Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Black Swan


Σκηνοθεσία: Darren Aronofsky
Παραγωγή: Usa / 2010
Διάρκεια: 108'

Η Νίνα(η Nathalie Portman ερμηνεύει θεούς και δαίμονες) είναι μια χορεύτρια στον ανταγωνιστικό χώρο της Νέας Υόρκης. Η σκιά της παθολογικά υπερπροστατευτικής μητέρας της, την ακολουθεί αναπόδραστα. Αποτέλεσμα το συγκρατημένο, συνεσταλμένο, πειθαρχημένο και σχολαστικά τελειομανή προφίλ της. Όταν ο θίασος της ανεβάζει την κλασσική «Λίμνη των Κύκνων» (που μουσικά τη μεταμορφώνει ο Clint Mansell με μια υπόγεια και σκοτεινή ένταση) και αναζητά την κοπέλα που θα υποδυθεί και τον λευκό και τον μαύρο κύκνο, η Νίνα μοιάζει απόλυτα ταιριαστή με τα χαρακτηριστικά αγνότητας της πρώτης μορφής. Δεν αρκεί. Καλείται, σ’ ένα επώδυνο ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης, να ανακαλύψει την ανεξερεύνητη πλευρά της, τη σκοτεινή πλευρά…

Αν μπορούμε να διαπιστώσουμε μια εμμονή στο σινεμά του Aronofsky, αυτή είναι της τελειότητας. Από το Pi που ταλαντώνεται μεταξύ ευφυΐας και παράνοιας ως το Fountain που υπερίπταται στην αιώνια καταδίκη της αθάνατης αγάπης. Απ’ το Requiem for a Dream και την εκμηδένιση του ανθρώπινου σώματος, ως την τελειότητα της αντίστασης στη φθορά που συναντάμε στο The Wrestler. Κάτι ανάλογο ισχύει και εδώ. Μόνο που το Black Swan έχει πιο μεγαλεπήβολους στόχους. Δεν είναι μια ταινία για την τελειότητα. Είναι η αυτολεξεί περιγραφή της τελειότητας και των χιλίων μορφών της.


Αν αναζητούσα ένα συνώνυμο για το τέλειο, δε θα έβρισκα πιο ταιριαστή έννοια από αυτή του απείρου. Εκεί που το όλα και το τίποτα συγκλίνουν τραυματικά στο μηδέν. Εκεί που το μηδέν και το απόλυτο που τέμνονται αξεδιάλυτα. Αυτή την έννοια του απείρου καλείται να ερμηνεύει –και ερμηνεύει ιδανικά- η Portman. Δεν καλείται να «χορέψει» απλά το Λευκό και το Μαύρο Κύκνο. Καλείται να είναι ο Λευκός και ο Μαύρος ταυτόχρονα. Να είναι δηλαδή ταυτόχρονα αυτό που είναι και αυτό που δεν είναι. Ο Aronofsky, μέσα απ’ το αποκορύφωμα της αισθαντικότητας, τοποθετεί την τελειότητα σ’ αυτό που το μαθηματικό σύστημα των ανθρώπων καθιστά εξ’ ορισμού αδύνατο. Είναι αδύνατη η τελειότητα;


Αν κάτι μοιάζει να αντιστέκεται σε αυτή την αφηρημένη θεότητα της τελειότητας, αυτό είναι το συγκεκριμένο και το βέβαιο. Η κινηματογραφική φόρμα του Aronofsky, αυτό το χαοτικό πάντρεμα μεταξύ φανταστικού και πραγματικού, καθιστά τα πάντα πιο ασαφή. Εξασφαλίζοντας έτσι την απαραίτητη ομίχλη για να υπάρξει το ό,τι σε χρόνο άπειρο. Όμως, πάλι, τα πεπερασμένα όρια του σώματος, της συγκεκριμένης ύλης, αμύνονται, αντιστέκονται. Το οξύμωρο είναι ότι μόνο η ύλη δύναται να αποδείξει την ύπαρξη του άυλου. Οφείλουμε να απελευθερώσουμε το άυλο απ’ αυτή. Κι εκεί, μέσα στην υπαρξιακή αναζήτηση της χορεύτριας, στο ταξίδι της ανεξέλεγκτης ψυχοσωματικής απελευθέρωσης, η ύλη παραμορφώνεται. Το σώμα της σπάει. Ραγίζει. Αλλάζει πρόσωπα. Μέχρι που η μορφή παύει να έχει μορφή. Εξαϋλώνεται για να παραδοθεί, να εκχυμωθεί εξ’ ολοκλήρου στο πιο εκτυφλωτικό λευκό που υπήρξε και δεν υπήρξε ποτέ. Κι έπειτα χάνεται. Οριστικά. Γιατί είναι η τελειότητα που ορίζει το τέλος…