Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2013. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2013. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 29 Απριλίου 2015
Stray Dogs
Σκηνοθεσία: Ming-liang Tsai
Παραγωγή: Taiwan / France / 2013
Διάρκεια: 138'
"Τα σενάρια μου είναι πολύ μικρά. Μοιάζουν πιο πολύ με ποίηση, εμπεριέχουν μόνο αφηρημένα ίχνη για το πως θα κάνω τις ταινίες μου. Όταν γράφω τα σενάρια, δεν γράφω ποτέ διαλόγους, αλλά μιλώ και επικοινωνώ πολύ με τους ηθοποιούς μου κι όταν έρχεται η ώρα του γυρίσματος έχουν μια επαρκή ιδέα και μια ατμόσφαιρα για το πως θα εμψυχώσουν τους χαρακτήρες τους. Μ' αυτόν τον τρόπο οι ερμηνείες τους σχετίζονται περισσότερο με τις εμπειρίες τους. Στο σινεμά μου οι ηθοποιεί δεν είναι όπως στο Χόλιγουντ, δεν έχουν διδαχθεί πως να μιλάνε ή πως να ερμηνεύουν. Οι ηθοποιοί μου είναι πιο πολύ σαν καθημερινοί άνθρωποι. Δεν σκέφτεσαι ότι "παίζουν". Τους δίνω πάντα πολύ χρόνο στο σετ πριν το γύρισμα. Περιμένω και τότε αυτοί ερμηνεύουν φυσικά. Είναι ο καλύτερος τρόπος", Ming-liang Tsai.
Το Stray Dogs αποτελεί μια απόλυτη μυσταγωγική εμπειρία. Παρόμοια με αυτή που συναντάμε στο σινεμά του Weerasethakul. Όμως υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Εδώ η μυσταγωγία -άγνωστο σε τι- δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση από το θέμα. Ο Ming-liang Tsai δεν επενδύει ούτε στο πολιτισμικό άλλο, ούτε στην υφολογική διαφορά, ούτε σε κάποιο παγανιστικό δάνειο. Η μυσταγωγία εδώ προκύπτει από το κινηματογραφικό μέσο. Και πιο συγκεκριμένα από τον κινηματογραφικό χρόνο. Από τον κινηματογράφο-χρόνο.
Ο σκηνοθέτης από τη Μαλαισία, στην κατά τα φαινόμενα τελευταία του ταινία, κινηματογραφεί, με ημι-αυτόνομα κάδρα ως εντελώς αυτόνομα κάδρα, μια οικογένεια στην Ταϊπέι. Είναι ένας κινηματογράφος απλότητας που συντίθεται ως ένα κολλάζ από κάδρα υψηλής συναισθηματικής νουμοσύνης. Συνήθως όταν μιλάμε για κάδρα/κινηματογράφο νοημοσύνης αναφερομαστε στη νοημοσύνη του δημιουργού. Όμως, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως εδώ δεν εννοώ καθόλου κάτι τέτοιο. Αναφέρομαι σε μια πηγαία νοημοσύνη των κάδρων και των σκηνών. Και αν ο δημιουργός καθρεπτίζεται μέσα σε αυτά, δεν είναι χάρις της παρεμβατικότητάς του, αλλά χάρις της εμπιστοσύνης του. Γενικά ο Ming-liang Tsai δεν μοιάζει να προπορεύεται σε σχέση με το έργο του. Μοιάζει να κινείται παράλληλα και μέσα σε αυτό. Δεν μοιάζει σαν εξωτερικός άρχοντας/κατασκευαστής/ποιητής/Θεός/δημιουργός. Μοιάζει περισσότερο με ιχνηλάτη. Κάτι που έχει ως αποτέλεσμα τη στιγμή που παρακολουθείς την ταινία να αισθάνεσαι πως παρακολουθεις μια ταινία την ώρα της δημιουργίας της. Όχι μια ταινία που έχει κατασκευαστεί/δημιουργηθεί για να τη δεις. Κι αυτό αποτελεί κάτι σχεδόν πρωτοφανές και αξιοθαύμαστο.
Και παρ' ότι η ταινία αποκαλύπτεται μέσα από μονοπλάνα-σεκάνς αυτοτελούς έμπνευσης, όσον αφορά την αφήγηση, δεν έχεις καθόλου την αίσθηση του θραυσματικού ή του αποσπασματικού. Όλα τα κάδρα τοποθετούνται σ' ένα ενιαίο και εντελώς συμπαγές ποιητικό σύμπαν [ποιητικό όχι από την άποψη του λυρικού ή του αφηρημένου, αλλά του ex nihilo χαρακτήρα της δημιουργίας]. Και υπάρχει επίσης μια αξιοσημείωτη φυσικότητα. Δεν μιλάμε για νατουραλισμό, αλλά την αισθηση ότι η ταινία έχει προ-εντυπωθεί μέσα στα κάδρα που κινηματογραφούνται, και όχι ότι προκύπτει κατά τη στιγμή της κινηματογράφησης. Ένα συνοθύλευμα σχημάτων, συναισθημάτων, εικόνων που έχει ήδη εμποτίσει το κινηματογραφικό σώμα. Απ' όπου απορρέει το ενίαιο σύμπαν για το οποίο ήδη μιλήσαμε.
Στο βάθος και στην επιφάνεια συναντάμε τους γνώριμους προβληματισμούς του σκηνοθέτη για την αποτρόπαια πορεία προς την εκδυτικοποίηση των κοινωνιών και το οικουμενικά απάνθρωπο. Όμως τίποτα σ' αυτή την ταινία δε μπορεί να ειδωθεί ως εξωτερικό/μεμονωμένο σχόλιο. Παρά μόνο ως καρδιά. Η αορτή, οι αρτηρίες, οι βαλβίδες, οι φλέβες σε τέλεια ρυθμική λειτουργία.
Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014
Films 2013-2014
16.
Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά
Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά
Έχουμε μάθει να εφαρμόζουμε γάντι την παλιά λαϊκή σοφία, που λέει: "Καλύτερα πουν'τος, παρά να τος". Σκηνοθετώντας την απουσία μας, προσπαθούμε να τροφοδοτήσουμε τους άλλους με μια έλλειψη που θα μας καταστήσει στο μέλλον θελκτικούς, επιθυμητούς, απαραίτητους.
Μιλλώντας για την ελληνική πραγματικότητα, έχουμε μάθει να γεμίζουμε το άδειο με άδειο. Μια απέραντη αδειοσύνη κοντολογίς. Το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι με τι αδειάζει το άδειο; Αδειάζει το άδειο;
15.
Under the Skin
Under the Skin
Δόθηκαν σάρκες και δέρμα. Όμως δεν δόθηκε χώρος και χρόνος για να αναπτυχθεί αυτό το ον.
Σαρκοβόρο το κενό. Τα οστά θα 'πρεπε να 'ναι σκάλες που ανεβαίνουν στον ήλιο.
Όμως αυτή δεν έχει ηλικία. Ο θάνατος είναι ένα παιχνίδι για αυτούς που έχουν να θυσιάσουν.
Κάποιος είπε πώς είναι το πνεύμα που δίνει υπόσταση στην ύλη.
Πώς δεν υπάρχει το ένα ως προς το άλλο. Πώς είναι το ένα μαζί με το άλλο.
Μαζί, ειδάλλως καθόλου. Ούτε το ένα. Ούτε το άλλο.
14. Το Μικρό Ψάρι
Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ψάρι. Το μεγάλο ψάρι τρώει τα μικρά ψάρια. Το μικρό ψάρι τρώει τα μεγάλα ψάρια. Ευρύχωρα που είναι τα ψάρια που τρώνε το 'να τ' άλλο. Δεν είναι θέμα μεγέθους. Πείνας ή επιβολλής. Είναι μάλλον το μόνο "παιχνίδι" που σου μένει αυτός ο κανιβαλισμός, όταν έχεις ήδη καταπιεί τη θάλασσα κι ότι σ' εμπεριέχει.
13. Thian zhu ding
12. La Vénus à la fourrure
11. Paradies: Glaube
Ο παράδεισος δεν υπάρχει αν δεν πιστεύεις σε αυτόν. Κι αμά πιστεύεις, πάλι δεν υπάρχει.
Οι ανάσες των ζωντανών είναι ο ουρανός της κόλασης.
Οι ανάσες των ζωντανών είναι ο ουρανός της κόλασης.
10. Le passé
Το παρελθόν, καταναγκαστικά, μας καθιστά σ' ένα βαθμό δεμένους με αυτά που έχουμε ζήσει. Αναπόφευκτα, το μέλλον δεν φτάνει σχεδόν ποτέ ολόκληρο σ' εμάς. Ή δεν φτάνουμε ποτέ ολόκληροι στο μέλλον. Σ' αυτή την απόσταση καθρεφτίζεται το προφίλ του θανάτου μας.
9. The Grand Budapest Hotel
Δεν μπορείς να πεις καμία ιστορία γιατί όλες οι ιστορίες έχουν συμβεί. Όταν επιθυμείς να πεις μια ιστορία δε λες την ιστορία που επιθυμείς, αλλά την επιθυμία σου να μιλήσεις. Οι ιστορίες δεν βρίσκονται μέσα στις ιστορίες. Είναι έξω απ' αυτές. Μέσα σε ότι δε μπορεί να αποκτήσει περίγραμμα. Ιστορία είναι ο ρυθμός της ιστορίας. Το κόκκινο χρώμα που συναντάς στο δρόμο σου. Το χαμόγελο που κάνει το στόμα σου ν' ανοίγει. Το πρόσωπό σου να παραμορφώνεται. Η μυρωδιά του ξύλου. Ένα ζαχαροπλαστείο με τάρτες βανίλια φράουλα. Το αγόρι που θάβεται μαζί με τα μυστικά του. Ένα τραγούδι για αυτό που δεν υπάρχει. Δύο πατούσες διαφορετικές η μία από την άλλη. Το μέρος οπου κοιτάζει το βλέμμα μας, όταν το βλέμμα μας είναι το μέρος που κοιτάμε.
8. Camille Claudel 1915
Λίγες μέρες από τη ζωή της Καμίλ Κλοντέλ. Έγκλειστης σε ψυχιατρικό άσυλο ανιάτων. Η ψυχιατρική δε βρίσκεται στα χέρια του ατόμου. Βρίσκεται στα χέρια της κοινωνικής πρακτικής. Και ως κοινωνικό εργαλείο ενδιαφέρεται για την μη-αναταραχή των σχέσεων και των ιστών που καθιστούν την κοινωνική οργάνωση απαραίτητη . Το ψυχιατρικό άσυλο αποτελεί χώρο συγκέντρωσης μη λειτουργικών και μη χρήσιμων για το σύνολο ανθρώπων. Η Καμίλ Κλοντέλ, μη υπολειπόμενη σε τίποτα, το κάθε άλλο, ανάμεσα σ' αυτούς που δε μπορεί να εμπνεύσει την αγάπη των άλλων. Γεγονός που θα την καθιστούσε και σημαντική και απαραίτητη προς αυτούς. Πολύτιμο κειμήλιο για την αγκαλιά τους.
7. Post Tenebras Lux
Μέσα στο τούνελ οι κραυγές των πουλιών γίνανε δέντρα και τα κλαδιά τους σχίζουν.
Σκοτεινή η πορεία του αίματος. Ένας πίνακας με υγρασία.
Στ' όνειρό μου σ' έψαχνα στη χαμηλή χλόη. Πεταμένα παιδικά βήματα, ήχοι από ξυράφια.
Οι οργασμοί μου είναι ένα συρματόπλεγμα όπου μπερδεύονται τα δάχτυλα του θεού.
Αν ο ουρανός φωτίζει τη γη, τον ουρανό ποιος τον φωτίζει;
Μέσα στη νύχτα οι ίσκιοι των δέντρων παραπατάνε στη θάλασσα. Την σκεπάζουν μέχρι τα γόνατα.
Σε ψάχνω στο σκοτάδι του τρένου που σπάει τα κόκκαλά μου.
Σκοτεινή η πορεία του αίματος. Ένας πίνακας με υγρασία.
Στ' όνειρό μου σ' έψαχνα στη χαμηλή χλόη. Πεταμένα παιδικά βήματα, ήχοι από ξυράφια.
Οι οργασμοί μου είναι ένα συρματόπλεγμα όπου μπερδεύονται τα δάχτυλα του θεού.
Αν ο ουρανός φωτίζει τη γη, τον ουρανό ποιος τον φωτίζει;
Μέσα στη νύχτα οι ίσκιοι των δέντρων παραπατάνε στη θάλασσα. Την σκεπάζουν μέχρι τα γόνατα.
Σε ψάχνω στο σκοτάδι του τρένου που σπάει τα κόκκαλά μου.
6. Pozitia copilului
Η μαμά είπε στο παιδί θα παίξουμε ένα παιχνίδι: Θα πραγματοποιώ αυτό που επιθυμείς πριν το επιθυμήσεις. Η πραγματοποίηση των επιθυμιών δεν επέφερε καμία συγκίνηση στο παιδί. Στη συνέχεια το παιδί ούτε έπαιζε ούτε επιθυμούσε. Το παιδί άρχισε να μην επιθυμεί. Άρχισε να επιθυμεί την αντι-επιθυμία. Ούτως ώστε να δοκιμάσει τη χαρά του να μη συμβαίνει αυτό που επιθυμεί. Καμία χαρά. Καμία συγκίνηση. Μόνο απώλεια χαράς. Μόνο απώλεια συγκίνησης. Μόνο Χειμώνας. Τόσο καθοριστικό να είσαι παιδί των γονιών σου.
Ο Abdellatif Kechiche εκφωνεί το σχεδόν αυτονόητο, που ωστόσο η παραδοσιακή ηθική εμμένει στο να αποσιωπεί. Ότι η σεξουαλική συνεύρεση δύο ανθρώπων είναι ικανή να αναφέρει τέτοιο πάθος που να ενώσει ριζικά δύο ανθρώπους. Είναι επίσης δυνατό να αποτελέσει σεισμικό παράγοντα έντασης ικανής να μετατοπίσει τη θέση και τη σχέση δύο ανθρώπων με τα πράγματα και τη ζωή γενικότερα. Μάλλον στην πιο μεγαλεπήβολή του ταινία, ο Τυνήσιος σκηνοθέτης παρατηρεί από εγγύς απόσταση τους κύκλους και τις διακυμάνσεις των ανθρωπίνων σχέσεων. Δίνοντας έμφαση στο στάδιο της νιότης, όπου όλες οι συγκινήσεις και αισθήσεις φέρουν κάτι πρωτόγνωρο και ένα φορτίο ικανό να καθορίσει τον μετ' έπειτα ρυθμό της κίνησης ενός ανθρώπου στη ζωή.
4. Nymphomaniac
Στον αστικό πολιτισμό φτιαχνουμε μια κάπως ορθολογιστική σχέση με την καθημερινότητα μας. Μοιάζουμε να ζούμε, όχι για να υπάρξουμε μέσα στη στιγμή που ζούμε, αλλά από απόσταση, ούτως ώστε να μπορούμε να κρίνουμε, να αναλύουμε, να αξιολογούμε, να επικρίνουμε αυτό που ζούμε, τη στιγμή που το ζούμε καθώς και ό,τι αυτό εμπεριέχει. Ζούμε δηλαδή, χωρίς να ζούμε, για να αναλύουμε αυτό που ζούμε. Μόνο αυτό εξημερώνει τις φοβίες μας, αλλά παράλληλα τις τρέφει κιόλας. Σκέτη ορθολογική διαστροφή. Αυτή τη διαστροφή, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, απενεργοποιεί ο Trier στο Nymphomaniac. Όχι σοκκάροντας, όπως παραπλανούσε η διαφημιστική καμπάνια επί μήνες. Άλλα κάνοντας μια ταινία, και παρατίθοντας μέσα στην ίδια την ταινία το commentary της. Το απόλυτο κινηματογραφικό τρολάρισμα. Φέροντας τον θεατή σε μια αμηχανία-παράλυση, εντελώς διανοητική. Καθόλου σοκαριστική.
3. Gloria
Η νεότητα δεν έχει ηλικία. Αρκεί να φωνάζεις ακόμα τους στίχους των τραγουδιών. Αρκεί να παθιάζεσαι ακόμα με αυτό που ζεις τη στιγμή που το ζεις. Αρκεί να προσφέρεις δίχως άμυνες το κορμί σου στην ηδονή και τον πόνο. Αρκεί να μην αποκρύπτεις την κούραση αλλά να την αποταμιεύεις στην θέληση για ζωή. Αρκεί να σε λένε και λίγο Gloria.
2. Nebraska
Αυτός πέφτει στις ράγες με το κεφάλι, όταν το τρένο δεν είναι εκεί. Αλλά για να υπάρχουν ράγες, θα υπάρχει τρένο. Και που δεν πάει πουθενά, και που δεν υπάρχουν προορισμοί, είναι λόγος αυτός να μην παίρνουμε την κούρσα; Ερχόμαστε απ' το χώμα. Μέσα στο χώμα δεν υπάρχουν θησαυροί. Η γη είναι γεμάτη αρώματα.
1. La grande bellezza
Ο άνθρωπος απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει ένα προσωπικό μερτικό στο παγκόσμιο φορτίο της θλίψης. Αυτό μας συμφιλιώνει. Μας κάνει να αγαπιόμαστε. Να έχουμε αγαπηθεί. Μια νοσταλγία που έχει διάρκεια και δε γνωρίζει λύτρωση. Πορευόμαστε στην ίδια πλευρά της ζωής.
Το μέλλον είναι υπέροχο.
Δευτέρα 19 Μαΐου 2014
Camille Claudel 1915
Σκηνοθεσία: Bruno Dumont
Παραγωγή: France /2013
Διάρκεια: 95'
Παραγωγή: France /2013
Διάρκεια: 95'
«Eδώ βρίσκονται μόνο άνθρωποι που ούτε οι γονείς τους δεν θα τους άντεχαν.», φωνάζει η Καμίλ Κλοντέλ στον αδερφό της Πολ, σε μία από τις αραιές επισκέψεις του στο άσυλο ανιάτων του Μοντβέργκ. Η ψυχρότητα στο βλέμα του Πολ και η απόσταση στην οποία έχει τοποθετήσει τον εαυτό του επιβεβαίωνει την ρήση της Καμίλ, ασθενούς πρώτης κατηγορίας.
Θα περίμενε κανείς μέσα στο άσυλο ανιάτων να συναντήσει δυσλειτουργικούς ανθρώπους. Ανθρώπους με δυσκολία να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Ανθρώπους ανισόρροπους με αφάνταστες μεταπτώσεις. Κάθε άλλο. Άνθρωποι ελαττωματικοί. Ναι. Ελαττωματικοί, όμως, όχι ως προς τους εαυτούς τους. Αλλά ελαττωματικοί όπως μια βίδα, ή μια συσκευή που δεν επιτελεί την διεργασία για την οποία σχεδιάστηκε. Άνθρωποι που δεν μπορείς να τους εκμεταλλευτείς. Ή να τους αξιοποιήσεις, αν έχεις πρόβλημα με τη λέξη. Άνθρωποι στους οποίους δεν μπορείς να διοχετεύσεις συναισθήματα. Άνθρωποι που δεν σ’ ενδιαφέρουν ή δε σε γοητεύουν, ούτως ώστε να τους αγαπήσεις. Άνθρωποι δηλαδή εντελώς άχρηστοι. Περιττοί. Αχρείαστοι για σένα. Που κατά έναν τρόπο τους εκτοπίζεις στο καλάθι των αχρήστων. Ή αλλιώς, σε ψυχιατρικό άσυλο.
Τέτοιους ανθρώπους συναντάει κανείς στο άσυλο του Μοντεβέργκ. Οι ίδιοι άνθρωποι από την μεριά τους –κι ας μην σ’ ενδιαφέρει- και μια χαρά μπορούν να αισθανθούν, και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Και να συνυπάρξουν μαζί με τους εσωτερικούς τους κόσμους. Ελεύθερα. Άκοπα. Με μια εγγύτητα αξιοζήλευτη για τον παρατηρητή. Σώοι οι αισθητήρες δηλαδή.
Ο Bruno Dumont, χωρίς να γίνεται δεικτικός από την άλλη, αμφισβητεί την ευδαιμονία ανθρώπων που φαινομενικά σφύζουν υγείας. Ή τουλάχιστον αμφιβάλλει για αυτήν. Όχημα του είναι άνθρωποι όπως ο Πολ, ο αδερφός της Καμίλ Κλοντέλ. Άνθρωποι των οποίων η ισορροπία και το κύρος οφείλεται σε απόψεις και ιδεολογίες που έχουν υιοθετήσει. Απόψεις και ιδεολογίες που δεν πηγάζουν από κάποιο εσωτερικό απόθεμα ανησυχιών. Αλλά είναι κυρίως ασπασμένες, υπό καθεστώς κοινωνικού πανικού, όπως ένας ναυαγός αρπάζεται από την πρώτη σανίδα που θα βρει μπροστά του. Βέβαια, η κοινή αποδοχή-έγκριση των παραπάνω ιδεολογιών κοινωνικοποιούν τους ανθρώπους, τους καθιστούν αποδεκτούς και τέλος τους τροφοδοτούν με την απαραίτητη ισχύ. Μια ισχύ που σημαίνει ισχυρότητα καθώς τους παρέχει την ψευδαίσθηση της επιβεβαίωσης και ταυτόσημα την πιστοποίηση της ψυχικής υγείας.
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014
Thian zhu ding
Σκηνοθεσία: Zhangke Jia
Παραγωγή: China / 2013
Διάρκεια: 134'
Ο Zhangke Jia κάνει μια ταινία χρησιμοποιώντας απροκάλυπτα τα υλικά της κινηματογραφικής ευτυχίας, έτσι όπως έχουν καθοριστεί από την κινηματογραφική βιομηχανία, και πιο συγκεκριμένα χρησιμοποιεί: τη βία, την αιματοχυσία, και τη θηλυκή σάρκα. Θα ήταν παράλειψη, να μην αναφέρουμε, ότι αυτό που προηγουμένως αποκαλέσαμε κινηματογραφική ευτυχία δεν εξαντλείται εντός της κινηματογραφικής αίθουσας. Απεναντίας, ορίζει κάτι ευρύτερο, και συγκεκριμένα: τη θεσμική κατοχύρωση/χρήση του κινηματογράφου ως «διασκεδαστή» στις σύγχρονες και ανεπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης, αλλά και πλέον –παγκοσμιοποίηση- στις πτωχότερες κοινωνίες της Ανατολής. Το εντυπωσιακό με το Thian zhu ding του Zhangke Jia, είναι ότι παρότι καμωμένο με τα συστατικά του κινηματογράφου του θεάματος, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα εντελώς τεχνικά, δε σε διασκεδάζει καθόλου. Μάλλον απελπίζει. Απελπίζει εντόνως. Σε παραλύει από απελπισία. Κι αυτό καθώς ολόκληρη η αφήγηση του Κινέζου σκηνοθέτη είναι αυστηρά πειθαρχημένη και επιστρατευμένη με τρόπο τέτοιον ώστε να εκφωνήσει το αυτονόητο: η ικανοποίηση/ευτυχία του ενός συνεπάγεται τη δυστυχία του άλλου. Το αυτονόητο, που ωστόσο στις καπιταλιστικές κοινωνίες υποκρύπτεται κάτω από έναν σωρό από υπεκφυγές και πολύχρωμα λαμπάκια. Ωστόσο, η δήλωση του Zhangke Jia δεν αφορά την ευτυχία-δυστυχία, ικανοποίηση-καταπίεση σε ατομικό επίπεδο. Η δήλωσή του είναι καθαρά συστημική. Είναι καθαρά πολιτική. Και επεκτείνεται ακόμα και σ’ επίπεδο ηπείρων.
Κι όλα αυτά, σε μια ταινία όπου ο άνθρωπος, ο άνθρωπος της Κίνας απεικονίζεται είτε ως το απαρατήρητο μέρος μιας αβυσσαλέας μάζας, είτε ως η «χαλασμένη» ατομικότητα ενός βομβαρδισμένου συνόλου. Μιας καταπίεσης που περισσότερο υπονοείται. Μάλιστα ο Zhangke Jia δεν μπαίνει στη διαδικασία να ψυχογραφήσει τους ήρωες του, να επιχειρηματολογήσει τις πράξεις τους μέσα από την συμφωνημένη παπατζιά της «ατομικής ψυχανάλυσης». Η κάθε πράξη δικαιολογείται, ή δεν χρειάζεται καν να δικαιολογηθεί, αφού αυτό το «χάλασμα», το οντολογικό χάλασμα δικαιολογεί καθετί που θα φάνταζε παράλογο, ή υπερβολή. Γιατί κάθε πράξη δεν υποκινείται από μία ατομική αντίδραση-αντίσταση, αλλά αποτελεί μέρος μιας ζυμωμένης συμπεριφοράς εντός αυτού που αποτελεί χρόνια και συσσωρευμένη βία. Εδώ ο άνθρωπος παρατηρείται συλλογικά. Συστημικά. Έρμαιο σ’ έναν κόσμο, που αναμφισβήτητα –φυσική αρχή- τον ξεπερνάει, αλλά πλέον, δεν τον συμπεριλαμβάνει: νόμοι της ανθρωπότητας.
Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014
ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά
Πρόλογος: Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτά που γράφω παρακάτω για
το βιβλίο «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά», αντιλαμβάνομαι πως δεν
ανταποκρίνονται ούτε στο ελάχιστο των αισθήσεων που μου δημιούργησε η
ποιητική συλλογή. Και διαπιστώνω πως αυτό (μου) συμβαίνει όταν καλώ τις
λέξεις να περιγράψουν κάτι που είναι αισθητό. Γιατί η αίσθηση δεν έχει
περίγραμμα για να περιγραφεί. Και οι λέξεις δεν μπορούν να μεταφέρουν ως
εξωτερικό κάτι που είναι μόνο εσωτερικό. Κι όσο κι αν οι λέξεις
πασχίζουν να ξεριζώσουν την αίσθηση απ’ το αχαρτογράφητο είναι της, εν
τέλει, αυτό που προκύπτει δεν είναι η αίσθηση, ούτε καν οι ρίζες της
(εκτός αν είσαι τυχερός), αλλά αυτή η αδιάκοπη βία του ξεριζώματος.
Ακόμα κι έτσι, απέναντι απ’ αυτό το κακέκτυπο κείμενο που καλείται να
αναπαραστήσει την αίσθηση, με πλήρη γνώση της αδυναμίας του, μπορώ να
αντλήσω μια μέγιστη απόλαυση, που δεν είναι παρά η απόλαυση ενός
ραπίσματος. Κάτι σαν αυτόκλητη εκδίκηση αυτού που αισθάνεσαι, στην
αδυναμία σου να το αναπαράγεις. Εν κατακλείδι, στην ίσως πιο ειλικρινή
πρόταση του κειμένου, θα ήθελα πολύ να ευχαριστήσω το Νίκο και τη
συλλογή του, που μου έδωσαν την ευλογία να μυηθώ με τέτοια ένταση σε ένα
μοναδικό και ανομολόγητο κράμα αισθήσεων.
[ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά]
4 καθαρές φωνές, 4 σφυροκοπήματα
Πλέον, μπορεί να μην είναι δύσκολο να γράφονται εξαιρετικά ποιήματα. Αλλά μοιάζει πιο δύσκολο από ποτέ να γράφονται ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές. Αυθεντικές ποιητικές φωνές, απογυμνωμένες. Καθαρές. Μια τέτοια είναι η ποιητική συλλογή του Νίκου Ερηνάκη με τίτλο «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά». Μια ποιητική συλλογή, που όμοια της, τουλάχιστον όσον αφορά τη σύγχρονη ποίηση, δε θυμάμαι να ‘χω διαβάσει. Η ποιητική συλλογή ξεδιπλώνεται σε τέσσερις ενότητες.
Εδώ οι φωνές, οι στίχοι, οι λέξεις, τα ερείπια αποτελούν βακχικό σύρσιμο σ’ ένα τοπίο που αποκαλύπτεται και που δεν έχει αποκαλυφθεί. Αφού δεν έχει κατακτηθεί. Αυτό που μπορεί να υπάρξει, κι αποκαλύπτεται, ασκεί μια τεράστια ένταση συγκριτικά με αυτό που έχει ήδη υπάρξει. Γιατί αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει παρελθόν. Δεν ανακτάται μέσα από τη γνώση ή από κάποια στατική μνήμη. Αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει χρόνο. Κυοφορείται σε μια άβυσσο άχρονη. Η αποκάλυψη συντελείται ακαριαία, χωρίς ορατότητα, χωρίς γεγονός, μέσα από μια αίσθηση που δε μπορεί να περιγραφεί. Κάτι σαν ύπνωση. Αίσθηση και φαντασία μαζί. Φαντασία σε όλους τους χρόνους. Εδώ η φαντασία δε νοείται σαν υπερβατικό άλμα. Αλλά σαν εσωτερικό σπάραγμα, αυτού που είναι ζωντανού, ζωντανού από πάντα, συνυφασμένου με τη δομική ουσία του ονείρου και του σκότους, που δε μπορεί κι ούτε χρειάζεται να οριοθετηθεί, άρρηκτα συνδεδεμένου με τη σιωπή. Συμ-βίωση με αυτό που υπάρχει, και υπάρχει χωρίς να (ανα)παρίσταται.
«Μας απογοήτευσε το φως του λόγου
Ας επιστρέψουμε στο πάθος
Μοναδιαίος και απλός ο έρωτας
Ρουφάει τα είδη εντός του
Ένα ή δύο τα Εν
Πόσους θεούς να χωρέσεις σε μια ιδέα
Δεν στέκονται οι αλήθειες χωρίς μυστικισμό
Υπερτιμημένη η κατανόηση περιττή
Το βίωμα θα την υπερβεί
Όσες απαντήσεις αναζητήθηκαν στο Λόγο
Θα ανακαλυφθούν στη Φαντασία»
Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος τα πάντα γίνονται ερωτικά. Χωρίς άμυνες. Χωρίς μηχανισμούς επιφυλάξεων. Η συνύπαρξη είναι ερωτική. Το παιχνίδι του έρωτα. Πολλές φορές μπορεί να το ‘χουμε συνηθίσει σαν την απόλυτη ψευδαίσθηση, όμως εδώ μοιάζει πιο καθαρό, πιο τίμιο από ποτέ. Γιατί εδώ ο Ερηνάκης δεν εκφράζει τη φωνή που αποπλανείται από ένα φαντασιακό κι εξιδανικευμένο άλλο. Δεν εκφράζει τη φωνή που στρέφεται στο άλλο για να καλύψει τις δικές της ατέλειες. Εδώ, δεν υπάρχει εγώ. Το εγώ είναι εξίσου φαντασιακό και έλκει και έλκεται όπως το άλλο. Το παιχνίδι είναι αμοιβαίο. Κι έτσι δε μπορεί να ηττηθεί κανείς. Το επίπεδο στο οποίο λαμβάνει χώρο η συνάντηση είναι οι πληγές. Οι ήττες. Μόνο αυτές. Μέσα απ’ τα τραύματα μπαινοβγαίνει ο ένας στον άλλο. Καθαρά. Ελεύθερα. Με μια διαύγεια μελλοντικής μνήμης. Η τέλεια ανάμιξη. Αυτό που προκύπτει είναι ένα μοναδιαίο και μυθικό τέρας. Τόσο πληγωμένο, τόσο τρωτό που φαντάζει άτρωτο. Το σώμα φέρει τον πόνο. Τον σωματικοποιεί. Και μέσα απ’ τον πόνο που υπάρχει, γιατί έχει γίνει αισθητός, η αίσθηση μένει, εμμένει… γίνεται μια μυστικιστική περιπλάνηση στην αιωνιότητα και τον θάνατο. Αν αυτά τα δύο διαφέρουν.
«Μας χωρίζουν αυτές οι εκτάσεις γης
Μα είναι το βλέμμα σου που με εθίζει στα ταξίδια
Και αυτό το κομμάτι θάλασσα που μας σώζει πάντα
Μπαίνω στα βαθιά μα είναι μονάχα για να πάρω ανάσα
Μη φοβάσαι
Δε μπορεί να υπάρξει τρικυμία
Όταν χορεύουμε σηκωμένοι στα μάτια
Ο μόνος τρόπος να νικηθούμε
είναι από την ανία του θανάτου»
Ίσως πρόκειται για την πιο ώριμη ενότητα της συλλογής. Εδώ τα τοπία, οι φωνές έχουν συμφιλιωθεί με το παρόν, αλλά και με αυτό που έχει ήδη παρέλθει. Μοιάζουν να είναι φορείς μιας βαθιάς συνείδησης/συναίσθησης του ό,τι έχει υπάρξει. Χωρίς απωθημένα. Αυτό απαγορεύει στο παρόν να διαιωνίζεται. Οι αστερισμοί έχουν ολοκληρωθεί. Τα πάντα εκκολάπτονται σε μια συμπαντική μήτρα που δε μπορεί παρά να σπάει εορτάζοντας το φαινόμενο της (ανα)γέννησης. Η βιωμένη ζωή γίνεται ώθηση προς την Άνοιξη. Μια Άνοιξη, που δεν νοείται ως προορισμός. Αλλά σαν αλλαγή. Η Άνοιξη είναι η κίνηση που φέρει την κίνηση και την περιπλάνηση. Άλλωστε τα μοτίβα στην ποίηση του Ερηνάκη δεν είναι ποτέ στάσιμα. Δεν υπάρχουν στατικές μορφές. Είναι σκιές, είναι κραυγές, είναι ιδέες. Τα πάντα γίνονται τραύμα, και από εκεί συνείδηση που οδηγεί στη νέα γνώση. Ή για να είμαστε ακριβείς στη νέα αίσθηση. Κι αυτές οι νέες αισθήσεις εμποτίζουν την ατομική ύπαρξη και κατ’ επαγωγή το συμπαντικό ρυθμό. Σ’ ένα μοτίβο διαρκούς αναμόρφωσης. Διαρκούς αναπαραγωγής ενός θανάτου –ποτέ ίδιου- που διαταράσσει συνεχώς τις συμμετρίες μεταξύ των οργανικών και των ανόργανων τοπίων.
«Η έννοια του κύκλου με προβληματίζει ακόμα
Φοβάμαι όσα δημιουργήθηκαν ανά τους αιώνες
Η ισορροπία τους δηλώνει φθορά
Πως κατάντησε έτσι ο ήλιος
Μετράω τα νεκρά πράγματα στο δρόμο που ταξιδεύω
Ακουμπάω σε αρχαίες στιγμές
Πότε θα ξαναβρεθούμε σε αυτήν την πλευρά του θανάτου
Νιώθω τη μεγάλη αλλαγή να πλησιάζει
Θα κοιμηθώ μέχρι την Άνοιξη
Θα με συντροφεύουν τα λόγια της μνήμης»
Η
τελευταία ενότητα του βιβλίου φέρει τον τίτλο «δεν είμαι ακόμα έτοιμος
για όμορφες μέρες». Που σημαίνει, ακόμα κι αν έχω πεθάνει, ακόμα κι αν
πεθαίνω, δεν είμαι νεκρός. Γιατί κάπως έτσι μας βρίσκει η ομορφιά, ο
θάνατος, η ποίηση: απροετοίμαστους. Κι ακριβώς η αρχή αυτής της συνθήκης
–της μη προετοιμασίας- μας κάνει να περιπλανιόμαστε. Να περιπλανιόμαστε
έξω από τις βεβαιότητες και τους τρόπους που συνθέτουν τον εαυτό
μας. Να επεκτεινόμαστε ανακαλύπτοντας χειρονομίες και πρόσωπα ενός
όντος που δεν ανήκει σ’ εμάς, που δεν ανήκει σε κανέναν, και ανήκει σε
όλους. Μέσα από αυτή την ορμή, μέσα από αυτή την θέληση γινόμαστε άλλοι.
Γινόμαστε πολλοί μαζί. Που είναι ένας. Πασχίζοντας να ανταποκριθούμε
στο απόλυτο θαύμα της ομορφιάς –ακόμα κι αν δεν είναι όμορφη- που μας
περιβάλλει και που μας αποκαλύπτεται σε ανύποπτο χρόνο.
«Έλα να αράξεις στη σιωπή μας
Έχουμε μια τάση για πέταγμα
Μια μοιραία αδεξιότητα
Για πάντα νέοι
Γεννώντας ένα συγκεκριμένο ύφος
Αναλωθήκαμε στο κενό
Κάτι δεν πάει καλά
Στην ελευθερία της αποτυχίας
Η υπερβολική κόπωση συνεχίζει
Να σημαίνει ακραία θέληση
Η λευκή θεά βοηθάει
Η έννοια της συνέχειας παραμένει
Αδυναμία ενστίκτου»
Συνολικά η ανάγνωση του «όσα πέφτει η σκιά» είναι μια ασύγκριτη εμπειρία. Πρόκειται για μυσταγωγία. Μύηση χωρίς μύηση. Σε κάτι Διονυσιακό. Λέω, όμως, Διονυσιακό, και ήδη παραπεμπόμαστε σε μια σημασία, ή ακριβέστερα σε κάτι που έχουμε παραδεχτεί. Χωρίς ιδία μετοχή. Η ποίηση του Νίκου είναι κάτι άλλο, είναι μια εμπειρία μετοχής, σε κάτι που είναι Διονυσιακό, και δεν το γνωρίζουμε, και που μόλις μας αποκαλύπτεται. Γιατί οι στίχοι του Ερηνάκη επιτίθενται και καταργούν κάθε γνώση εξ’ αποστάσεως. Επιτίθενται σ’ όλα αυτά που νομίζοντας ότι τα γνωρίζουμε, δε μπορούμε, πια, να τα αισθανθούμε. Παιδική αμνησία το προνόμιο των τυφλών. Οι στίχοι του Ερηνάκη συνθέτουν την προοπτική του βιώματος. Του οτιδήποτε μπορεί να βιωθεί. Και που δεν καταργείται, παρά ενσαρκώνεται, με το διαρκές βίωμα και την ακόρεστη αισθητηριακή συμμετοχή. Γιατί η ποίηση του Ερηνάκη ολοκληρώνεται σ’ αυτό το υπερβατικό βίωμα: Στην ενσάρκωση όλων των δυνατών τοπίων του θανάτου και ταυτόχρονα στην ολική χειραφέτηση από τη γνώση, τη συνήθεια, την εξοικείωση και τον κανόνα.
Και σ’ αυτό το σημείο θα ήταν μια ασυγχώρητη παράβλεψη να μην αναφερθώ στο συγκρότημα Die Haken με το οποίο ο Νίκος εδώ και χρόνια μελοποιεί πληθώρα των λεκτικών σχεδιασμάτων του. Πέραν του αποτελέσματος της μελοποίησης, το οποίο είναι πρωτοφανές, αλλά δε θα αναφερθώ περεταίρω σ’ αυτό το κείμενο, μπορείς να διακρίνεις τις «ωφέλειες» στο λόγο του Νίκου από αυτή την σύμπραξη. Καθώς η μουσική και ο λόγος υπάρχουν αδιαίρετα. Ο ήχος και ο στίχος, ή καλύτερα, αυτό που γεννάει τον στίχο και τον ήχο, μοιάζει να εκπορεύεται από πριν σε μια κοινή μήτρα. Ή σε ένα κοινό χάος. Το κοινό, μοναδιαίο Χάος. Οι στίχοι πλέον, αν και άμετροι, λειτουργούν με μια πρωτοφανή εσωτερική μουσικότητα. Εκπορεύονται απ’ ένα βαθύ σκοτάδι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τον χρόνιο θάλαμο του ό,τι μπορεί να ενέχει ήχο. Του ό,τι μπορεί να προκαλεί φωνή. Κι αυτή η εσωτερική πτυχή της μουσικής, ή της μουσικότητας, ή της αίσθησής της, διαποτίζει και προκαλεί τις φωνές, τις συντροφεύει μες τη φωτιά, κι στον μυσταγωγικό πόνο του θανάτου. «ανάμεσα σε όλα πέφτει η σκιά»: Θρησκεία των καταραμένων.
Κλείνοντας, η ποιητική συλλογή, στο σύνολό της, κερδίζει ένα εξαιρετικά μεγάλο στοίχημα. Αφ’ ενός, με χαρακτηριστική άνεση επιτυγχάνει να ανανεώνει, την κατά γενική ομολογία, χαμένη παρτίδα του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Και αφ’ ετέρου, επιτυγχάνει κάτι που θα φάνταζε –και φαντάζει- ακατόρθωτο. Να εμπνέει εμπιστοσύνη. Μια καθολική εμπιστοσύνη. Όχι εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχουμε -αυτό παρατίθεται ετοιμόρροπο- αλλά μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στο ότι μπορούμε να υπάρξουμε… Η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον.
«Δεν μας ενδιαφέρει τι υπάρχει
Παρά μόνο αυτό που μπορεί να υπάρξει»
[ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά]
4 καθαρές φωνές, 4 σφυροκοπήματα
Πλέον, μπορεί να μην είναι δύσκολο να γράφονται εξαιρετικά ποιήματα. Αλλά μοιάζει πιο δύσκολο από ποτέ να γράφονται ολοκληρωμένες ποιητικές συλλογές. Αυθεντικές ποιητικές φωνές, απογυμνωμένες. Καθαρές. Μια τέτοια είναι η ποιητική συλλογή του Νίκου Ερηνάκη με τίτλο «ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά». Μια ποιητική συλλογή, που όμοια της, τουλάχιστον όσον αφορά τη σύγχρονη ποίηση, δε θυμάμαι να ‘χω διαβάσει. Η ποιητική συλλογή ξεδιπλώνεται σε τέσσερις ενότητες.
α. [η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον]
«η αποκάλυψη προηγείται των πάντων»
Εδώ οι φωνές, οι στίχοι, οι λέξεις, τα ερείπια αποτελούν βακχικό σύρσιμο σ’ ένα τοπίο που αποκαλύπτεται και που δεν έχει αποκαλυφθεί. Αφού δεν έχει κατακτηθεί. Αυτό που μπορεί να υπάρξει, κι αποκαλύπτεται, ασκεί μια τεράστια ένταση συγκριτικά με αυτό που έχει ήδη υπάρξει. Γιατί αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει παρελθόν. Δεν ανακτάται μέσα από τη γνώση ή από κάποια στατική μνήμη. Αυτό που μπορεί να υπάρξει δεν έχει χρόνο. Κυοφορείται σε μια άβυσσο άχρονη. Η αποκάλυψη συντελείται ακαριαία, χωρίς ορατότητα, χωρίς γεγονός, μέσα από μια αίσθηση που δε μπορεί να περιγραφεί. Κάτι σαν ύπνωση. Αίσθηση και φαντασία μαζί. Φαντασία σε όλους τους χρόνους. Εδώ η φαντασία δε νοείται σαν υπερβατικό άλμα. Αλλά σαν εσωτερικό σπάραγμα, αυτού που είναι ζωντανού, ζωντανού από πάντα, συνυφασμένου με τη δομική ουσία του ονείρου και του σκότους, που δε μπορεί κι ούτε χρειάζεται να οριοθετηθεί, άρρηκτα συνδεδεμένου με τη σιωπή. Συμ-βίωση με αυτό που υπάρχει, και υπάρχει χωρίς να (ανα)παρίσταται.
«Μας απογοήτευσε το φως του λόγου
Ας επιστρέψουμε στο πάθος
Μοναδιαίος και απλός ο έρωτας
Ρουφάει τα είδη εντός του
Ένα ή δύο τα Εν
Πόσους θεούς να χωρέσεις σε μια ιδέα
Δεν στέκονται οι αλήθειες χωρίς μυστικισμό
Υπερτιμημένη η κατανόηση περιττή
Το βίωμα θα την υπερβεί
Όσες απαντήσεις αναζητήθηκαν στο Λόγο
Θα ανακαλυφθούν στη Φαντασία»
β. [θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο
θάνατος μοιάζει πιο εύκολος]
«Ποιος αρχαίος θεός σε νίκησε στα όνειρα
Και σηκώθηκες με αυτή τη γεύση ήττας»
Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος τα πάντα γίνονται ερωτικά. Χωρίς άμυνες. Χωρίς μηχανισμούς επιφυλάξεων. Η συνύπαρξη είναι ερωτική. Το παιχνίδι του έρωτα. Πολλές φορές μπορεί να το ‘χουμε συνηθίσει σαν την απόλυτη ψευδαίσθηση, όμως εδώ μοιάζει πιο καθαρό, πιο τίμιο από ποτέ. Γιατί εδώ ο Ερηνάκης δεν εκφράζει τη φωνή που αποπλανείται από ένα φαντασιακό κι εξιδανικευμένο άλλο. Δεν εκφράζει τη φωνή που στρέφεται στο άλλο για να καλύψει τις δικές της ατέλειες. Εδώ, δεν υπάρχει εγώ. Το εγώ είναι εξίσου φαντασιακό και έλκει και έλκεται όπως το άλλο. Το παιχνίδι είναι αμοιβαίο. Κι έτσι δε μπορεί να ηττηθεί κανείς. Το επίπεδο στο οποίο λαμβάνει χώρο η συνάντηση είναι οι πληγές. Οι ήττες. Μόνο αυτές. Μέσα απ’ τα τραύματα μπαινοβγαίνει ο ένας στον άλλο. Καθαρά. Ελεύθερα. Με μια διαύγεια μελλοντικής μνήμης. Η τέλεια ανάμιξη. Αυτό που προκύπτει είναι ένα μοναδιαίο και μυθικό τέρας. Τόσο πληγωμένο, τόσο τρωτό που φαντάζει άτρωτο. Το σώμα φέρει τον πόνο. Τον σωματικοποιεί. Και μέσα απ’ τον πόνο που υπάρχει, γιατί έχει γίνει αισθητός, η αίσθηση μένει, εμμένει… γίνεται μια μυστικιστική περιπλάνηση στην αιωνιότητα και τον θάνατο. Αν αυτά τα δύο διαφέρουν.
«Μας χωρίζουν αυτές οι εκτάσεις γης
Μα είναι το βλέμμα σου που με εθίζει στα ταξίδια
Και αυτό το κομμάτι θάλασσα που μας σώζει πάντα
Μπαίνω στα βαθιά μα είναι μονάχα για να πάρω ανάσα
Μη φοβάσαι
Δε μπορεί να υπάρξει τρικυμία
Όταν χορεύουμε σηκωμένοι στα μάτια
Ο μόνος τρόπος να νικηθούμε
είναι από την ανία του θανάτου»
Γ. [η λάμψη θα μας συναντήσει όπως χορεύεις την κραυγή]
«Μια ελευθερία πιο ελεύθερη μας αναζητάει»
«Μια ελευθερία πιο ελεύθερη μας αναζητάει»
Ίσως πρόκειται για την πιο ώριμη ενότητα της συλλογής. Εδώ τα τοπία, οι φωνές έχουν συμφιλιωθεί με το παρόν, αλλά και με αυτό που έχει ήδη παρέλθει. Μοιάζουν να είναι φορείς μιας βαθιάς συνείδησης/συναίσθησης του ό,τι έχει υπάρξει. Χωρίς απωθημένα. Αυτό απαγορεύει στο παρόν να διαιωνίζεται. Οι αστερισμοί έχουν ολοκληρωθεί. Τα πάντα εκκολάπτονται σε μια συμπαντική μήτρα που δε μπορεί παρά να σπάει εορτάζοντας το φαινόμενο της (ανα)γέννησης. Η βιωμένη ζωή γίνεται ώθηση προς την Άνοιξη. Μια Άνοιξη, που δεν νοείται ως προορισμός. Αλλά σαν αλλαγή. Η Άνοιξη είναι η κίνηση που φέρει την κίνηση και την περιπλάνηση. Άλλωστε τα μοτίβα στην ποίηση του Ερηνάκη δεν είναι ποτέ στάσιμα. Δεν υπάρχουν στατικές μορφές. Είναι σκιές, είναι κραυγές, είναι ιδέες. Τα πάντα γίνονται τραύμα, και από εκεί συνείδηση που οδηγεί στη νέα γνώση. Ή για να είμαστε ακριβείς στη νέα αίσθηση. Κι αυτές οι νέες αισθήσεις εμποτίζουν την ατομική ύπαρξη και κατ’ επαγωγή το συμπαντικό ρυθμό. Σ’ ένα μοτίβο διαρκούς αναμόρφωσης. Διαρκούς αναπαραγωγής ενός θανάτου –ποτέ ίδιου- που διαταράσσει συνεχώς τις συμμετρίες μεταξύ των οργανικών και των ανόργανων τοπίων.
«Η έννοια του κύκλου με προβληματίζει ακόμα
Φοβάμαι όσα δημιουργήθηκαν ανά τους αιώνες
Η ισορροπία τους δηλώνει φθορά
Πως κατάντησε έτσι ο ήλιος
Μετράω τα νεκρά πράγματα στο δρόμο που ταξιδεύω
Ακουμπάω σε αρχαίες στιγμές
Πότε θα ξαναβρεθούμε σε αυτήν την πλευρά του θανάτου
Νιώθω τη μεγάλη αλλαγή να πλησιάζει
Θα κοιμηθώ μέχρι την Άνοιξη
Θα με συντροφεύουν τα λόγια της μνήμης»
δ. [δεν είμαι ακόμα έτοιμος για όμορφες μέρες]
«Είναι
πάντα άσχημο να βλέπεις κάποιον να πεθαίνει όταν δεν το περιμένει»
«Έλα να αράξεις στη σιωπή μας
Έχουμε μια τάση για πέταγμα
Μια μοιραία αδεξιότητα
Για πάντα νέοι
Γεννώντας ένα συγκεκριμένο ύφος
Αναλωθήκαμε στο κενό
Κάτι δεν πάει καλά
Στην ελευθερία της αποτυχίας
Η υπερβολική κόπωση συνεχίζει
Να σημαίνει ακραία θέληση
Η λευκή θεά βοηθάει
Η έννοια της συνέχειας παραμένει
Αδυναμία ενστίκτου»
Συνολικά η ανάγνωση του «όσα πέφτει η σκιά» είναι μια ασύγκριτη εμπειρία. Πρόκειται για μυσταγωγία. Μύηση χωρίς μύηση. Σε κάτι Διονυσιακό. Λέω, όμως, Διονυσιακό, και ήδη παραπεμπόμαστε σε μια σημασία, ή ακριβέστερα σε κάτι που έχουμε παραδεχτεί. Χωρίς ιδία μετοχή. Η ποίηση του Νίκου είναι κάτι άλλο, είναι μια εμπειρία μετοχής, σε κάτι που είναι Διονυσιακό, και δεν το γνωρίζουμε, και που μόλις μας αποκαλύπτεται. Γιατί οι στίχοι του Ερηνάκη επιτίθενται και καταργούν κάθε γνώση εξ’ αποστάσεως. Επιτίθενται σ’ όλα αυτά που νομίζοντας ότι τα γνωρίζουμε, δε μπορούμε, πια, να τα αισθανθούμε. Παιδική αμνησία το προνόμιο των τυφλών. Οι στίχοι του Ερηνάκη συνθέτουν την προοπτική του βιώματος. Του οτιδήποτε μπορεί να βιωθεί. Και που δεν καταργείται, παρά ενσαρκώνεται, με το διαρκές βίωμα και την ακόρεστη αισθητηριακή συμμετοχή. Γιατί η ποίηση του Ερηνάκη ολοκληρώνεται σ’ αυτό το υπερβατικό βίωμα: Στην ενσάρκωση όλων των δυνατών τοπίων του θανάτου και ταυτόχρονα στην ολική χειραφέτηση από τη γνώση, τη συνήθεια, την εξοικείωση και τον κανόνα.
Και σ’ αυτό το σημείο θα ήταν μια ασυγχώρητη παράβλεψη να μην αναφερθώ στο συγκρότημα Die Haken με το οποίο ο Νίκος εδώ και χρόνια μελοποιεί πληθώρα των λεκτικών σχεδιασμάτων του. Πέραν του αποτελέσματος της μελοποίησης, το οποίο είναι πρωτοφανές, αλλά δε θα αναφερθώ περεταίρω σ’ αυτό το κείμενο, μπορείς να διακρίνεις τις «ωφέλειες» στο λόγο του Νίκου από αυτή την σύμπραξη. Καθώς η μουσική και ο λόγος υπάρχουν αδιαίρετα. Ο ήχος και ο στίχος, ή καλύτερα, αυτό που γεννάει τον στίχο και τον ήχο, μοιάζει να εκπορεύεται από πριν σε μια κοινή μήτρα. Ή σε ένα κοινό χάος. Το κοινό, μοναδιαίο Χάος. Οι στίχοι πλέον, αν και άμετροι, λειτουργούν με μια πρωτοφανή εσωτερική μουσικότητα. Εκπορεύονται απ’ ένα βαθύ σκοτάδι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τον χρόνιο θάλαμο του ό,τι μπορεί να ενέχει ήχο. Του ό,τι μπορεί να προκαλεί φωνή. Κι αυτή η εσωτερική πτυχή της μουσικής, ή της μουσικότητας, ή της αίσθησής της, διαποτίζει και προκαλεί τις φωνές, τις συντροφεύει μες τη φωτιά, κι στον μυσταγωγικό πόνο του θανάτου. «ανάμεσα σε όλα πέφτει η σκιά»: Θρησκεία των καταραμένων.
Κλείνοντας, η ποιητική συλλογή, στο σύνολό της, κερδίζει ένα εξαιρετικά μεγάλο στοίχημα. Αφ’ ενός, με χαρακτηριστική άνεση επιτυγχάνει να ανανεώνει, την κατά γενική ομολογία, χαμένη παρτίδα του σύγχρονου ποιητικού λόγου. Και αφ’ ετέρου, επιτυγχάνει κάτι που θα φάνταζε –και φαντάζει- ακατόρθωτο. Να εμπνέει εμπιστοσύνη. Μια καθολική εμπιστοσύνη. Όχι εμπιστοσύνη στο ότι υπάρχουμε -αυτό παρατίθεται ετοιμόρροπο- αλλά μια ακλόνητη εμπιστοσύνη στο ότι μπορούμε να υπάρξουμε… Η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον.
«Δεν μας ενδιαφέρει τι υπάρχει
Παρά μόνο αυτό που μπορεί να υπάρξει»
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
Nymphomaniac
Σκηνοθεσία: Lars von Trier
Παραγωγή: Denmark / Germany / France / Belgium England / 2013
Διάρκεια: 241’
Στην τελευταία και πολυσυζητημένη ταινία του Lars von Trier, το Nymphomaniac ή τα Nymphomaniac για να είμαστε συνεπείς με τους εμπορικούς όρους, δεν υπάρχει τίποτα το προκλητικό και τίποτα το σοκαριστικό. Τίποτα, αν εξαιρέσεις τη διάθεση της παραγωγής και των μέσων προώθησης να προκαλέσουν προκαταβολικά την κοινή αντίληψη. Αν εξαιρέσεις την (δικαιολογημένη) περιπαικτική εμμονή του Lars von Trier να λοιδορεί τον θεατή ως μάζα, ως έννοια. Άλλωστε ο νέο-άνθρωπος προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Παντοδύναμος και ηλίθιος. Ατομιστής και μόνος. Ορθολογιστής και προκατειλημμένος.
Στον αστικό πολιτισμό ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει να έχει φτιάξει μια περίεργη σχέση με τον χρόνο και τη ζωή του. Με την καθημερινότητά του. Μια κάπως ορθολογιστική σχέση. Ακριβέστερα, μοιάζουμε να ζούμε, όχι για να υπάρξουμε μέσα στη στιγμή που ζούμε, αλλά από απόσταση, ούτως ώστε να μπορούμε να κρίνουμε, να αναλύουμε, να αξιολογούμε, να επικρίνουμε αυτό που ζούμε, τη στιγμή που το ζούμε καθώς και ό,τι αυτό εμπεριέχει. Ζούμε δηλαδή, χωρίς να ζούμε, για να αναλύουμε αυτό που ζούμε. Μόνο αυτό εξημερώνει τις φοβίες μας, αλλά παράλληλα τις τρέφει κιόλας. Σκέτη ορθολογική διαστροφή. Αυτή τη διαστροφή, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, απενεργοποιεί ο Trier στο Nymphomaniac. Και την απενεργοποιεί διότι έχει χτίσει την ταινία με τέτοιον τρόπο που είναι σαν, παράλληλα με την ιστορία, να παρατίθεται και το commentary της ιστορίας. Και μάλιστα, αυτό που αποκαλώ commentary, παρατίθεται εντός της αφήγησης της ταινίας, σχεδόν αντανακλαστικά, εντελώς ενσωματωμένα, χωρίς να παράγει μία διανοητική ή μία δοκιμιακή ταινία, χωρίς να παράγει μια δεύτερη ταινία, χωρίς να επιβραδύνεται στο ελάχιστο η αφηγηματική ροή. Έτσι, το αυτό-αναλυόμενο Nymphomaniac απενεργοποιεί σε μεγάλο βαθμό τον σύγχρονο θεατή. Ή τουλάχιστον του αφαιρεί, κατά μία έννοια, τον πιο οικείο τρόπο ύπαρξης.
Αποτέλεσμα του φιλάρεσκου διανοητικού αυνανισμού, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, είναι η παραγωγή πεποιθήσεων, οι οποίες μες στην κοινωνική μήτρα παράγουν ακλόνητες έννοιες, απαράβατα όρια και αποδεκτές συμπεριφορές που σε γενικές γραμμές αποτελούν και τις ρυθμιστικές αρχές κάθε «πολιτισμού». Ό,τι εκτείνεται έξω από αυτές τις περιοχές, ακόμα και σήμερα, αποτελεί έννοια ταμπού. Γκρίζα, απαγορευμένη περιοχή. Σκόπιμα, ο Lars von Trier υφαίνει με αυτές τις περιοχές τον δραματουργικό ιστό της ταινίας του. Με θέματα όπως ο γυναικείος οργασμός, η σεξουαλική πράξη ανεξάρτητα από συναισθηματισμούς, η ηδονή της ερωτικής βίας και φυσικά η νυμφομανία. Σκόπιμα, όχι για να προκαλέσει ή να ερεθίσει, όσο για να καταδείξει την κοινωνική υποκρισία που καθιστά τις παραπάνω έννοιες ως ταμπού, παρά το γεγονός ότι τις συναντάμε καθημερινά, ή ακόμα, τις αισθανόμαστε καθαρά και οι ίδιοι. Άλλωστε, η κοινωνική υποκρισία στις σύγχρονες κοινωνίες παρουσιάζεται και αυτολεξεί δια του στόματος της Charlotte Gainsbourg ως η καταπιεστική παρέμβαση του ατόμου ώστε να εξαλείψει από πάνω του επιθυμίες που θεωρούνται «παράνομες», ή στο άλλο άκρο, η επινόηση τρόπων, στρατηγικών και πρακτικών που νομιμοποιούν την ικανοποίηση κοινωνικά επικριτέων επιθυμιών.
Στον πυρήνα του, το Nymphomaniac, είναι άλλη μια ταινία στη φιλμογραφία του Δανού auteur, που καταπιάνεται με το θέμα της κοινωνικής υποκρισίας. Ίσως πιο ψυχαναλυτικά από κάθε άλλη φορά. Μια ταινία που αναχαιτίζει τη διανοητική μανία που προκύπτει από συμπλέγματα φόβων, τα οποία ανακυκλώνονται διαρκώς. Το Nymphomaniac έρχεται να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον άνθρωπο. Τον παιδεραστή με τον ιερέα. Τον νυμφομανή με τον παρθένο. Τον δολοφόνο με τον άγιο, κ.ο.κ. Κι έρχεται να τους συμφιλιώσει, όχι προς χάριν κάποιας πρακτικής αναγκαιότητας της συνύπαρξης. Κάθε άλλο. Απλά αναγνωρίζει πως όλα τα παραπάνω προφίλ ανθρώπου, και άπειρα άλλα, πηγάζουν απ’ το εσωτερικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Και συνεπώς, αφού τα αισθανόμαστε, αφού είμαστε οι αυθόρμητοι φορείς τους, το δικαίωμά μας στη ζωή, εξαρτάται από τη νομιμοποίηση κάθε εσωτερικής πτυχής του Ανθρώπου. Ανθρωπίνων πτυχών που οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε, να εξωτερικεύουμε και να κοινωνούμε χωρίς διακρίσεις. Ακόμα και να τις ενθαρρύνουμε. Δίνοντας χώρο στο χάος. Δίνοντας χώρο στην άβυσσο. Δίνοντας χώρο στο να υπάρξει ό,τι μπορεί να υπάρξει, και όχι μονάχα ό,τι επιτρέπουμε.
Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014
Nebraska
Σκηνοθεσία: Alexander Payne
Παραγωγής: Usa / 2013
Διάρκεια: 115'
Παραγωγής: Usa / 2013
Διάρκεια: 115'
Αυτός πέφτει στις ράγες με το κεφάλι, όταν το τρένο δεν είναι εκεί. Αλλά για να υπάρχουν ράγες, θα υπάρχει τρένο. Και που δεν πάει πουθενά, και που δεν υπάρχουν προορισμοί, είναι λόγος αυτός να μην παίρνουμε την κούρσα;
Ηλικιωμένος άντρας στα πρόθυρα του αλτσχάιμερ, ανήμπορος κι αλκοολικός, λαμβάνει λαχειοφόρο κουπόνι, απ’ τη γενέτειρα του, που τον ειδοποιεί για αμύθητα κέρδη. Σκέτη απάτη δηλαδή. Ο άντρας όμως θέλει τα λεφτά. Ο άντρας θέλει τα λεφτά. Θέλει να αγοράσει αποσυμπιεστή. Κι ας μην τον χρησιμοποιεί. Θέλει να αγοράσει φορτηγάκι. Κι ας μην μπορεί να οδηγήσει. Ή ίσως θέλει να πάει απλά στη γενέτειρα Νεμπράσκα. Ο ένας εκ των υιών, πληροφορείται το γεγονός. Αντιλαμβάνεται την κομπίνα. Ο λαχνός είναι τόσο γνήσιος όσο γνήσια είναι τα χρήματα της Μονόπολης. Δεν πειράζει. Προθυμοποιείται να οδηγήσει τον πατέρα του τα πιο ανούσια, σχεδόν χίλια, μίλια για να εισπράξει την αμοιβή που δεν υπάρχει.
Μοντάνα-Νεμπράσκα. Μια διαδρομή στις Δυτικές περιφέρειες της Αμερικής. Ένα road movie στο ίσιωμα της Αμερικάνικης ματαιότητας. Ο Alexander Payne εδώ κάνει μια ωδή στη ματαιότητα. Όχι θρήνο. Ωδή. Είναι οξύμωρες όλες αυτές οι ταινίες που γίνονται ένα κουβάρι δραματικότητας για να διαδηλώσουν με στόμφο περί της ματαιότητας των πάντων. Η ματαιότητα εκμηδενίζει/ακυρώνει οποιονδήποτε ισχυρισμό. Ο Alexander Payne μοιάζει να το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Να το αποδέχεται. Δέχεται τη ματαιότητα. Την απαράμιλλη ισχύ της, που αφαιρεί το βάρος από τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τις καταστάσεις. Έτσι, μέσα στον αβαρή χωρο-χρόνο μπορείς μονάχα να υπάρχεις. Κι όσο ο σκοπός, οι επιδιώξεις, οι προδιαθέσεις απενεργοποιούνται, ίσως απλά επιτυγχάνεις να προσχωρείς σ’ ένα πιο γοητευτικό στάδιο της ύπαρξης. Δηλαδή όχι στάδιο. Δηλαδή την ύπαρξη αυτή καθ’ αυτή.
Έτσι οι φιγούρες, παρατηρούνται εδώ μέσα σ’ ένα λεπτό απόχρωμα αβρότητας. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και οι αργοί κινηματογραφικοί χρόνοι φτιάχνουν ένα ονειρώδες περιβάλλον αλκοολικής νηφαλιότητας. Οι φιγούρες μέσα σ’ αυτό παρίστανται: ελκυστικές, γοητευτικές, τραγικές, πολύ τραγικές, ροζιασμένες. Μέσα στην ολική ανημπόρια τους. Αλλά εσύ κολλάς με τις ξεβαμμένες. Αυτές που αγαπιούνται. Αυτές που αγαπιούνται βαθιά, κι ούτε που χρειάζεται να το εκφράσουν, ούτε να το εκδηλώσουν. Ούτε καν να το θυμούνται, ή να καταβάλλουν κάποια προσπάθεια για αυτό. Οι υπόλοιπες φιγούρες απλά εκτίθενται. Μέσα σε χειρονομίες άγριες. Βλέμματα βλοσυρά. Τρόπους πεινασμένους, μη συμφιλιωμένους με την άπνοια. Άνθρωποι που φυτεύονται σε χωράφια που κάποτε φύτρωναν τρυφερά λάχανα. Λάχανα που μεταμορφώνονται σ’ αγριόχορτα, χωρίς περιποίηση, καθώς ψάχνουν για θησαυρούς εκεί που δεν υπάρχει παρά μόνο χώμα.
Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014
Η αιώνια επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά
Παραγωγή: Ελλάδα / Τσεχία
Διάρκεια: 88’
Η ταινία πραγματεύεται την εξαφάνιση διάσημου τηλεπαρουσιαστή με το όνομα Αντώνης Παρασκευάς, η οποία λαμβάνει χώρο σε μια Ελλάδα με εκκλησίες με σκαλωσιές. Στην Ελλάδα του πυκνοκατοικημένου αστικού κέντρου και των απέραντων υποανάπτυκτων γεωργικών εκτάσεων. Σε μια Ελλάδα όπου η Μενεγάκη στα τέσσερα χτυπάει ένα εκατομμύριο views. Σε μια Ελλάδα όπου η πρωτοχρονιά είναι ταυτισμένη με πυροτεχνήματα, πλατείες, Ακρόπολη και ευχές με make-up. Σε μια Αθήνα που δίνει 12 πόντους σε ταλαντούχο 70χρονο τραγουδιστή από την Κύπρο. Σε μια Ελλάδα που οι πάντες χαϊδεύουν την κωλοτρυπίδα τους για αναγνώριση και δημοσιότητα. Σε μια Ελλάδα που η εξαφάνιση ενός δημόσιου προσώπου δύναται να αποτελεί κείμενο κομβικής λαϊκής συγκίνησης.
Σ’ αυτή την Ελλάδα η χρόνια εξαφάνιση του Αντώνη Παρασκευά εξυπηρετεί άκρως περισσότερους σκοπούς από την ακαριαία επανεμφάνισή του. Καθώς όσο παραμένει αγνοούμενος, τόσο κλιμακώνεται και εντείνεται η προσδοκία και η αναμονή για την επανεμφάνιση. Όπως και να το κάνεις, η εξαφάνισή του πουλάει. Συμφέρει σε μάκρος. Αυτό το μπαλόνι της σύγχρονης ελληνικής κενότητας έρχεται να σπάσει με θόρυβο η Ελίνα Ψύκου κρατώντας μια χειρουργική βελόνα. Έστω κι αν αυτή η βελόνα έχει ήδη ξαναχρησιμοποιηθεί. Έστω κι αν αυτή η ελληνική πραγματικότητα έχει ήδη παρέλθει. Που όμως ακόμα κι αν έχει παρέλθει μοιάζει να μην παρέρχεται.
Στην αντίπερα όχθη, πέρα από τη συλλογική μιζέρια και παρακμή, η ταινία παρατηρεί εντυπωσιακά την ατομική ευθύνη και τον σφιχτό εναγκαλισμό μιας σειράς ψεμάτων που συνθέτουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Καθώς η μονάδα, ο άνθρωπος, το άτομο επιδεικνύει μια θρησκευτική πειθαρχία σε σκηνοθεσίες και συνομωσίες που θεωρεί ότι μπορούν να το ωφελήσουν. Το άτομο είναι διατεθειμένο να διαπραγματευτεί με τους πιο εκμηδενιστικούς όρους την επιβίωσή του, το παρόν της ζωής, μόνο και μόνο με την προσδοκία μιας κάλπικης μελλοντικής ανταμοιβής. Η μοναξιά και η απομάκρυνση μεταμορφώνει τη ροή της ζωής σε μια ψευδαίσθηση ατομικιστικής εκπλήρωσης. Η ματαιοδοξία χαϊδεύεται με τις αυταπάτες.
Εν τέλει, η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά αποτελεί μια ηχηρή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ένα πραγματικό κινηματογραφικό αξιοσημείωτο, αν ανά σημεία επιδείκνυε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, χωρίς να στρέφεται τόσο εξόφθαλμα για βοήθεια στον κινηματογράφο του Λάνθιμου ή και σ’ αυτόν της Λάμψης του Κιούμπρικ ακόμα. Κι αφού υπέπεσα στο παιχνίδι των αναφορών, θα ήθελα να σημειώσω άλλη μια ταινία, το A fost sau n-a fost? του Corneliu Porumboiu, με το οποίο συγγενεύουν πηγαία, και μοιράζονται μια αιχμηρή ματιά στο Βαλκάνιο τραύμα της χαμηλής ατομικής αυτοεκτίμησης, που αμυντικά οδηγεί στην επιδίωξη της «μεγάλης ιδέας».
Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014
Inside Llewyn Davis
Σκηνοθεσία: Ethan Coen-Joel Coen
Παραγωγής: Usa / France / 2013
Διάρκεια: 104’
Αμερική των 60s. Νέα Υόρκη των 60s. Άνθρωποι τραμπαλοχαρούληδες. Που επιζητούν με κάθε τρόπο τη βολικότητα, την άνεση, τον εφησυχασμό. Έστω διάκοσμος η φολκ μουσική. Σε κάτι που συγγενεύει έντονα με την υπόγεια ανασφάλεια/τρομοκρατία/εφιάλτη του Master του Paul Thomas Anderson, αν τα τυλίξεις σε γκοφρέ χαρτί.
Ο πρωταγωνιστής του τίτλου, ο Llewyn Davis(Oscar Isaac) παίζει φολκ μουσική. Στην ουσία παίζει φολκ μουσική επειδή σ’ αυτή την ταινία δε μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο απ’ το να παίζεις φολκ. Η καλλιτεχνική βιωσιμότητα εξαρτάται από τη φολκ. Δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί, αλλά ούτε να το αμφισβητήσεις. Τάσεις, αρρώστια όλων των εποχών. Όσο για το καλλιτεχνική … τρόπος του λέγειν, για τα προσχήματα. Πώς μπορεί κάτι να φέρει τέχνη, όταν είναι αποξενωμένο από εσένα, και απλά ακολουθεί μια επιβολή, έναν κανόνα;
Κατά τ’ άλλα ο Llewyn Davis είναι ένας χνουδωτός, απένταρος, γκαφατζής, μποέμ τύπος. Ιδανικός δηλαδή για τους Coen. Για γαργάλημα με μαύρο πινέλο στις πατουσίτσες. Αλλά και σα χρήση ξεσκονόπανου, μαύρο, που γαργαλάει ό,τι αγγίζει. Συν τοις άλλοις, όμως, ο Llewyn Davis έχει ένα ελάττωμα. Βρίσκεται μπροστά από την εποχή του. Κάτι που σημαίνει αποξένωση, περιθωριοποίηση, μοναξιά. Και μπορείς να αντιληφθείς το μέγεθος όλων των παραπάνω, αν αναλογιστείς ότι το ισχυρότερο κι αμοιβαίο βλέμμα κατανόησης και συμπόνιας το αποσπά και το απευθύνει σε μια γάτα, σε μια απάτητη ερημιά, στη βαθιά νύχτα, στην καρδιά του χειμώνα...
Labels:
2013,
ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΩΝ,
Ethan Coen,
Joel Coen
Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013
La grande bellezza
Σκηνοθεσία: Paolo Sorentino
Παραγωγή: Italy / France / 2013
Διάρκεια: 142'
Η τέλεια ομορφιά του Πάολο Σορεντίνο είναι μια όμορφη πόλη.
Η πόλη των ανθρώπων. Ανθρώπων αδύναμων. Ανθρώπων γοητευτικών. Ανθρώπων
σαρκαστικών. Τυχοδιώκτων. Ανθρώπων σπλαχνικών. Κυνικών. Ανθρώπων πληγωμένων. Ερωτικών. Ανθρώπων εύθραυστων.
Ανθρώπων, κυρίως, ματαιόδοξων. Που μπορούν να αφιερώσουν ολόκληρη τη ζωή τους για
να χτίσουν μια κοσμική εικόνα που θα τους εξασφαλίσει μια θέση ανυψωμένη στην
κοινή αντίληψη. Μια θέση διαχωρισμένη από τη γενικευμένη μετριότητα. Όμως
όταν τα φώτα σβήνουν, και η γιορτή των μεταμφιεσμένων φτάνει στο πέρας της, τα
ρούχα και τα φτιασίδια επανατοποθετούνται προσεκτικά στη ντουλάπα. Τα ψέματα,
οι ψευδαισθήσεις αποκαλύπτονται. Οι συγκριτικές κλίμακες καταργούνται. Στην
ιδιωτική του κάμαρη ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με την ατομική απόγνωση, με
την απελπισία. Εφιάλτες που ηχούν εκκωφαντικά. Τρομακτικά εκκωφαντικά. Οι
πληγές μένουν ξεσκέπαστες. Ορθάνοικτες. Τις παρατηρείς. Κρυφά μπορεί και να τις
αγαπήσεις. Μια μυστική απόλαυση. Είναι οι ρίζες σου.
Και η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του Σορεντίνο, που τόσο έχει
κατακριθεί για επιδεικτική διάθεση στο παρελθόν, εδώ είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος για να διεισδύσει στην περιπάθεια της ανθρώπινης ψυχής. Σ’ αυτό τον
ομιχλώδη θάλαμο. Όπου η εγωτική φλυαρία και η ατομική πανωλεθρία δεν απέχουν
όσο υπαινίσσονται οι λέξεις, αλλά ενυπάρχουν άρρηκτα και ταυτοχρονικά στην ψίχα
του ανθρώπινου υλικού.
Ο άνθρωπος απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει ένα προσωπικό μερτικό στο παγκόσμιο φορτίο της θλίψης. Αυτό μας συμφιλιώνει. Μας κάνει να αγαπιόμαστε. Να έχουμε αγαπηθεί. Μια νοσταλγία που έχει διάρκεια και δε γνωρίζει λύτρωση. Πορευόμαστε στην ίδια πλευρά της ζωής.
Το μέλλον είναι υπέροχο.
Ο άνθρωπος απ’ όπου κι αν προέρχεται, έχει ένα προσωπικό μερτικό στο παγκόσμιο φορτίο της θλίψης. Αυτό μας συμφιλιώνει. Μας κάνει να αγαπιόμαστε. Να έχουμε αγαπηθεί. Μια νοσταλγία που έχει διάρκεια και δε γνωρίζει λύτρωση. Πορευόμαστε στην ίδια πλευρά της ζωής.
Το μέλλον είναι υπέροχο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























.jpg)










