Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Non Cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Non Cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Βυθός - Djúpid


του Atli Jonasson
Σκηνοθεσία: Κωστής Καλλιβρετάκης
Ερμηνεία: Θανάσης Δόβρης
Διάρκεια: 80'

Στο βυθό είναι καλά μόνο για τα ψάρια. Αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Εννοώ η παγωνιά του. Εννοώ η σκοτεινιά του. Όχι, αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Ο βυθός ορίζει τη μεγαλύτερη κλίμακα βάθους. Το ισχυρότερο επίπεδο της βαρύτητας. Ό,τι δεν είναι πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, ό,τι δεν επιπλέει, απορροφάται από το βυθό. Αφανίζεται μέσα του. Μέσα σ’ αυτή την αχανή ασημαντότητα.

Η μαμά και ο μπαμπάς πίνουν τον καφέ τους στις 7 το πρωί. Κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Εμένα μου αρέσουν τ’ ακριβά αυτοκίνητα. Τα ακριβά αυτοκίνητα αρέσουν στις κοπέλες που μου αρέσουν. Το να έχω ένα ακριβό αυτοκίνητο με κάνει αρεστό. Γεγονός ωστόσο που δεν καθορίζει ούτε στο ελάχιστο την αρέσκεια μου προς τα ακριβά αυτοκίνητα. Ο Jack φιλάει τη Rose λίγο πριν από το ναυάγιο. Όποτε δεν πάμε για μπάλα ή δε βλέπουμε μπάλα με την παρέα, βλέπουμε τέτοιες ταινίες. Ταινίες με Jacks και Roses. Είναι ωραία η Rose. Είναι ωραίος ο Jack. Νομίζω θα τους άρεσαν τα ακριβά αυτοκίνητα. Όταν στεναχωριέμαι επειδή δεν έχω πολλά λεφτά, ή επειδή κάποιοι υποφέρουν, διαλέγω ένα πολιτικό πάρτυ. Στο οποίο καταχωρώ όλες μου τις προσδοκίες για εξυγίανση αυτών των συναισθημάτων που με βυθίζουν. Αυτοί μπορούν και οφείλουν άλλωστε να επιδιορθώσουν τις κακοτοπιές που ευθύνονται για την καθημερινή μου δυσαρμονία. Η μουσική είναι ωραία. Δηλαδή στο μπαρ είναι ωραίο να ακούς μουσική. Ρυθμική μουσική. Να χορεύεις. Μουσική για όλους. Μπορείς να πίνεις και να ακούς μουσική. Να ακούς μουσική και να πίνεις. Και να κοιτάς. Να μιλάς με τους γύρω σου. Να μιλάς για τη μουσική που ακούς. Θα μιλάω με τη Rose για τη μουσική που ακούμε. Η Rose, δηλαδή δεν ξέρω αν τη λένε Rose, μου αρέσει. Θα το καταλάβατε ότι μου αρέσει. Η Rose μένει σε μια από αυτές τις πολυκατοικίες της πόλης. Νομίζω δε θα της πω ποτέ πόσο μου αρέσει. Αλλά σ’ αυτήν έχει πέσει όλο το βάρος της συναισθηματικής μου στόχευσης. Η Rose είναι καλό κορίτσι. Δεν θα φωτογραφιζόταν ποτέ γυμνή. Και θα βλέπαμε μαζί ταινίες που μας αρέσουν. Γιατί μπάλα δε θα βλέπαμε με τη Rose.  Ή θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι που θα έχω, τότε. Τότε, ναι θα έχω το αμάξι που μου αρέσει. Και ο μπαμπάς θα πίνει καφέ με τη μαμά στις 7 η ώρα. Κι εμείς τις Κυριακές θα τους βλέπουμε κάπου κάπου. Και θα ακούμε μουσική. Όχι σαν αυτή που παίζει στα μπαρ. Σαν αυτή που παίζει στα μεγάλα σαλόνια, όταν οι άνθρωποι που έχουν ακριβά αυτοκίνητα παίρνουν το τσάι τους.


Ένα οργανωμένο σύστημα αντιπερισπασμών είναι η ζωή. Ψευδαισθήσεις και αυταπάτες στις οποίες ενδίδεις μόνο και μόνο για να βρεθείς στην πλωτή πλευρά της ζωής. Στην καλή πλευρά. Πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Μακριά από το βυθό. Συναισθηματικά, ηθικά, οικονομικά τακτοποιημένος. Ακέραιος. Ο βυθός μας φοβίζει. Και ο φόβος μας απωθεί απ’ αυτό που φοβόμαστε για να μη συμβεί. Περισσότερο απ’ αυτό που φοβόμαστε, μας καθορίζει ο φόβος που νιώθουμε για αυτό. Όχι, όχι, οπουδήποτε είναι καλά, αρκεί να μην είσαι στο βυθό. Στο κείμενο του Atli Jonasson το ζήτημα της επιβίωσης έχει μετατοπιστεί. Δεν πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της οδύνης και του ανώδυνου. Τα πάντα οφείλουν να είναι επιδερμικά. Για να μπορείς να συνεχίζεις. Να συνεχίζεις αλώβητος. Μακριά από την παγωνιά του βυθού. Να μην πονάς. Να εθίζεσαι στη σημαδεμένη τράπουλα της συλλογικής υποκρισίας. Μόνο και μόνο για να μένεις μακριά από την αγωνία της ύπαρξης. Να κρατάς ζεστές τις σάρκες σου, να απωθείς τα εσωτερικά ρίγη. Να μένεις μακριά από αυτήν την εκστατική απελπισία του χάους.


Όλα αυτά παραθέτονται σ’ έναν επιδέξια και πειθαρχημένα σφυρηλατημένο μονόλογο. Ο Κωστής Καλλιβρετάκης σκηνοθετεί λιτά τον ηθοποιό του. Αποφεύγοντας αχρείαστες υπερβολές. Υπηρετώντας στο έπακρο το κείμενο, τολμώντας το βαθύ βύθισμα την εσωτερικότητά του. Ένα κείμενο που φέρει την ταυτόχρονη  θυμηδία και συγκίνηση, ένα διαρκές αίσθημα χαρμολύπης, μέσα απ’ το καθημερινό παράδοξο. Παράδοξο ως αναντίρρητα αποδεκτό. Την ίδια ώρα που ο Θανάσης Δόβρης ερμηνεύει μοναδικά. «Είμαι βαρύ σκαρί, τρίζει όπου περνάω αν δεν προσέξω», λέει ο Θανάσης επί σκηνής. Και είναι αλήθεια γιατί φέρει ένα σπάνιο υποκριτικό βάρ(θ)ος. Μια υποκριτική ειλικρίνεια και καθαρότητα που δε συναντάμε συχνά στο ελληνικό θέατρο. Ή, που εγώ δεν θυμάμαι εύκολα να έχω συναντήσει.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά

Πρόλογος: Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτά που γράφω παρακάτω για το βιβλίο «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά», αντιλαμβάνομαι πως δεν ανταποκρίνονται ούτε στο ελάχιστο των αισθήσεων που μου δημιούργησε η ποιητική συλλογή. Και διαπιστώνω πως αυτό (μου) συμβαίνει όταν καλώ τις λέξεις να περιγράψουν κάτι που είναι αισθητό. Γιατί η αίσθηση δεν έχει περίγραμμα για να περιγραφεί. Και οι λέξεις δεν μπορούν να μεταφέρουν ως εξωτερικό κάτι που είναι μόνο εσωτερικό. Κι όσο κι αν οι λέξεις πασχίζουν να ξεριζώσουν την αίσθηση απ’ το αχαρτογράφητο είναι της, εν τέλει, αυτό που προκύπτει δεν είναι η αίσθηση, ούτε καν οι ρίζες της (εκτός αν είσαι τυχερός), αλλά αυτή η αδιάκοπη βία του ξεριζώματος. Ακόμα κι έτσι, απέναντι απ’ αυτό το κακέκτυπο κείμενο που καλείται να αναπαραστήσει την αίσθηση, με πλήρη γνώση της αδυναμίας του, μπορώ να αντλήσω μια μέγιστη απόλαυση, που δεν είναι παρά η απόλαυση ενός ραπίσματος. Κάτι σαν αυτόκλητη εκδίκηση αυτού που αισθάνεσαι, στην αδυναμία σου να το αναπαράγεις. Εν κατακλείδι, στην ίσως πιο ειλικρινή πρόταση του κειμένου, θα ήθελα πολύ να ευχαριστήσω το Νίκο και τη συλλογή του, που μου έδωσαν την ευλογία να μυηθώ με τέτοια ένταση σε ένα μοναδικό και ανομολόγητο κράμα αισθήσεων.




[ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά]

4 καθαρές φωνές, 4 σφυροκοπήματα
Πλέον, μπορεί να μην είναι δύσκολο να γράφονται εξαιρετικά ποιήματα. Αλλά μοιάζει πιο δύσκολο από ποτέ να γράφονται ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές. Αυθεντικές ποιητικές φωνές, απογυμνωμένες. Καθαρές. Μια τέτοια είναι η ποιητική συλλογή του Νίκου Ερηνάκη με τίτλο «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά». Μια ποιητική συλλογή, που όμοια της, τουλάχιστον όσον αφορά τη σύγχρονη ποίηση, δε θυμάμαι να ‘χω διαβάσει. Η ποιητική συλλογή ξεδιπλώνεται σε τέσσερις ενότητες.


α. [η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον]
 «η αποκάλυψη προηγείται των πάντων» 

Εδώ οι φωνές, οι στίχοι, οι λέξεις, τα ερείπια αποτελούν βακχικό σύρσιμο σ’ ένα τοπίο που αποκαλύπτεται και που δεν έχει αποκαλυφθεί. Αφού δεν έχει κατακτηθεί. Αυτό που μπορεί να υπάρξει, κι αποκαλύπτεται, ασκεί μια τεράστια ένταση συγκριτικά με αυτό που έχει ήδη υπάρξει. Γιατί αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει παρελθόν. Δεν ανακτάται μέσα από τη γνώση ή από κάποια στατική μνήμη. Αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει χρόνο. Κυοφορείται σε μια άβυσσο άχρονη. Η αποκάλυψη συντελείται ακαριαία, χωρίς ορατότητα, χωρίς γεγονός, μέσα από μια αίσθηση που δε μπορεί να περιγραφεί. Κάτι σαν ύπνωση. Αίσθηση και φαντασία μαζί. Φαντασία σε όλους τους χρόνους. Εδώ η φαντασία δε νοείται σαν υπερβατικό άλμα. Αλλά σαν εσωτερικό σπάραγμα, αυτού που είναι ζωντανού, ζωντανού από πάντα, συνυφασμένου με τη δομική ουσία του ονείρου και του σκότους, που δε μπορεί κι ούτε χρειάζεται να οριοθετηθεί, άρρηκτα συνδεδεμένου με τη σιωπή. Συμ-βίωση με αυτό που υπάρχει, και υπάρχει χωρίς να (ανα)παρίσταται.

«Μας απογοήτευσε το φως του λόγου
Ας επιστρέψουμε στο πάθος

Μοναδιαίος και απλός ο έρωτας
Ρουφάει τα είδη εντός του

Ένα ή δύο τα Εν
Πόσους θεούς να χωρέσεις σε μια ιδέα
Δεν στέκονται οι αλήθειες χωρίς μυστικισμό

Υπερτιμημένη η κατανόηση περιττή
Το βίωμα θα την υπερβεί

Όσες απαντήσεις αναζητήθηκαν στο Λόγο
Θα ανακαλυφθούν στη Φαντασία»


  β. [θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος] 
«Ποιος αρχαίος θεός σε νίκησε στα όνειρα Και σηκώθηκες με αυτή τη γεύση ήττας» 

Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος τα πάντα γίνονται ερωτικά. Χωρίς άμυνες. Χωρίς μηχανισμούς επιφυλάξεων. Η συνύπαρξη είναι ερωτική. Το παιχνίδι του έρωτα. Πολλές φορές μπορεί να το ‘χουμε συνηθίσει σαν την απόλυτη ψευδαίσθηση, όμως εδώ μοιάζει πιο καθαρό, πιο τίμιο από ποτέ. Γιατί εδώ ο Ερηνάκης δεν εκφράζει τη φωνή που αποπλανείται από ένα φαντασιακό κι εξιδανικευμένο άλλο. Δεν εκφράζει τη φωνή που στρέφεται στο άλλο για να καλύψει τις δικές της ατέλειες. Εδώ, δεν υπάρχει εγώ. Το εγώ είναι εξίσου φαντασιακό και έλκει και έλκεται όπως το άλλο. Το παιχνίδι είναι αμοιβαίο. Κι έτσι δε μπορεί να ηττηθεί κανείς. Το επίπεδο στο οποίο λαμβάνει χώρο η συνάντηση είναι οι πληγές. Οι ήττες. Μόνο αυτές. Μέσα απ’ τα τραύματα μπαινοβγαίνει ο ένας στον άλλο. Καθαρά. Ελεύθερα. Με μια διαύγεια μελλοντικής μνήμης. Η τέλεια ανάμιξη. Αυτό που προκύπτει είναι ένα μοναδιαίο και μυθικό τέρας. Τόσο πληγωμένο, τόσο τρωτό που φαντάζει άτρωτο. Το σώμα φέρει τον πόνο. Τον σωματικοποιεί. Και μέσα απ’ τον πόνο που υπάρχει, γιατί έχει γίνει αισθητός, η αίσθηση μένει, εμμένει… γίνεται μια μυστικιστική περιπλάνηση στην αιωνιότητα και τον θάνατο. Αν αυτά τα δύο διαφέρουν.

«Μας χωρίζουν αυτές οι εκτάσεις γης
Μα είναι το βλέμμα σου που με εθίζει στα ταξίδια
              Και αυτό το κομμάτι θάλασσα που μας σώζει πάντα

Μπαίνω στα βαθιά μα είναι μονάχα για να πάρω ανάσα
Μη φοβάσαι
Δε μπορεί να υπάρξει τρικυμία
Όταν χορεύουμε σηκωμένοι στα μάτια

Ο μόνος τρόπος να νικηθούμε
είναι από την ανία του θανάτου»


Γ. [η λάμψη θα μας συναντήσει όπως χορεύεις την κραυγή]
«Μια ελευθερία πιο ελεύθερη μας αναζητάει»

Ίσως πρόκειται για την πιο ώριμη ενότητα της συλλογής. Εδώ τα τοπία, οι φωνές έχουν συμφιλιωθεί με το παρόν, αλλά και με αυτό που έχει ήδη παρέλθει. Μοιάζουν να είναι φορείς μιας βαθιάς συνείδησης/συναίσθησης του ό,τι έχει υπάρξει. Χωρίς απωθημένα. Αυτό απαγορεύει στο παρόν να διαιωνίζεται. Οι αστερισμοί έχουν ολοκληρωθεί. Τα πάντα εκκολάπτονται σε μια συμπαντική μήτρα που δε μπορεί παρά να σπάει εορτάζοντας το φαινόμενο της (ανα)γέννησης. Η βιωμένη ζωή γίνεται ώθηση προς την Άνοιξη. Μια Άνοιξη, που δεν νοείται ως προορισμός. Αλλά σαν αλλαγή. Η Άνοιξη είναι η κίνηση που φέρει την κίνηση και την περιπλάνηση. Άλλωστε τα μοτίβα στην ποίηση του Ερηνάκη δεν είναι ποτέ στάσιμα. Δεν υπάρχουν στατικές μορφές. Είναι σκιές, είναι κραυγές, είναι ιδέες. Τα πάντα γίνονται τραύμα, και από εκεί συνείδηση που οδηγεί στη νέα γνώση. Ή για να είμαστε ακριβείς στη νέα αίσθηση. Κι αυτές οι νέες αισθήσεις εμποτίζουν την ατομική ύπαρξη και κατ’ επαγωγή το συμπαντικό ρυθμό. Σ’ ένα μοτίβο διαρκούς αναμόρφωσης. Διαρκούς αναπαραγωγής ενός θανάτου –ποτέ ίδιου- που διαταράσσει συνεχώς τις συμμετρίες μεταξύ των οργανικών και των ανόργανων τοπίων.

«Η έννοια του κύκλου με προβληματίζει ακόμα

Φοβάμαι όσα δημιουργήθηκαν ανά τους αιώνες
Η ισορροπία τους δηλώνει φθορά

Πως κατάντησε έτσι ο ήλιος

Μετράω τα νεκρά πράγματα στο δρόμο που ταξιδεύω
Ακουμπάω σε αρχαίες στιγμές

Πότε θα ξαναβρεθούμε σε αυτήν την πλευρά του θανάτου

Νιώθω τη μεγάλη αλλαγή να πλησιάζει
Θα κοιμηθώ μέχρι την Άνοιξη
Θα με συντροφεύουν τα λόγια της μνήμης»

δ. [δεν είμαι ακόμα έτοιμος για όμορφες μέρες] 
«Είναι πάντα άσχημο να βλέπεις κάποιον να πεθαίνει όταν δεν το περιμένει» 

Η τελευταία ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «δεν είμαι ακόμα έτοιμος για όμορφες μέρες». Που σημαίνει, ακόμα κι αν έχω πεθάνει, ακόμα κι αν πεθαίνω, δεν είμαι νεκρός. Γιατί κάπως έτσι μας βρίσκει η ομορφιά, ο θάνατος, η ποίηση: απροετοίμαστους. Κι ακριβώς η αρχή αυτής της συνθήκης –της μη προετοιμασίας- μας κάνει να περιπλανιόμαστε. Να περιπλανιόμαστε έξω από τις βεβαιότητες και τους τρόπους που συνθέτουν τον εαυτό μας. Να επεκτεινόμαστε ανακαλύπτοντας χειρονομίες και πρόσωπα ενός όντος που δεν ανήκει σ’ εμάς, που δεν ανήκει σε κανέναν, και ανήκει σε όλους. Μέσα από αυτή την ορμή, μέσα από αυτή την θέληση γινόμαστε άλλοι. Γινόμαστε πολλοί μαζί. Που είναι ένας. Πασχίζοντας να ανταποκριθούμε στο απόλυτο θαύμα της ομορφιάς –ακόμα κι αν δεν είναι όμορφη- που μας περιβάλλει και που μας αποκαλύπτεται σε ανύποπτο χρόνο.

«Έλα να αράξεις στη σιωπή μας
Έχουμε μια τάση για πέταγμα
Μια μοιραία αδεξιότητα
Για πάντα νέοι
Γεννώντας ένα συγκεκριμένο ύφος

Αναλωθήκαμε στο κενό
Κάτι δεν πάει καλά
Στην ελευθερία της αποτυχίας

Η υπερβολική κόπωση συνεχίζει
Να σημαίνει ακραία θέληση
Η λευκή θεά βοηθάει
Η έννοια της συνέχειας παραμένει
Αδυναμία ενστίκτου»


Συνολικά η ανάγνωση του «όσα πέφτει η σκιά» είναι μια ασύγκριτη εμπειρία. Πρόκειται για μυσταγωγία. Μύηση χωρίς μύηση. Σε κάτι Διονυσιακό. Λέω, όμως, Διονυσιακό, και ήδη παραπεμπόμαστε σε μια σημασία, ή ακριβέστερα σε κάτι που έχουμε παραδεχτεί. Χωρίς ιδία μετοχή. Η ποίηση του Νίκου είναι κάτι άλλο, είναι μια εμπειρία μετοχής, σε κάτι που είναι Διονυσιακό, και δεν το γνωρίζουμε, και που μόλις μας αποκαλύπτεται. Γιατί οι στίχοι του Ερηνάκη επιτίθενται και καταργούν κάθε γνώση εξ’ αποστάσεως. Επιτίθενται σ’ όλα αυτά που νομίζοντας ότι τα γνωρίζουμε, δε μπορούμε, πια, να τα αισθανθούμε. Παιδική αμνησία το προνόμιο των τυφλών. Οι στίχοι του Ερηνάκη συνθέτουν την προοπτική του βιώματος. Του οτιδήποτε μπορεί να βιωθεί. Και που δεν καταργείται, παρά ενσαρκώνεται, με το διαρκές βίωμα και την ακόρεστη αισθητηριακή συμμετοχή. Γιατί η ποίηση του Ερηνάκη ολοκληρώνεται σ’ αυτό το υπερβατικό βίωμα: Στην ενσάρκωση όλων των δυνατών τοπίων του θανάτου και ταυτόχρονα στην ολική χειραφέτηση από τη γνώση, τη συνήθεια, την εξοικείωση και τον κανόνα.

Και σ’ αυτό το σημείο θα ήταν μια ασυγχώρητη παράβλεψη να μην αναφερθώ στο συγκρότημα Die Haken με το οποίο ο Νίκος εδώ και χρόνια μελοποιεί πληθώρα των λεκτικών σχεδιασμάτων του. Πέραν του αποτελέσματος της μελοποίησης, το οποίο είναι πρωτοφανές, αλλά δε θα αναφερθώ περεταίρω σ’ αυτό το κείμενο, μπορείς να διακρίνεις τις «ωφέλειες» στο λόγο του Νίκου από αυτή την σύμπραξη. Καθώς η μουσική και ο λόγος υπάρχουν αδιαίρετα. Ο ήχος και ο στίχος, ή καλύτερα, αυτό που γεννάει τον στίχο και τον ήχο, μοιάζει να εκπορεύεται από πριν σε μια κοινή μήτρα. Ή σε ένα κοινό χάος. Το κοινό, μοναδιαίο Χάος. Οι στίχοι πλέον, αν και άμετροι, λειτουργούν με μια πρωτοφανή εσωτερική μουσικότητα. Εκπορεύονται απ’ ένα βαθύ σκοτάδι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τον χρόνιο θάλαμο του ό,τι μπορεί να ενέχει ήχο. Του ό,τι μπορεί να προκαλεί φωνή. Κι αυτή η εσωτερική πτυχή της μουσικής, ή της μουσικότητας, ή της αίσθησής της, διαποτίζει και προκαλεί τις φωνές, τις συντροφεύει μες τη φωτιά, κι στον μυσταγωγικό πόνο του θανάτου. «ανάμεσα σε όλα πέφτει η σκιά»: Θρησκεία των καταραμένων.

Κλείνοντας, η ποιητική συλλογή, στο σύνολό της, κερδίζει ένα εξαιρετικά μεγάλο στοίχημα. Αφ’ ενός, με χαρακτηριστική άνεση επιτυγχάνει να ανανεώνει, την κατά γενική ομολογία, χαμένη παρτίδα του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Και αφ’ ετέρου, επιτυγχάνει κάτι που θα φάνταζε –και φαντάζει- ακατόρθωτο. Να εμπνέει εμπιστοσύνη. Μια καθολική εμπιστοσύνη. Όχι εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχουμε -αυτό παρατίθεται ετοιμόρροπο- αλλά μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στο ότι μπορούμε να υπάρξουμε… Η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον.

«Δεν μας ενδιαφέρει τι υπάρχει
Παρά μόνο αυτό που μπορεί να υπάρξει»

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

4.48 Ψύχωση



Σκηνοθεσία: Άντζελα Μπρούσκου
Με τους Άντζελα Μπρούσκου, Παρθενόπη Μπουζούρη, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου

, Nalyssa Green
Διάρκεια: 80


«Εναγκαλίσου ωραία ψεύδη
η χρόνια παράνοια των λογικών»

Μια παράσταση για ένα πρόσωπο. Που είναι τέσσερα πρόσωπα. Που είναι όλα τα πρόσωπα. Δεν υπάρχουν λογικοί και υγιείς. Ίσως απλά υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν στη λογική και την υγεία. Η φωνή τους ακούγεται αλλοιωμένη. Περιπαικτικά ασθενική μέσα σε αυτό που αποτελεί βεβαιότητα και που είναι καταδικασμένο να καταρρίπτεται. Γιατί αυτό που φαντάζει αντικειμενικό και απόλυτο ισοπεδώνεται μέσα στη νύχτα της ύπαρξης. Μια νύχτα που σαν αυτή δεν έχει άλλη. Μια νύχτα ανάμεσα στους ιστούς και τα όργανα. Στη σκέψη και την αδράνεια. Ανάμεσα στον πόνο και σ’ αυτό που είναι πόνος. Δεν υπάρχουν λογικοί και υγιείς. Κάτω απ’ το δέρμα όλων πάλλεται· ακούγεται καθαρά και βαθιά ο ρυθμός της αρρώστιας.


Ψυχολογική και υγεία, είναι ένας συνδυασμός λέξεων ανέφικτος. Αυτό το οποίο φέρει η ψυχή, αυτό μες το οποίο φέρεται, είναι το όνειρο και το σκοτάδι. Ανόργανη ύλη. Κομμάτια θρυμματισμένα. Που η σκόνη τους έχει την οσμή του αίματος. Δηλαδή ο εαυτός, στη δομική του μορφή, είναι αποσυναρμολογημένος. Αλλού τα σωθικά, αλλού οι νευρώνες. Αυτό στο οποίο επεμβαίνουμε, δεν είναι ο εαυτός. Είναι η κατασκευή ενός όντος, που εκλαμβάνουμε ως εαυτό, περισσότερο από μίσος, παρά από πρόνοια, πολεμώντας την ζωτική παράνοια του αίματος. Διχαζόμαστε απ’ τη μία σ’ έναν φαινομενικό κι απ’ την άλλη σ’ έναν οντολογικό εαυτό. Λειτουργούμε κατ’ ανάγκη, χειρονομούμε αντανακλαστικά, προς αυτό που επιβάλλει μια υποτιθέμενη εξωτερική αναγκαιότητα. Σταδιακά ο εσωτερικός εαυτός σκεπάζεται. Καταπίνεται. Γίνεται αδιόρατος προς εμάς. Μακρινός. Ξένος. Στο εσωτερικό μας, ακόμα κι αν το αγνοούμε, βρισκόμαστε σε χρόνιο πένθος.


Η μεταφορά της Ψύχωσης της Άντζελας Μπρούσκου κάνει αυτό, που ενώ φαντάζει αυτονόητο δεν το συναντάμε συχνά: παρουσιάζει τον ρυθμό της ψυχωτικής διάλυσης μέσα σε σώματα που ασθενούν. Σε σώματα ρημαγμένα. Τα σώματα βρίσκονται σε κατάπτωση. Ολική κατάπτωση. Μέσα τους φέρουν τη μανία του πανικού. Την έξαψη της τρέλας. Τα σώματα είναι ανήμπορα. Ανήμπορα να εκφραστούν. Ανήμπορα να εκφράσουν. Ανήμπορα να εξωτερικεύσουν τους εσωτερικούς κραδασμούς που σταδιακά γίνονται ουλές, κι έπειτα τομές, που διχάζουν τις έννοιες της ψυχής και του σώματος. Τα σώματα δε σε κοιτούν στα μάτια. Τα μάτια έχουν αποτραβηχτεί απ’ τα σώματα και βρίσκονται μέσα τους. Κοιτάνε μέσα τους. Κοιτάνε μέσα σε εικόνες που υπάρχουν στο όνειρο και στο σκοτάδι, μέσα σε εικόνες που σε κοιτάνε. Όχι μ’ ένα βλέμμα που σ’ απευθύνεται. Αλλά μ’ ένα βλέμμα που σ’ εμπεριέχει. Η Ψύχωση δεν είναι ασθένεια. Είναι η ψυχή απαλλαγμένη απ’ οτιδήποτε περιττό.



Και σαν θεατής μέσα σ’ αυτή την παράσταση βρίσκεσαι υπνωτισμένος. Ο ήχος της Nalyssa Green (η οποία παρίσταται ως μουσική performer) επιβάλλει την ύπνωση. Για περίπου 80 λεπτά ο ήχος ορίζει ένα σώμα ανήμπορο, και σε φυλακίζει μέσα του. Στα μοτίβα μιας οργανικής θλίψης. Σ’ ένα σώμα όπου μπορείς να αγγίζεις τις φύτρες της τρέλας. Να νιώθεις την πήξη του αίματος. Τις εκρήξεις του. Κι ενώ μετέχεις, κι ενώ είσαι εσύ το σώμα, δεν μπορείς να το σταματήσεις. Σταδιακά οι άμυνές σου καταλύονται. Παύεις να προσπαθείς να το σταματήσεις. Αυτό που για την ψυχιατρική επιστήμη φαντάζει αποτρόπαιο, εσύ το δέχεσαι [χωρίς επιλογή] με τη φυσικότητα του αέρα που φουσκώνει και ξεφουσκώνει τα πνευμόνια σου.
«να πνίγομαι σε μια θάλασσα λογικής
αυτή η τερατώδης κατάσταση τρομώδους παράλυσης
μονίμως άρρωστη»

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Amor

Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Τερζόπουλος
Με τους Αντώνη Μυριαγκό, Αγλαΐα Παππά
Θέατρο Άττις Τετάρτη-Κυριακή




Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, στη σκηνή του Άττις, υιοθετώντας τη «μέθοδο των ελαχίστων δράσεων», σε κάτι που μοιάζει με butoh, χωρίς το παραδοσιακό grotesque, παραθέτει ένα σπαρακτικό άσμα για τη ζωή που παγιδεύτηκε μέσα σ’ ένα σκοτεινό σωλήνα. 55 λεπτά. Δυο σχεδόν πανομοιότυπες πράξεις. Ένας συγκλονιστικός Αντώνης Μυριαγκός. Και ο χρόνος αποκτά μία διάσταση που δεν έχει διάσταση. Μέσα στο αδιάστατο της θεατρικής εμπειρίας.


Όσον αφορά την ανθρώπινη οργάνωση –σ’ αντίθεση με τη φύση όπου ο ρυθμός είναι γιγάντιος και χαώδης- τα πάντα, από τη γέννηση κιόλας, υπακούουν σ’ έναν αυστηρό αξιακό αλγόριθμο. Σ’ έναν μαθηματικό κώδικα. Το σώμα. Τα συναισθήματα. Οι σχέσεις. Οι μνήμες. Ο χρόνος. Όλα γίνονται αξιολόγηση. Μια τιμή προπληρωμένη. Μια τιμή προεισπραγμένη. Τα πάντα υπεισέρχονται σ’ έναν αγοραίο φαύλο κύκλο. Σ’ έναν αναπόδραστο αγοραίο φαύλο κύκλο. Όλα τιμολογημένα, για να μπορέσουν να υπάρξουν εντός της διαδικασίας. Έξω απ’ τον εαυτό τους. Δεν έχει σημασία. Η εξωτερική αξία που τους έχει αποδοθεί, έχει απορροφήσει κάθε εσωτερικότητα. Αγορά. Πώληση. Αγορά. Πώληση. Αγορά. Πώληση. Αδιάκοπη συναλλαγή. Πλαστικές σχέσεις κτίσης. Χωρίς αποτυπώματα. Χωρίς κανένα κόστος «αγάπης»  που σημαίνει την αλλοίωση, τη διαπλάτυνση (όχι επέκταση), το τραύμα μέσα απ' το οποίο εισχωρείς στον άλλο. Τα προϊόντα παράγονται μοναδιαία. Μοναδιαία αποσύρονται.



Τα πόδια της Αγλαΐας Παππά χτυπάνε με μανία το δάπεδο. Σε κάτι που θα μπορούσε να ήτανε ταγκό (Amor). Όμως εδώ τα πόδια δεν είναι παρά άρνηση. Απανωτές κλωτσιές στον μητρικό σάκο που αντιστέκονται στη γέννηση. Κανείς δε θέλει να γεννηθεί ως μετοχή, ως αξία. Πόσο μάλλον σ’ έναν κόσμο χρεωκοπημένο. Στην άλλη άκρη του δωματίου ο Αντώνης Μυριαγκός. Μόνος. Ο δαιμονισμένος χρηματιστής. Ο ρυθμός της μανίας. Στην αναμεταξύ τους ευθεία, που αποτελεί και τον σκηνικό χώρο της παράστασης, ερμηνεύεται τόσο αριστουργηματικά το χρονικό του ανέγγιχτου. Της αδιάρρηκτης απόστασης. Τα όντα είναι παγιδευμένα μέσα στο τιμολογημένο περίβλημά τους. Καταδικασμένα να υπάρχουν ως μηχανισμοί που δικαιώνουν αυτό το υπέρογκο αγοραίο σκηνικό που έχει στηθεί για αυτά. Δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής. Δεν υπάρχει έξοδος.

Όλα κοστολογούνται. Αρχίζουμε από τώρα. Ή μάλλον έχουμε ήδη αρχίσει…

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Στάζουν Μεσάνυχτα




Στάζουν Μεσάνυχτα, ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου

Στην ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου, “Στάζουν Μεσάνυχτα”, ερχόμαστε σ’ επαφή μ’ ένα τρομακτικό ον. Μ’ ένα ον γεμάτο αγκάθια, μ’ ένα ον που κλωτσά, μ’ ένα ον που δέχεται, μ’ ένα ον που δε δέχεται, μ’ ένα ασχημάτιστο ον, μ’ ένα ον που “πονά γιατί γεννήθηκε”. Αν θέλαμε να αναλύσουμε αυτό το ον, ίσως καταλήγαμε πως είναι ένας άνθρωπος εν τω γίγνεσθαι. Ή ακόμα πιο πίσω, ένας άνθρωπος πριν το γίγνεσθαι. Ένας άνθρωπος στακτός. Ασχημάτιστος. Ένας άνθρωπος που είναι στα πρόθυρα του να υπάρξει. Κι αυτό το στάδιο τον καθιστά, αν όχι μια διακριτή/αναγνωρίσιμη πάλη, μια αισθητή πάλη. Για τον ίδιο και τους άλλους. Ο προ-άνθρωπος, αν μου επιτραπεί αυτός ο αδόκιμος όρος, δεν είναι ο άνθρωπος ο καθημερινός. Παρ’ όλα αυτά ίσως είναι περισσότερο οικείος. Δεν είναι ο ορατός άνθρωπος. Η αντικειμενικότητα που αποτελούμε για τους άλλους. Είναι ο άνθρωπος πριν τον άνθρωπο. Ή κάπως διαφορετικά, ο άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο, πριν ο τελευταίος γίνει άνθρωπος. Πριν ο τελευταίος γίνει σύμβαση. Για τον προάνθρωπο της ποιητικής συλλογής, η ζωή είναι ένα θαύμα. Αλλά όχι ένα θαύμα που δίνεται. Για αυτόν η ζωή είναι το θαύμα του να ζεις.

Το ανθρώπινο σώμα ποτέ
Όταν στ’ αλήθεια το αγγίζεις
Δεν έχει περίγραμμα
Δεν έχει άνθρωπο

Κι αυτός ο προάνθρωπος που παρατηρώ μέσα στους στίχους της ποιήτριας, κατά έναν τρόπο είναι ανώτερος άνθρωπος. Όχι ανώτερος από την κοινωνιολογική άποψη. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ηθικός. Δεν είναι σεβάσμιος. Δεν είναι αξιοπρεπής. Δεν έχει κανένα έδρανο στην αντίληψη των πολλών. Δε ζυμώνεται απ’ όλα αυτά τα μπαγιάτικα εδέσματα που μας σερβίρονται σε ακριβά σερβίτσια νύχτες χωρίς άστρα, νύχτες χωρίς φεγγάρι. Η ποιητική συλλογή της Δήμητρας μοιάζει να έχει απομυθοποιήσει πλήρως τις παραδεκτές αξίες. Δε μπαίνει καν στον κόπο να τις περιφρονήσει. Τις έχει δει και τις έχει προσπεράσει. Επωμίζοντας, σχεδόν αυτοτραυματικά, το βάρος και το κόστος αυτής της επιλογής. Αυτής της διαφορετικότητας. Ο δικός της υπεράνθρωπος, ο δικός της προάνθρωπος, υποφέρει. Τεμαχίζεται. Αφανίζεται. Ρημάζεται. Το ευαγγέλιο του -προφανώς και δεν έχει τέτοιο- είναι ο πόνος, η καύλα, ο έρωτας, η παρόρμηση. Εκείνη η άφατη ουσία που δε μπορεί να γίνει λέξη. Η άφατη ουσία της αίσθησης, που με όσες λέξεις και να την περικυκλώσεις, μένει απ’ έξω. Κι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ένας μακρινός άνθρωπος. Δεν είναι ένας άνθρωπος που δε σε αφορά. Είναι ένας άνθρωπος που σ’ έχει αγγίξει εκεί που τον αισθάνεσαι. Και σ’ έχει αγγίξει μ’ όλους τους πιθανούς τρόπους. Ακόμα και μ’ αυτούς που δε σ’ έχει αγγίξει…

Απ’ όπου κι αν με πιάσεις εγώ θα πονάω
Γιατί με έχεις πιάσει ήδη παντού


Στάζουν Μεσάνυχτα, γράφεται στον τίτλο της συλλογής, και ίσως μπορείς ήδη να διαισθανθείς τον υγρό, πηχτό πόνο, τον αισθησιακό, σχεδόν ερεθιστικό τόνο μιας δραματικής φωνής. Όμως η φωνή της ποιήτριας περιέχει όλο τον πόνο του δράματος, χωρίς το δράμα. Χωρίς κάτι το δραματικό. Κι αν τα μεσάνυχτα φαντάζουν σύνορο, η ποίηση της συλλογής είναι ασύνορη. Μπορεί τα μεσάνυχτα να διαχωρίζουν στη σκέψη μας τη ζωή απ’ το θάνατο, τη μέρα από τη νύχτα, τη μέρα από την άλλη μέρα, το δόκιμο απ’ το αδόκιμο, όμως ταυτόχρονα και κυριολεκτικά, αποτελούν μια ασύνορη μεταβατική στιγμή. Μια ανεπανάληπτα μοναδική στιγμή. Σ’ αυτή τη στιγμή πασχίζει η συλλογή. Όχι πριν τη μετάβαση. Ούτε μετά. Στο ακριβώς της στιγμής. Της στιγμής που δεν υπάρχει. Της στιγμής που στάζει τη σκοτοδίνη του αισθήματος. Και οι στίχοι μοιάζουν μια ταπεινή συγκομιδή, μια βιωματική καταγραφή πόνου, μνήμης, απώλειας, έρωτα, ζωής, νοσταλγίας, τρόμου, αγάπης, φόβου, παράνοιας (δεν τελειώνει) πριν γίνουν αυτό που υπαινίσσονται οι λέξεις. Πόνος, μνήμη, απώλεια, έρωτας (…) πριν γίνουν η γνώση των λέξεων. Η εμπειρία των λέξεων. Η συνείδησή τους. Ίσως οι λέξεις αστοχούν. Κι αυτή ακριβώς η ικανότητα δίνει στην αίσθηση τη δυνατότητα να σε κατακλείσει. Να σε κατακλείσει με την (αίσθηση) της ευνοϊκής θερμοκρασίας των πραγμάτων, πριν ακόμη γίνουν πράγματα.

Μου λείπει ο μπαμπάς μαμά
Μου λείπει το να με πιάνουν από το χέρι
Χωρίς να με αγγίζουν
Να με οδηγούν
Χωρίς να προπορεύονται
Να μου μαθαίνουν τ’ αστέρια και τα μαθηματικά
Να μου τραγουδούν κι εγώ να γελάω
Μου λείπει η θαλπωρή των θερινών νυχτών
της παιδικής ηλικίας
Η ευνοϊκή θερμοκρασία των πραγμάτων
Πριν ακόμη γίνουν πράγματα
τι κάνει ο μπαμπάς μαμά;
Και γιατί εδώ κάνει τόση μοναξιά;
Ξέχασε να με μάθει κάτι;
Έχω πολλές απορίες ακόμη να του πεις μαμά…

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Η Αληθινή Ταυτότητα της Τζίνα Ντέηβις



Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου, Βασιλική Τρουφάκου 
Παίζουν: Βασιλική Τρουφάκου, Ελένη Ευθυμίου, Γιώργος Μακρής

Παίζεται: Παρ./Σαβ./Κυρ. Θέατρο του Νέου Κόσμου μέχρι 28/4

«This is not a love song.»

Η ιδέα ότι η αγάπη δεν επαρκεί είναι μια εξαιρετικά οδυνηρή ιδέα. Κι αυτή η ανεπάρκεια της αγάπης διαποτίζει τους ανθρώπους με αγωνία. Αγωνία για να αγαπηθούν. Μια αγωνία που περνάει στην άλλη άκρη. Στην παθογένεια του φόβου. Όσο είσαι φοβισμένος, όμως, είσαι και εύκολα ελέγξιμος. Ο τρόμος σε παραλύει. Δέχεσαι εύκολα οποιαδήποτε πρόταση. Θα σου ειπωθεί ποιον πρέπει να αγαπάς. Τι πρέπει να κάνεις για να αγαπηθείς. Θα σου δοθούν τα πρόσωπα που οφείλεις να μισείς. Τα κίνητρα που πρέπει να μισείς. Τις πράξεις που πρέπει να απεχθάνεσαι. Θα σου δοθεί εγχειρίδιο συμπεριφοράς. Θα σου δοθούν με σαφήνεια τα παραδεκτά όρια της ηθικής. Θα σου δοθούν όλα. Και εσύ φοβισμένος θα τα δεχτείς όλα. Ασπάζεσαι αντανακλαστικά προσπαθώντας να φτιάξεις ένα περιθώριο ασφάλειας. Ένα κουβούκλιο, μια πανοπλία. Δε φτάνεις όμως ποτέ στην ασφάλεια. Ο χώρος δεν είναι προορισμός. Κι αν είναι εσύ ποτέ δε φτάνεις. Γιατί η αγάπη δεν επαρκεί, κι αυτό είναι εξαιρετικά οδυνηρό. Συνεχίζεις να φοβάσαι. Να είσαι τρομοκρατημένος. Δηλαδή εύκολα ελέγξιμος. Κατευθυνόμενος. Οι αντιλήψεις σου πλάθονται σχηματικά. Άσπρο ή μαύρο. Καλό και κακό. Η ταυτότητα των πραγμάτων, το αναγραφόμενο όνομα, το φαίνεσθαι που «αγόρασες», γίνονται τα πράγματα. Είσαι ολοκληρωτικά χαμένος.

Κάποια στιγμή στην παράσταση ακούγεται, «η κατασκευή ενός τρομοκράτη, είναι μια τεράστια επιτυχία του συστήματος». Γιατί η εικόνα αυτή μπορεί να ασκήσει τρόμο. Κι έτσι το σύστημα μπορεί να βρει τον απαιτούμενο χώρο για να προπαγανδίσει την ηθική και τις αντιλήψεις του. Τόσο εύκολα μπορεί να σπείρει τον πανικό. Την σύγχυση. Η ιδέα ότι η αγάπη δεν επαρκεί είναι μια εξαιρετικά οδυνηρή ιδέα. Και ο φόβος ανέρχεται σαν ένα από τα πιο αρχέγονα, τα πιο πρωτόλεια συναισθήματα. Εσύ φοβάσαι. Κι αυτός ο φόβος προβάλλεται παντού. Στον αδερφό σου. Στο διπλανό σου. Στον όμοιο σου. Αρχίζεις να διαχωρίζεις τους ανθρώπους. Τα χαρακτηριστικά υπερβαίνουν το είναι τους. Το χρώμα ενός ανθρώπου, η αστική του τάξη, το επάγγελμά του, το δημόσιο προφίλ του, όλα, γίνονται μάσκες. Μάσκες που η αντίληψή σου τις κολλάει στο πρόσωπο των πραγμάτων, παράγοντας δεδομένες, αδιαμφισβήτητες εικόνες. Εικόνες που έφτιαξες με τα δεδομένα χαρακτηριστικά που αγόρασες/σου δόθηκαν όσο ήσουν φοβισμένος.

Οι άνθρωποι, πλέον για σένα, παύουν να είναι ανθρώπινα όντα. Παύουν να είναι αυτή η ακατάληπτη έκφανση της βαθύτητας της ύπαρξης. Υποβιβάζονται σε επιγραφές. Όλα είναι αιτιοκρατημένα. Υπάρχουν για όλα συμπεράσματα πριν καν συμβούν. Οι εμφυτευμένες αντιλήψεις σου τα παγιδεύουν στην σχηματική περιγραφικότητα που τους έχει αποδοθεί. Ζητιάνος, εγκληματίας, αστός, λευκός, μαύρος, τρομοκράτης. Η ιερότητα του φόβου έχει φτιάξει τις δικές της εικόνες. Εικόνες που γίνονται εικονίσματα. Έχεις ξεχάσει την βαθύτητα της ύπαρξης. Ότι ο διπλανός σου, είναι όμοιος σου. Ένας άνθρωπος με ύπαρξη. Με συνήθειες. Με φίλους. Με χρόνους. Με συναισθήματα. Οι πράξεις του, όπως και οι δικές σου, είναι αδιάφορες για το καλό ή το κακό. Οι πράξεις τους είναι πράξεις. Εκφάνσεις, αντιδράσεις, συμπεριφορές της υπαρξιακής τυχαιότητας. Εσύ όμως κοιτάς τρομοκρατημένος. Χωρίς τα μάτια σου. Κοιτάς μέσα από τα μάτια που σου δόθηκαν. Δε μπορείς να διακρίνεις τίποτα πια. Εντελώς τυφλός. Αλλοιωμένος. Οι εικόνες των πραγμάτων, οι ταυτότητες των πραγμάτων έχουν γίνει τα πράγματα. Είσαι χαμένος. Η ιδέα ότι η αγάπη δεν επαρκεί είναι μια εξαιρετικά οδυνηρή ιδέα. Ο φόβος επιστρέφει. Αυτή τη φορά όχι σαν απειλή. Αλλά σαν όραση μέσα από την οποία σου αποκαλύπτεται ο κόσμος. Ο φόβος για σένα, έχει γίνει κάτι πιο οργανικό. Είναι η όραση μέσα από την οποία υπάρχεις.

Η αληθινή ταυτότητα της Τζίνα Ντέιβις - teaser from Dimitris Zahos on Vimeo.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Περί έργου τέχνης το ανάγνωσμα



Μια ταινία, ένα βιβλίο, ένας πίνακας δεν υπάρχουν ως προς τον εαυτό τους. Αντιθέτως, υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε. Προσοχή, δεν τα κοιτάμε επειδή υπάρχουν. Αλλά υπάρχουν επειδή τα κοιτάμε. Είναι το βλέμμα μας που ενεργοποιεί. Η σύνθεση των χρωμάτων σ’ έναν πίνακα παύει να είναι μια σύνθεση. Οι προτάσεις, αυτές οι αλληλουχίες των φράσεων, παύουν να είναι μια ουδέτερη ακολουθία από γλωσσικά σύμβολα. Οι κινούμενες εικόνες παύουν να είναι απλές τρεμάμενες αναλογίες σκιάς και φωτός. Μέσα από το βλέμμα μας, και κατ’ επέκταση την ύπαρξή μας, τα μορφικά χαρακτηριστικά, οι φυσικές ιδιότητες των έργων τέχνης παύουν να υπάρχουν μονομερώς σ’ αυτό το υλικό πλαίσιο της κατασκευής. Πλέον, αποκτούν ένα πλαίσιο πιο εσωτερικό. Αποκτούν μια εσωτερική ζωή. Εντάσσονται σ’ ένα πλαίσιο πνευματικό. Βέβαια, για να συντελεστεί αυτή η αναζωογονητική επίδραση του βλέμματος, η ματιά μας οφείλει να είναι καθαρή. Να χύνεται με ανιδιοτέλεια στο εξ’ απεναντίας έργο τέχνης. Συνεπώς ένα βιβλίο δεν είναι οι σελίδες του. Μια ταινία δεν είναι οι εικόνες της. Ένας πίνακας δεν κατοικεί στο πλαίσιο του. Αντιθέτως, ένα έργο τέχνης, μορφώνεται στην απόσταση που ορίζεται απ’ τον εαυτό του και εκείνον που το κοιτάει και κοιτιέται μέσα σε αυτό.

  «Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την “κατανόησή” του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. Απαιτεί, μάλλον, την απουσία του, ζητάει απ’ αυτόν να μην του προσθέσει τίποτα. Η οραματική θέαση των πραγμάτων, για να μιλήσει κανείς επακριβώς, συνεπάγεται την ικανότητα εκ μέρους του θεατή να ξεχνάει τον εαυτό του: ένα αντικείμενο άξιο να κοιταχτεί μ’ αυτό τον τρόπο είναι ένα αντικείμενο που, στην πραγματικότητα, εκμηδενίζει αυτόν που το συλλαμβάνει.» Λέει η Σούζαν Σοντάγκ, αποκαλύπτοντας τις ιδανικές συνθήκες συνδιαλλαγής θεατή-έργου τέχνης.

Ένα τοπίο δε σου επιβάλλεται. Δε σου επιβάλλει τη θάλασσα, το βουνό ή τις στοιχίσεις των δέντρων. Ένα τοπίο σ’ εμπεριέχει. Μέσα απ’ το βλέμμα σου ενσωματώνεσαι σε αυτό. Εμπεριέχεσαι. Έτσι κι εσύ, οφείλεις να μην έχεις δόλο κατά την συν-επαφή. Να μην παρεμβαίνεις. Να μη χρωματίζεις τη θάλασσα μπλε ή άσπρη. Να μην επιφορτίζεις το τοπίο με τις προθέσεις σου ή τις αντιλήψεις σου. Να ξεχνάς τις βεβαιότητες που σε ορίζουν. Να ξεχνάς ποιος είσαι. Να αφήνεσαι στο τοπίο. Να αφήνεσαι στο έργο τέχνης που σου αποκαλύπτεται. Όχι να αφήνεσαι. Να παρασύρεσαι. Να εισχωρείς βαθιά εντός του. Στην πραγματικότητα δεν έχεις άλλη επιλογή…

Να παρασυρθείς. Πρωτίστως αισθητικά. Εν αρχή είναι η αίσθηση. Αναλόγως τοποθετείται και ο Μικελάντζελο Αντονιόνι: «Το σημαντικό δεν είναι να καταλάβει κανείς μια ταινία, αλλά να τη δει σαν εμπειρία. Αυτή η εμπειρία, η συγκίνηση, είναι εντελώς προσωπική για κάθε θεατή. Εγώ δεν καταλαβαίνω τις ταινίες μου, ούτε καν το επιχειρώ. Δε μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω. Πρέπει πρώτα να καταλάβεις μια ταινία με τις αισθήσεις σου. Μετά έρχεται η διανόηση ή η ηθική.»

Για να επιτευχθεί αυτή η (δι)αισθητική παρέλαση μέσα στα έργα τέχνης πρέπει να αφαιρέσεις τις προσδοκίες σου. Καθώς κι επίσης να την ξεκοκαλίσεις από τα δεδομένα σχήματα που της έχουν επιβληθεί. Το νερό ικανοποιεί την δίψα σου. Ένα ρόφημα ίσως την ανάγκη σου για γεύση. Η τέχνη όμως είναι μια αισθητική απόλαυση άνευ σκοπών. Πολλές φορές η αστική κουλτούρα των LOFT οικειοποιείται και προσεταιρίζεται τις τέχνες και τον πολιτισμό σαν μια μάσκα που προάγει συγκεκριμένα lifestyle και σύμβολα. Με αυτό τον τρόπο εξαπολύει μια επίθεση πνευματική. Ομοίως και στην άλλη πλευρά. Η τέχνη επιστρατεύεται, φορτωμένη με λαϊκά σύμβολα, και πολιτικές αντιπαλότητας, για να περάσει σε μια πνευματική αντεπίθεση. Και στις δύο περιπτώσεις η τέχνη έχει ενταχθεί σ’ ένα πλαίσιο, και υπάρχει χάρις αυτού. Όμως η τέχνη δεν εγκλωβίζεται, δεν καλουπώνεται. Οφείλει να υπάρχει σε μια διάσταση ανθρώπινη, πανανθρώπινη, και κατά αυτόν τον τρόπο, ίσως και υπεράνθρωπη. Γιατί ο άνθρωπος, οντολογικά, δεν είναι κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Εκεί απλά εντάσσεται. Οντολογικά ο άνθρωπος είναι ένα σύμπαν ενστίκτων και αισθήσεων με/από τη γέννησή του. Ένα σύμπαν ενστίκτων και αισθήσεων που συνθέτουν μια πανάρχαια ψυχή. Σ’ αυτή τη διάσταση αποθεώνεται η τέχνη. Και για να παρελάσεις με διαύγεια και αισθητικά εντός της, οφείλεις να απαλλαχθείς ο ίδιος από την ασθένεια της εκλογίκευσης. Να ξεχάσεις το αποδεκτό και το επιτρεπτό. Να της αφαιρέσεις τις προσθέσεις και τις ιδιοτέλειες που προσαρτά το κοινωνικό πλαίσιο. Πρωτίστως, οφείλεις να φτιάξεις με το έργο τέχνης μια σχέση προσωπική. Μια σχέση που λειτουργεί αναμεταξύ σας.

«Όντας συγκινημένος από ένα αριστούργημα, κάποιος αρχίζει να ακούει μέσα του το ίδιο κάλεσμα αλήθειας που παρακίνησε τον καλλιτέχνη στην δημιουργική του πράξη. Όταν δημιουργείται ένας σύνδεσμος μεταξύ του έργου και του παρατηρητή του, ο τελευταίος βιώνει ένα ανυπέρβλητο, καθαρτικό τραύμα. Εντός αυτής της αύρας που ενώνει αριστουργήματα και κοινό, οι καλύτερες πλευρές των ψυχών μας εμφανίζονται, και νοσταλγούμε την ελευθέρωσή τους. Μέσα σε αυτές τις στιγμές αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε τους εαυτούς μας, τα απύθμενα βάθη της δυνατότητάς μας, και τα πιο απόμακρα όρια των συναισθημάτων μας», λέει ο Άντρει Ταρκόφσκι. Υπενθυμίζοντας μας πως στην τέχνη, δημιουργός και θεατής είναι ισότιμοι καλλιτέχνες και κύριοι της δημιουργίας.

Συνομιλώντας μ’ ένα έργο τέχνης γινόμαστε οι ίδιοι, εν αγνοία μας δημιουργοί και έργα τέχνης. Βλέποντας μια ταινία γράφεις τη δική σου ταινία. Γίνεσαι η ταινία. Γιατί, όπως είπαμε, οι ταινίες δεν υπάρχουν μονομερώς ως προς τον εαυτό τους. Δεν είναι η κλειδωμένη μορφική τους σύνθεση. Οι ταινίες, μέσα μας αποκτούν τόπο. Υπάρχουν μέσα από εμάς. Εμείς, ο καθένας μόνος του και όλοι συνολικά, αποτελούμε τις άπειρες εκδοχές τους. Την συνολική Ψυχή τους. Γιατί βλέποντας μια ταινία γράφεις παράλληλα μια νέα ταινία. Όχι μια ταινία που έχεις ήδη γράψει. Όχι μια ταινία έτοιμη που περιμένει απλά να επιβεβαιωθεί. Αλλά μια ταινία νέα. Που γράφεται αυτή τη στιγμή. Από τη στιγμή που σε κυριεύει αυτό που βλέπεις. Που του αφήνεσαι. Από τη στιγμή που σε καταλαμβάνει. Κι αρχίζει να κινεί και να κινείται μέσα στον κόσμο σου.

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Άργος

Performance από τους Ντ. Νικολάου, Σ. Πατιερίδη

Είναι ζωή ή παιχνίδι; Είναι ζωή ή παιχνίδι; Ζωή; Ή παιχνίδι; Είναι ζωή; Είναι ζωή ή παιχνίδι; Ζωή ή παιχνίδι; Είναι ζωή; Είναι παιχνίδι; Ζωή η παιχνίδι; Είναι ζωή ή παιχνίδι; Είναι ζωή ή παιχνίδι; Είναι ζωή;

Αυτοί είναι δύο. Κλεισμένοι μέσα σε μια ζωή ή σ' ένα ψυχαγωγικό πάρκο. Στην περίπτωσή τους, αυτά τα δύο δε διαφέρουν και πολύ. Κινούνται. Κινούνται ακατάπαυστα. Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια. Κινούνται πριν κινηθούν. Τρέφονται όχι επειδή πεινάνε, αλλά για να μην πεινάσουν. Κινούνται όχι για να κερδίσουν την απόλαυση του βιώματος, αλλά για να μην τη χάσουν. Ζουν λίγο πολύ σαν ρέπλικες. Κοιμούνται, όχι επειδή είναι κουρασμένοι. Αλλά για να μην κουραστούν. Το θεμελιώδες -μην- μοιάζει ο κανόνας του παιχνιδιού. Και μες στο παιχνίδι αναπτύσσουν στρατηγικές. Μιμούνται. Αναπαράγουν. Ντύνονται. Μαγειρεύουν. Όλα κανονικά. Ακόμα χειρότερα. Όλα σε συμφωνία με τους ορισμούς που δώσαμε για τα κανονικά. Παίζουν. Και παίζουν για να μη χάσουν. Για να μη χάσουν ... χάνονται.

Το να μην έχεις αιτήματα είναι το κλειδί. Από τη στιγμή που ζητάς κάτι το παιχνίδι ξαναρχίζει, λέει ο Mckenzie Wark. Και όταν το παιχνίδι αρχίζει, εσύ δεν είσαι εσύ. Είσαι ο παίκτης του εαυτού σου. Είσαι αυτός, που παρασυρμένος απ' τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις σου θέτει το παιχνίδι σε λειτουργία. Το επιβεβαιώνει. Το συντηρεί. Μακροχρόνια. Και κατά συνέπεια, δεν είσαι εσύ, ένα ον με ύπαρξη. Είσαι ο παίκτης του εαυτού σου. Μες στο παιχνίδι παίζεις ρόλους. Θέλεις να είσαι καλός. Θέλεις να είσαι δυνατός. Έξυπνος. Υγιής. Θέλεις να είσαι συναισθηματικός. Θέλεις. Θέλεις να μη χάσεις.

Όμως, το να θες να είσαι κάτι, λειτουργεί περισσότερο αποκλείοντας όλα αυτά τα κάτι που απέρριψες, για να είσαι το κάτι που θες. Οπότε το να θες να είσαι κάτι, ακόμα κι αν σε οδηγήσει σ' αυτό το κάτι, περισσότερο σε οδηγεί στον μη-εαυτό. Σε μια οντότητα συγκεκριμένη και περιορισμένη, που εξαντλείται στις μορφές, στα κίνητρα και τις επιδιώξεις που ενεργοποιούν την πρόθεσή σου να είσαι κάτι. Επί της ουσίας γίνεσαι μια ρέπλικα του εαυτού σου. Είσαι ο παίκτης του εαυτού σου.

Για παράδειγμα, το να θες να είσαι καλός, δε σε κάνει καλό, σε κάνει μονάχα την πρόθεση αυτού που θες να είσαι. Το να θες να είσαι κάτι ισοδυναμεί με την βία που ασκείς στο υπαρξιακά ακαθόριστο ον που είσαι. Και για να το πω ακριβέστερα, το να θες να είσαι κάτι ισοδυναμεί με το να θες να είσαι μια συγκεκριμένη εκδοχή του εαυτού σου. Δηλαδή ο μη-εαυτός. Δηλαδή όχι ολόκληρος, αλλά μια εικόνα σου. Ένα στιγμιότυπο. Το στιγμιότυπο όμως δεν έχει χρόνο. Είναι νεκρό. Ή για να το θέσω καλύτερα: ήδη πεθαμένο.

Στο μεταξύ εσύ παίζεις. Ζωή ή παιχνίδι; Ζωή; Είναι ζωή ή παιχνίδι; Είσαι απασχολημένος. Είσαι πολύ απασχολημένος με το παιχνίδι. Γυμνάζεις τις ικανότητές σου. Όχι τις δικές σου. Αλλά του παίκτη στον οποίον υποτάχθηκες για να ΜΗ χάσεις. Για να μη βγεις το απ' το παιχνίδι. Επαναλαμβάνεις. Οι κανόνες εξαντλούνται. Επαναλμβάνεις. Το παιχνίδι επαναλαμβάνεται. Επαναλαμβάνεσαι. Η ζωή περνάει. Γερνάει. Εσύ όμως είσαι πολύ απασχολημένος. Είσαι απασχολημένος με τη ρέπλικα του εαυτού σου. Με αυτό που έγινες, αρνούμενος αυτό που είσαι. Αυτό που θα μπορούσες να είσαι. Παίζεις και παίζεις. Μια μέρα στη γιγαντοθόνη του ψυχαγωγικού πάρκου αναγράφεται το εξής: Game Over. Και επιστρέφεις σπίτι σου.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

2 ID.iot




Σκηνοθεσία-Χορογραφία-Ερμηνεία:  Αχιλλέας Χαρίσκος, Λαμπετώ Όνσκυ
Που: Frown Tails κάθε Παρασκευή/Σάββατο/Κυριακή ως 17 Φεβρουαρίου

Λέμε συγχρονισμός. Όμως ο χρόνος δε νοείται έξω από το χώρο. Ο ένας εμπεριέχει τον άλλο.

Αυτοί είναι δύο σώματα. Δύο χώροι που κινούνται στο χρόνο και τον χώρο που τους εμπεριέχει. Κινούνται αναζητώντας τον κοινό χωροχρόνο. Τη στιγμή εκείνη που ο χώρος του ενός εμπεριέχεται στο χώρο του άλλου. Τη στιγμή εκείνη όπου χώρος του ενός δεν υπάρχει. Γιατί ο χώρος είναι ένας. Ο χώρος των δυο. Ή, το διάστημα εκείνο που ο χρόνος είναι η κοινή στιγμή.

Η κοινή στιγμή όμως δε διαρκεί. Αυτοί κινούν τους χώρους τους για να αντλήσουν μια πλήρωση μέσα από την κοινή στιγμή. Για να χωροθετηθούν στην κοινή στιγμή. Ο αυτοσκοπός τους βραχυκυκλώνει. Συγκρούονται. Δρουν. Περισσότερο αντιδρούν. Οι χειρονομίες τους πάσχουν. Πάσχουν, πασχίζουν για τον ενοποιημένο χωροχρόνο. Κινούνται μέσα στο χώρο που τους εμπεριέχει. Μέσα στους χώρους που τους εμπεριέχουν. Εκεί υπάρχουν αντικείμενα. Τα αντικείμενα είναι νεκρά. Στάσιμα. Δεν έχουν χρόνο. Αντικείμενα: δηλαδή μη χώροι. Όμως τα αντικείμενα αποκτούν χρήση. Αποκτούν κίνηση. Χρήση που δεν είναι κοινή. Χρήση εξαρτημένη από τον χώρο, δηλαδή από τους χώρους που τα κινεί. Δηλαδή αποκτούν χρόνο. Γιατί ο χρόνος δεν είναι ποτέ ίδιος. Και ο χρόνος είναι κίνηση. Η θέση τους στο χρόνο μεταβάλλεται, κι έτσι με τη σειρά τους, ακόμα και εν αγνοία τους, δημιουργούν νέους χωροχρόνους. 

Όμως ο κοινός χωροχρόνος δε διαρκεί. Οι χειρονομίες που πασχίζουν για την πλήρωση, ή τον τελειοποιημένο χωροχρόνο, παθαίνουν σύγχυση. Επαναλαμβάνονται. Διψασμένες. Πεινασμένες. Επαναλαμβάνουν: Τον χώρο και το χρόνο. Και επαναλαμβάνονται μέσα στο χώρο. Σε μια επανάληψη που τις αφαιρεί από τον εαυτό τους. Δηλαδή από το χώρο. Όμως ο χώρος επαναλαμβάνεται. Επειδή οι χώροι επαναλαμβάνονται. Επειδή τα σώματα επαναλαμβάνονται. Επειδή τα αντικείμενα επαναλαμβάνονται. Επειδή οι στιγμές επαναλαμβάνονται. Οι χωροχρόνοι επαναλαμβάνονται.  Ο χρόνος υποχωρεί. Φθίνει. Ο χώρος φθίνει. Δηλαδή οι χώροι. Δηλαδή τα σώματα σταδιακά αλλοιώνονται. Γίνονται αντικείμενα. Δηλαδή Μη-χώροι. Αντικείμενα, όχι του χώρου που τους εμπεριέχει. Αλλά των χειρονομιών που εκτελούν. Των χειρονομιών που εκτελούν σ’ επαναλαμβανόμενους χρόνους. Σε αλλεπάλληλα επαναλαμβανόμενους χρόνους. Έτσι ο χώρος, οι χώροι υποτάσσονται. Υποδουλώνονται. Υπάρχουν μόνο για να εκτελέσουν καθορισμένες χειρονομίες σ’ επαναλαμβανόμενους χρόνους. Επαναλαμβανόμενος χρόνος: δηλαδή μη- χρόνος.

Έτσι, η επανάληψη, θέτει τον χώρο και το χρόνο σε μια κατάσταση τερματική. Σε μια κατάσταση επαναλαμβανόμενα τερματική. Η επιθυμία για πλήρωση, ή για την εκπλήρωση ενός τερματικά τελειοποιημένου χωροχρόνου, οδηγεί σε μια επαναλαμβανόμενη αποτυχία. Η οποία με τη σειρά της πυροδοτεί επαναλαμβανόμενες αντιδραστικές χειρονομίες. Απαράλλακτα επαναλαμβανόμενους χώρους και χρόνους μέσα στον χωροχρόνο. Δηλαδή μη-χώρους, δηλαδή μη-χρόνους. Σταδιακά, αυτή η διεστραμμένη σχέση μας με το χώρο και το χρόνο, μας αφαιρεί από τους εαυτούς μας. Δηλαδή μας νεκρώνει. Μας υποδουλώνει σε μια επανάληψη που μας χρησιμοποιεί. Μηχανικά. Χωρίς χώρο. Χωρίς χρόνο.

2 ID.iot from aggeliki hatzi on Vimeo.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Crave, Page 31


Σκηνοθεσία: Μόνικα Κολοκοτρώνη 
Video Art: Παναγιώτης Παντελεάκης, Κωνσταντίνος Καψάλης 
Ερμηνεία: Ορέστης Καρύδας, Λουκία Μιχαλοπούλου, Μόνικα Κ.


«εμπνευσμένο απ’ το Crave της Sarah Kane»

Ήρθα εδώ. Ποιος με έφερε; Τι μ’ έφερε; Δεν ξέρω που. Δεν ξέρω γιατί. Την ύπαρξή μου καταλαμβάνει μια νευρικότητα που δε γνωρίζω. Δε γνωρίζω να με διοχετεύσω στην αγάπη. Πέφτει βίαια η μουσική. Πρέπει να ακολουθήσω. Δεν ξέρω να ακολουθήσω. Η τρέλα μου φτιάχνει μια πηχτή κρούστα μυαλού που μου τυλίγει το κεφάλι. Με πνίγει. Πνίγομαι. Τα κλαδιά μου λυγούν. Τα φύλλα μου πέφτουν. Γέρνω. Γερνώ. Χτυπημένος από αμέτρητους χειμώνες.

Ξετυλίγω απ’ το κουρασμένο κεφάλι μου κάθε μόριο σαπισμένης λογικής. Θέλω να σε σκοτώσω. Σέρνομαι. Σέρνω αιώνες μοναξιάς. Θέλω να με σκοτώσω. Σέρνομαι. Θέλω να με σκοτώσω! Αναπαλαίωση τραυμάτων δεν υπήρξε ποτέ. Η αποκατάσταση τ’ ουρανού παραδόθηκε σε μελανά σχήματα. Η μουσική τρέχει. Θέλω να με σκοτώσω. Θέλω να σε σκοτώσω.

Σέρνομαι. Χωρίς τον ήχο των βημάτων μου. Κραυγάζω τη νευρικότητα που με τυλίξατε με αυτή. Βράζω εντός μου. Αφήνομαι. Στον πόνο. Στην αγάπη. Στη συμπύκνωση. Στην πτώση. Πεθαίνω. Αποδιώχνω τη χρόνια παράνοια της λογικής. Τη χρόνια παράνοια του θανάτου. Σέρνομαι. Σέρνομαι. Πετώ. Σέρνομαι. Χωρίς τον ήχο των βημάτων μου. Μόνο με το βρασμό της ύπαρξής μου. Είμαι η νευρικότητα που με τυλίξατε μ’ αυτή. Ξετυλίγω την τρέλα. Οδεύω προς την συρρίκνωση. Οδεύω προς την αγάπη, τον πόνο. Είμαι ο πόνος. Είμαι η νευρικότητα που με τυλίξατε με αυτή. Θέλω να πεθάνω. Είμαι η νευρικότητα που με τυλίξατε με αυτή. Ξεφλουδίζω την τρέλα από πάνω μου. Ξεσχίζω τη λογική. Οδεύω προς τη συρρίκνωση, την αγάπη. Είμαι ο πόνος. Θέλω να σε σκοτώσω. Θέλω να σκοτώσω τον θάνατο που μας έχει επιβληθεί. Είμαι ο πόνος. Η τρέλα. Οδεύω προς τη συρρίκνωση. Σ’ ένα τίποτα απόλυτο. Ένα τίποτα που μ’ εμπεριέχει.

Οδεύω…

Ολόκληρη η performance εδώ

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Ε (Έψιλον)



Χορογραφία-Ερμηνεία: Αχιλλέας Χαρίσκος – Λαμπετώ Όνσκυ
 
Δύο ανθρώπινα όντα ξυπνούν μέσα σε σώματα σκύλων. Ούτως ή άλλως είμαστε πάντα φυλακισμένοι σε μία φύση αλλότρια. Πλέον, εξερευνούν τις δυνατότητες και τις κινήσεις αυτού του νέου υλικού απ’ το οποίο αποτελούνται. Διστακτικά. Ψηλαφιστά. Υπακούουν στο ρυθμό του χρόνου που τους αναλογεί. Υποτάσσονται στο ρυθμό του χρόνου που τους δόθηκε. Είναι και οι δύο περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι, γιατί πασχίζουν ομοίως για την εξοικείωση μέσα σε μια φύση ξένη, μέσα σε μια φύση άλλη.

Συντονισμένοι πλήρως. Συντονισμένοι σ’ έναν ρυθμό εξωτερικό. Ακολουθούν τη σκιά τους. Ακολουθούν την ουρά που τους δόθηκε. Η ουρά τους παραπατά. Αυτοί παραπατούν. Στο ενδιάμεσο ανακαλύπτουν την ταλάντωση της ηδονής. Κινήσεις ρυθμισμένες στη μηχανική της απόλαυσης. Στον αλγόριθμο της φύσης που τους δόθηκε. Η αρχαία εμμονή της αναπαραγωγής. Τα πάντα διαιωνίζονται. Τα πάντα διαιωνίζονται για να διασπαστούν. Τα πάντα διασπώνται για να διαιωνιστούν.

Οι σάρκες ενώνονται για να απογειώσουν την ατομικότητά τους. Χρησιμοποιούν την αλλότρια σάρκα για να αγγίξουν το θεϊκό νέκταρ του οργασμού. Του ατομικού οργασμού. Οι σάρκες ενώνονται για να διχαστούν. Για να διασπαστούν. Οι σάρκες ενώνονται, καθώς ενώνονται αποκτούν τη συνείδηση του περιγράμματος τους. Τη συνείδηση της ιδιόκτητης ατομικότητας. Πλέον, οι δυο τους περιφέρονται μέσα σε μια φύση νέα και αλλότρια. Μακριά απ’ τη φύση του σκύλου. Περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι γιατί είναι μονωμένοι μέσα σε μια παρόμοια τυφλή ατομική μοναξιά.

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Η Λησμονημένη, Page 31


Σκηνοθεσία/Ερμηνεία: Ελένη Μπούκλη, Λάμπρος Φιλίππου, Νάνσυ Μπούκλη
σε Ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη

Λησμονιά: ο πρόλογος της Αθανασίας στο κελί της μοναξιάς.

Άνοιξα τις κίτρινες σελίδες του τηλεφωνικού καταλόγου, κι όμως δε βρήκα πουθενά γραμμένο τ' όνομά σου. Κι εσύ, λησονημένη, κάθεσαι και κάθεσαι πάνω απ' το στρωμένο τραπέζι ψάχνοντας έναν λεκκέ. Μια ξεχασμένη θύμηση. Ένα βλέμμα που να διακόπτει την ακινησία. Μα δεν αφήνει ίχνη η λήθη. Η φωνή σου θα κράυγαζε αν είχε κάποια πρόσβαση στην ακοή μου. Τα χείλη σου νεκρά, νεκρά εντάφια της προσμονής.

Μα εσύ κάθεσαι και κάθεσαι πάνω απ' το άδειο τραπέζι, με τα άκρα να εκτείνονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έχεις τους πόρους ανοικτούς, ορθάνοικτους και ανοιγμένους, απελπισμένα διαθέσιμη στην πιθανότητα που δε ζυγώνει. Μαύρα στίγματα γύρω απ' το στήθος σου, φίδι ασάλευτο η αγωνία. Νερό δεν τρέχει σ' αυτό το αυλάκι. Κι ο ήλιος δεν έχει διάβαση σε κανένα από τα τέσσερα άκρα.

Ανοίγεις μια τρύπα στην κοιλιά να καταπιείς το σύμπαν. Το αίμα ασάλευτο. Κοιτάς τα εντόσθιά σου σε παγωμένη φωτογραφία. Χτυπάς με το σφυρί το αύριο να στάξει παρελθόν. Κάποιος άφησε το κλειδί στην πόρτα και την πήρε μαζί του. Ζυγώνουν διστακτικές σκιές στο παράθυρο. Και η αγωνία σου λιώνει το σώμα. Σπασμοί ανοίγουν ρωγμές στο άπειρο, στον ουρανό και στο χώμα. Η λησμονιά δε σπάει. Κι εσύ έχεις γίνει θρύμματα ψαχνίζοντας την τελευταία δίοδο στις αισθήσεις μου.

Πνιγμός. Φωτιά. Πόνος. Πόνος για τη λησμονημένη. Σε πνίγει το χθες που δεν έζησες. Σε πνίγει το αύριο που δε θα ζήσεις. Εξατμίζεσαι. Μόρια πανικού ακατάστατα στην αοριστία. Έχεις τη λησμονιά ακέραιη. Να ασημώσεις το πέρασμα. Από τη λήθη στην Αθανασία. Βέβαιος πόνος.



Ι
Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος 
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας 
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής 
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής 
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών 
δεν είναι αυτό το δένδρο δένδρο ηλεκτρικό 
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού 

Δεν είναι η λευκή γριά ετοιμοθάνατη 

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί 
δύναμη χαράς για τη ζωή της λησμονημένης.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Θέλεις να πας μακριά;


της Άννας Μελή
Σκηνοθεσία: Μάνθος Σαντοριναίος
Ερμηνεία: Πέννυ Μηλιά

Ό,τι υπάρχει δεν υπάρχει. Μας καταδικάζει στην αναλλοίωτη φύση του. Αυτός ο βράχος που κοιτάς, ήταν εκεί, όπως τώρα, πριν γεννηθώ. Και θα είναι εκεί κι αφού πεθάνω. Ίδιος. Αναλλοίωτος μέσα σε άπειρες νύχτες μοναξιάς χωρίς αφή. Αυτός είναι ο λόγος που έζησα μια ζωή χωρίς να υπάρξω μια στιγμή. Μα ο ουρανός είναι απέραντος και εγώ είμαι αρκετή. Βλακείες! Ο άνθρωπος είναι ένα πολύ μικρό ον με τεράστια σκιά. Χμ... Όχι! Ο άνθρωπος θα ήταν ένα μικρό ον με απέραντη σκιά αν δεν έθαβε την προοπτική μέσα στο ρούχο του.

Εσύ που είσαι; Θες να πας μακριά; Φοβάμαι. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Απερίσκεπτες. Πόρτες διαφυγής. Τις ανοίγεις. Να ήδη βρίσκομαι κάπου αλλού. Είμαι. Κάπου αλλού; Έξω από εμένα; Είμαι. Με μισώ. Με αηδιάζω που διάλεξα την πλήξη από την μοναξιά. Την υποκρισία από τη θλίψη. Ο χρόνος είναι πρόσθεση θορύβου σε μια ανυπόφορη ζωή που ξεχειλώνει. Εγώ. Είμαι. Μέσα μου. Θες να πας μακριά; Σήμερα. Κάποτε. Πόσο απέχει το σήμερα απ' το κάποτε; Πόσο απέχω εγώ από τον εαυτό μου; Εδώ, εκεί: ανάμεσα το κενό. Ο άνθρωπος είναι ένα μικρό ον με απέραντη σκιά. Όχι, όχι. Πόρτες φυγής. Είμαι πιο μικρός από τα όνειρά μου.


Τα έργα της Τέχνης τα είδα. Τα αγκάλιασα. Ούτε ένα πίνακας δε φτιάχτηκε για μένα. Ούτε ένα ποίημα δε γράφτηκε για μένα. Θλιμμένο τίποτα. Όλα τους έχουν ειπωθεί. Η αναλλοίωτη εξωτερικότητα του να υπάρχουν, με εξορίζει στον εξωτερικό εαυτό μου που κοιτάζει χωρίς να μπορεί να αισθανθεί. Ό,τι υπάρχει δεν υπάρχει γιατί δεν μπορεί να ξανασυμβεί. Είναι νύχτα και η σκιά παγιδεύτηκε μέσα στα ρούχα μου. Με ξύνει ο υποθετικός εαυτός που δεν έχω. Υπάρχει μονάχα ότι δεν υπάρχει μέσα από την πιθανότητα να γεννηθεί. Μαδάω με τα νύχια μου τις ραφές. Είμαι εγώ και συνυπάρχω με εμένα. Ανυπόφορο. Με μισώ. Φοβάμαι. Με φοβάμαι. Βρίσκομαι ανάμεσα σε μια λεπτή ισορροπία: ή να παρανοήσω ή να λογικευτώ. Αδιέξοδο.


Φοβάμαι. Παραιτούμαι. Διασχίζω το κατώφλι της απουσίας μου διασκεδάζοντας τον θόρυβο των ανθρώπων όταν σπάνε. Φοβάμαι. Όταν τρομάζουμε συμβαίνει μια άυλη ζημιά. Εσύ; Που θες να πας; Μακριά; Δεν έφτασες ακόμα; Εγώ και η σκιά μου παγιδευτήκαμε στο αναπόδραστο ρούχο των εξωτερικών μεταμφιέσεων. Ο χρόνος είναι ήλιος που με φωτίζει από διαφορετικό ύψος. Η σκιά μου παγιδεύεται μέσα μου και με αφήνει απαράλλακτο. Εγώ. Είμαι. Δεν είμαι. Εδώ. Εκεί. Αδιέξοδο. Ανάμεσα κενό. Άδεια σάρκινη σφαίρα. Δεν υπάρχω. Η ανυπόφορη εξωτερικότερα μου αφανίζει την εσωτερικότητά μου. Την ανύπαρκτη εκδοχή μου. Θέλω να πάω μακριά. Πόρτες φυγής. Θέλω να πάω μακριά. Δε θα γεννηθώ ποτέ!

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Έσπασε


του Στέλιου Χατζηαδαμίδη
Σκηνοθεσία: Χρ. Θεοδωρίδης
Ερμηνεύουν: Τ.- Ά. Πίττα, Στ. Χατζηαδαμίδης, Μ. Μανδαλά , Δ. Γκουτζαμάνης.

Υπάρχει μια στιγμή πριν τα κεριά τοποθετηθούν στην τούρτα. Μια στιγμή πριν καν υπάρξει τούρτα. Είσαι αγέννητος. Το α εμπρός από τη γέννηση δε στερεί την υπαρξία. Αγέννητη είναι μια λευκή σελίδα. Μια λευκή σελίδα δύναται να εμπεριέχει ό,τι μπορεί να γραφεί σε αυτή. Το άπειρο μέσα σε μια σιωπή. Αγέννητος είναι ο αέναος ορίζοντας. Τοποθετείς πάνω του τη θάλασσα, τα όρη, τα έθνη και τίποτα δε μολύνει τη διαφάνεια, τη διαύγεια του. Αγέννητος είναι αυτός που ζει χωρίς τη νοσταλγία αυτού που έχει συμβεί. Αυτός που συμβιώνει με την ακαθόριστη αίσθησή αυτού που έχει συμβεί, χωρίς να το γνωρίζει, και μέσω της αίσθησης, χωρίς να το ξέρει, εμπεριέχει το πάντα, εμπεριέχει το Όλο, και εμπεριέχεται σε αυτό.

Έρχεται όμως μια φρικτή στιγμή. Έστω η στιγμή της γέννησης. Όπου ο κόσμος που ζούμε, αυτός ο παράλογος κόσμος, εντυπώνεται καθοριστικά μέσα μας. Μοιάζει σαν καλέμι με σφυρί που μας χτύπησαν με αυτό μέχρι να σπάσουμε. Μέχρι να χωθούν, με συχνότητα χειμάρρια, όλες οι ιστορίες και οι μικροϊστορίες εντός μας. Κι εμείς, στη στιγμή της αδυναμίας μας, στη στιγμή που σπάσαμε, αγκαλιάζουμε τα μη χρηστά εισερχόμενα με μια αγωνία και μια λαιμαργία όμοια με αυτή που αγκαλιάζει τη λέμβο ένας που πνίγεται. Η σελίδα παύει να είναι λευκή. Έστω και ένα γράμμα την περιορίζει στους εφικτούς συνδυασμούς του. Ο ορίζοντας γίνεται χαρτί, ή τείχος. Όσο κι αν σπρώχνεις δεν περνάς από την άλλη.


Εντός μας ένα πληροφοριακό κομφούζιο. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τον βιολογικό κύκλο ενός γορίλα. Μπορεί να γνωρίζει τα χιλιάδες χιλιόμετρα που τον χωρίζουν από το κέντρο της γης. Την πρόταση γάμου που έκανε ο τάδε τηλεοπτικός αστέρας στη δείνα γλάστρα. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει το τραγούδι που πρώτευσε στα charts μιας δεκαετίας πίσω. Τους τίτλους της ομάδας του. Πόσα σταγονίδια εμπεριέχει το σάλιο. Όμως, δε μπορεί να γνωρίζει που αρχίζει και που τελειώνει η αγάπη. Τόσες και τόσες πληροφορίες, άχρηστες. Πληροφορίες που μας βραχυκυκλώνουν. Μικροπληροφορίες που καθορίζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε, τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε, τον τρόπο που υπάρχουμε. Πληροφορίες αχρείαστες που μας καταλαμβάνουν. Κατάληψη. Μας κλέβουν τον τρόπο να αισθανόμαστε. Μπορεί, πληροφοριακά, να γνωρίζουμε τα πάντα. Όμως αυτό το γνωστικό πάντα μοιάζει με αδιαπέραστο συρματόπλεγμα στην ανικανότητά μας να επικοινωνήσουμε το πάντα μέσα απ' την αίσθηση το Τίποτα, τώρα που περισσότερο από ποτέ η αφή είναι ακρωτηριασμένη.

Μας περιορίζουν οι πληροφορίες που, χωρίς να το ξέρουμε, χαράχθηκαν ανεξίτηλα εντός μας. Όλα μονόδρομοι. Υπάρχει μία συνταγή για το κέικ. Υπάρχει ένα εγχειρίδιο για το πως να ερωτεύεσαι. Ένας τροχονόμος ρυθμίζει το εδώ και το εκεί στα όνειρά σου. Υπάρχει ένας χάρτης για την πορεία προς την κοινωνική ανέλιξη. Υπάρχουν δέκα απαράβατες εντολές για να είσαι ευτυχισμένος. Χιλιάδες προκαθορισμένοι τρόποι για να ταξιδεύεις χωρίς ταξίδι. Για να υπάρχεις χωρίς να είσαι. Το είναι γυμνό. Ακόμα και η προσέγγιση της ομορφιάς μπήκε σε ιατρική συνταγή: διάβασε ποίηση, κοίτα τα άστρα, άκου τη θάλασσα, την Άνοιξη, τα πουλιά. Όλα προδιαγεγραμμένα. Όμως μέσα μας πως; Μέσα μας τι; Ακολουθούμε μόνο σαν υπνωτισμένοι επαληθεύοντας το υπαρξιακό μας βραχυκύκλωμα. Τα αδιέξοδά μας είναι αυτοσχέδια.

Η τιμωρία της γνώσης ακλόνητο είδωλο στον καθρέφτη της ανικανότητάς μας να αισθανθούμε. Έσπασε: είναι η τιμωρία του ό,τι συμβαίνει να έχει συμβεί. Η τιμωρία του ό,τι κάνουμε, του ό,τι κάναμε, του ό,τι έχουμε ήδη κάνει να μη μπορεί να γίνει ξανά σαν να είναι η πρώτη φορά...