του καθημερινού βίου, με τις οποίες νιώθει ασφαλώς πιο άνετα, όταν τις έχει ορίσει. Όταν τους έχει δώσει ένα συγκεκριμένο ρόλο και θέση. Πιστεύοντας πως τις έχει κατανοήσει.