Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lars Von Trier. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lars Von Trier. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Nymphomaniac


Σκηνοθεσία: Lars von Trier
Παραγωγή: Denmark / Germany / France / Belgium England / 2013
Διάρκεια: 241’


Στην τελευταία και πολυσυζητημένη ταινία του Lars von Trier, το Nymphomaniac ή τα Nymphomaniac για να είμαστε συνεπείς με τους εμπορικούς όρους, δεν υπάρχει τίποτα το προκλητικό και τίποτα το σοκαριστικό. Τίποτα, αν εξαιρέσεις τη διάθεση της παραγωγής και των μέσων προώθησης να προκαλέσουν προκαταβολικά την κοινή αντίληψη. Αν εξαιρέσεις την (δικαιολογημένη) περιπαικτική εμμονή του Lars von Trier να λοιδορεί τον θεατή ως μάζα, ως έννοια. Άλλωστε ο νέο-άνθρωπος προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Παντοδύναμος και ηλίθιος. Ατομιστής και μόνος. Ορθολογιστής και προκατειλημμένος.


 Στον αστικό πολιτισμό ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει να έχει φτιάξει μια περίεργη σχέση με τον χρόνο και τη ζωή του. Με την καθημερινότητά του. Μια κάπως ορθολογιστική σχέση. Ακριβέστερα, μοιάζουμε να ζούμε, όχι για να υπάρξουμε μέσα στη στιγμή που ζούμε, αλλά από απόσταση, ούτως ώστε να μπορούμε να κρίνουμε, να αναλύουμε, να αξιολογούμε, να επικρίνουμε αυτό που ζούμε, τη στιγμή που το ζούμε καθώς και ό,τι αυτό εμπεριέχει. Ζούμε δηλαδή, χωρίς να ζούμε, για να αναλύουμε αυτό που ζούμε. Μόνο αυτό εξημερώνει τις φοβίες μας, αλλά παράλληλα τις τρέφει κιόλας. Σκέτη ορθολογική διαστροφή. Αυτή τη διαστροφή, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, απενεργοποιεί ο Trier στο Nymphomaniac. Και την απενεργοποιεί διότι έχει χτίσει την ταινία με τέτοιον τρόπο που είναι σαν, παράλληλα με την ιστορία, να παρατίθεται και το commentary της ιστορίας. Και μάλιστα, αυτό που αποκαλώ commentary, παρατίθεται εντός της αφήγησης της ταινίας, σχεδόν αντανακλαστικά, εντελώς ενσωματωμένα, χωρίς να παράγει μία διανοητική ή μία δοκιμιακή ταινία, χωρίς να παράγει μια δεύτερη ταινία, χωρίς να επιβραδύνεται στο ελάχιστο η αφηγηματική ροή. Έτσι, το αυτό-αναλυόμενο Nymphomaniac απενεργοποιεί σε μεγάλο βαθμό τον σύγχρονο θεατή. Ή τουλάχιστον του αφαιρεί, κατά μία έννοια, τον πιο οικείο τρόπο ύπαρξης.





Αποτέλεσμα του φιλάρεσκου διανοητικού αυνανισμού, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, είναι η παραγωγή πεποιθήσεων, οι οποίες μες στην κοινωνική μήτρα παράγουν ακλόνητες έννοιες, απαράβατα όρια και αποδεκτές συμπεριφορές που σε γενικές γραμμές αποτελούν και τις ρυθμιστικές αρχές κάθε «πολιτισμού». Ό,τι εκτείνεται έξω από αυτές τις περιοχές, ακόμα και σήμερα, αποτελεί έννοια ταμπού. Γκρίζα, απαγορευμένη περιοχή. Σκόπιμα, ο Lars von Trier υφαίνει με αυτές τις περιοχές τον δραματουργικό ιστό της ταινίας του. Με θέματα όπως ο γυναικείος οργασμός, η σεξουαλική πράξη ανεξάρτητα από συναισθηματισμούς, η ηδονή της ερωτικής βίας και φυσικά η νυμφομανία. Σκόπιμα, όχι για να προκαλέσει ή να ερεθίσει, όσο για να καταδείξει την κοινωνική υποκρισία που καθιστά τις παραπάνω έννοιες ως ταμπού, παρά το γεγονός ότι τις συναντάμε καθημερινά, ή ακόμα, τις αισθανόμαστε καθαρά και οι ίδιοι. Άλλωστε, η κοινωνική υποκρισία στις σύγχρονες κοινωνίες παρουσιάζεται και αυτολεξεί δια του στόματος της Charlotte Gainsbourg ως η καταπιεστική παρέμβαση του ατόμου ώστε να εξαλείψει από πάνω του επιθυμίες που θεωρούνται «παράνομες», ή στο άλλο άκρο, η επινόηση τρόπων, στρατηγικών και πρακτικών που νομιμοποιούν την ικανοποίηση κοινωνικά επικριτέων επιθυμιών.


Στον πυρήνα του, το Nymphomaniac, είναι άλλη μια ταινία στη φιλμογραφία του Δανού auteur, που καταπιάνεται με το θέμα της κοινωνικής υποκρισίας. Ίσως πιο ψυχαναλυτικά από κάθε άλλη φορά. Μια ταινία που αναχαιτίζει τη διανοητική μανία που προκύπτει από συμπλέγματα φόβων, τα οποία ανακυκλώνονται διαρκώς. Το Nymphomaniac έρχεται να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τον άνθρωπο. Τον παιδεραστή με τον ιερέα. Τον νυμφομανή με τον παρθένο. Τον δολοφόνο με τον άγιο, κ.ο.κ. Κι έρχεται να τους συμφιλιώσει, όχι προς χάριν κάποιας πρακτικής αναγκαιότητας της συνύπαρξης. Κάθε άλλο. Απλά αναγνωρίζει πως όλα τα παραπάνω προφίλ ανθρώπου, και άπειρα άλλα, πηγάζουν απ’ το εσωτερικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Και συνεπώς, αφού τα αισθανόμαστε, αφού είμαστε οι αυθόρμητοι φορείς τους, το δικαίωμά μας στη ζωή, εξαρτάται από τη νομιμοποίηση κάθε εσωτερικής πτυχής του Ανθρώπου. Ανθρωπίνων πτυχών που οφείλουμε να αφουγκραζόμαστε, να εξωτερικεύουμε και να κοινωνούμε χωρίς διακρίσεις. Ακόμα και να τις ενθαρρύνουμε. Δίνοντας χώρο στο χάος. Δίνοντας χώρο στην άβυσσο. Δίνοντας χώρο στο να υπάρξει ό,τι μπορεί να υπάρξει, και όχι μονάχα ό,τι επιτρέπουμε.

 

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia


Σκηνοθεσία: Lars Von Trier
Παραγωγής: Denmark / Sweden / France/ Germany / 2011
Διάρκεια: 136'


Στην μετά Αντίχριστο πορεία που έχει πάρει η φιλμογραφία του Lars Von Trier μπορούμε να παρατηρήσουμε δύο είδη ανθρώπων: αυτούς που υπάρχουν ερμηνεύοντας τον κόσμο -και οι ερμηνείες τους είναι η απόδειξη της ύπαρξής τους- και αυτούς που αφομοιώνουν και αφομοιώνονται από τον κόσμο μέσα από το προσωπικό-μαγικό-μεταφυσικό θαύμα της αίσθησης. Για τους δεύτερους δε χρειάζεται απόδειξη ύπαρξης. Οι πρώτοι έχουν μια σκοπική θέση απέναντι από το περιβάλλον. Το οποίο και παρατηρούν προσπαθώντας να το καταλάβουν και να το ερμηνεύσουν. Για αυτούς -είναι ολοφάνερο- ο εαυτός τους και το περιβάλλον αποτελούν διακριτά σχήματα. Εκκινούν από το εαυτό τους, και χρησιμοποιώντας αποδεκτές πρακτικές και μοντέλα του ιστόριου της ανθρωπότητας προσπαθούν να ερμηνεύσουν ό,τι εκτείνεται έξω από αυτούς, το οποίο ωστόσο παραμένει εκτός και μετά την ερμηνεία. Για τους άλλους -αυτούς που υπάρχουν μέσω της αίσθησης- η διάκριση είναι δύσκολη και αδιόρατη. Η αίσθηση δεν υπακούει σε διατυπωμένες δομές. Είναι αλλόκοτη. Μια διαδικασία αμφίδρομη, μέσω της οποίας το υποκείμενο ενσωματώνεται σε ό,τι το περιβάλλει, και το περιβάλλον ενσωματώνεται μέσα στο άυλο όλο του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, αν αναλύαμε τα συστατικά του υποκειμένου και του περιβάλλοντος, θα καταλήγαμε σε ένα κοινό δομικό μόριο, το οποίο εμπεριέχει μεταβλητές και άπειρες διαστάσεις.


Το πρώτο μέρος του Melancholia μοιάζει με κραυγή φθόνου: "Ο Trier που δεν έκανε το Festen". Ωστόσο, μαεστρικά, ο Δανός σκηνοθέτης υπογραμμίζει την διάκριση που διατυπώσαμε ανωτέρω. Δηλαδή, ο ευαγγέλιος δρόμος των Δυτικών κοινωνιών, η υλική πλήρωση, δε συμβαδίζει καταναγκαστικά με την εσωτερική ολοκλήρωση. Μπορεί οι άνθρωποι που έχουν υιοθετήσει τα εξωτερικά πρότυπα ευτυχίας να επιδιώκουν την υλική εκπλήρωση με τον ίδιο αυτισμό που ένας κύων κυνηγά την ουρά του, ωστόσο, οι άλλοι, που υπάρχουν μέσω της αίσθησης, και τους οποίους ενσαρκώνει η Kirsten Dunst, δεν είναι περισσότερο ευτυχείς ή λιγότερο δυστυχείς με έναν όμορφο σύζυγο, με μια παχυλή περιουσία, με κατακόκκινα μήλα, και ευφάνταστες προαγωγές. Και αυτό γιατί οι αισθήσεις είναι ανερμήνευτες, αλλόκοτες, ακαθόριστες. Και κυρίως: ανεξάρτητες.


Ο Trier που σκηνοθετεί μεταδογματικά, με πολλά zoom in, zoom out και κίνηση στην κάμερα, μας παραθέτει το δεύτερο μέρος της ταινίας του, παρατηρώντας το μαραζωμένο σώμα της Dunst, ελέω μιας παραλυτικής κατάθλιψης που την κυριεύει. Ωστόσο, ακόμα και τότε, πίσω από τη φαινόμενη όψη, η Dunst μοιάζει ο πιο υγιής χαρακτήρας μέσα στο αστικά διαβρωμένο περιβάλλον που λαμβάνει χώρο αυτή η ταινία. Και αυτό διότι η θλίψη, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, παρ' ότι αποτελούν καταστάσεις που κατά την ακαδημαϊκή ψυχολογία κατοικούν σε κόκκινες-εξόριστες-ανεπιθύμητες περιοχές, κάτω απ' το ασημένιο φως της αίσθησης, αποτελούν βιώματα εξίσου ευεργετικά με την ευτυχία, την ευδιαθεσία, την ισορροπία. Τα συναισθήματα, όπως τα βιώνει ένας άνθρωπος, όποια όψη κι αν έχουν, μέσα στην ελευθέρια διάδραση της αίσθησης, αποτελούν τον φυσικό μορφότυπο –χωρίς μορφύ- του ατόμου εκείνη την ακριβή στιγμή. Κάπως έτσι, σε μια εκτυφλωτικά αριστουργηματική σκηνή, η Dunst διαθέτει ολοκληρωτικά εαυτόν και «είναι» στην απειλητική λάμψη του πλανήτη του τίτλου, διδάσκοντας πώς η απόλυτη απελευθέρωση είναι ο δρόμος ένωσης με το Όλο.


Τελικά, ο άνθρωπος δεν κινδυνεύει από την μελαγχολία, την θλίψη ή την κατάθλιψη. Αλλά μόνο από τον φόβο και τις παραλυτικές άμυνες που αναπτύσσει στην αδυναμία του να συνυπάρξει μαζί τους.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Antichrist



Σκηνοθεσία: Lars von Trier
Παραγωγής: Denmark / Germany / France / Sweden / Italy / Poland / 2009
Διάρκεια: 109'

Η πολυφωνία στην ανάγνωση των έργων Τέχνης ήταν και θα είναι πάντοτε χρήσιμη στη διαλεκτική αποτίμηση τους. Ωστόσο, οφείλουμε να προφυλάξουμε τους καλλιτέχνες και τα έργα τους από τις ανισότροπες προσεγγίσεις που εγκλωβίζονται στο προσωπικό κριτήριο. Η Τέχνη δεν είναι ένας χώρος παροχής επιβεβαίωσης και επαλήθευσης προς το κοινό της. Κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα εφησυχαστικό και υποτιμητικά ανιαρό για την ίδια τη θέαση. Η Τέχνη είναι χώρος δυναμικός και προωθητικός! Η Τέχνη είναι (κυρίως) σημείο αμφισβήτησης. Αδέσμευτη, πασχίζει διαρκώς να βρει νέο νόημα στις πέτρινες ιδέες. Και έτσι, οφείλουμε στον καλλιτέχνη -εφόσον αναγνωρίζουμε ως καλλιτέχνη αυτόν που έχει ξεμπερδέψει με τα δεσμά της συμβατικής πραγματικότητας- να μας μυσταγωγήσει στο αλλότριο βλέμμα. Στο βλέμμα που έχει πάψει να πλατσουρίζει στους βούρκους του τετριμμένου και του κοινότοπου. Στα πλαίσια αυτά η έλλογη(αν και αυτή η λέξη θα αμφισβητηθεί κατά κόρον στη συνέχεια του κειμένου) πρόκληση ενέχει αξιωματικά χώρο εντός του καλλιτεχνικού κειμένου. Γιατί η αρτιότητα του καλλιτεχνικού κειμένου δεν έγκειται στη συνέπεια του να επαληθεύει το θεατή, αλλά στο βαθμό της εσωτερικής του ολοκλήρωσης, δηλαδή στο βαθμό της τελείωσης ως προς τον εαυτό του.

Στα ίδια πλαίσια ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση της Σούζαν Σοντάγκ σχετικά με την "πρέπουσα" προσέγγιση ενός έργου Τέχνης. "Ο θεατής έτσι πρέπει να πλησιάσει την τέχνη όπως πλησιάζει κανείς ένα τοπίο. Ένα τοπίο δεν απαιτεί από το θεατή την "κατανόησή" του, την απόδοσή μιας σημασίας, τις ανησυχίες του και τις συμπάθειές του. Απαιτεί, μάλλον, την απουσία του, ζητάει απ' αυτόν να μην του προσθέσει τίποτα. Η οραματική θέαση των πραγμάτων, για να μιλήσει κανείς επακριβώς, συνεπάγεται την ικανότητα εκ μέρους του θεατή να ξεχνάει τον εαυτό του: ένα αντικείμενο άξιο να κοιταχτεί μ' αυτό τον τρόπο είναι ένα αντικείμενο που, στην πραγματικότητα, εκμηδενίζει αυτόν που το συλλαμβάνει".


Έχουμε πει ήδη όμως αρκετά περιφερειακά, "βαραίνοντας" το κείμενο. Και είναι τόσα αυτά που θέλουμε να πούμε για την ακριβή Φύση του "Αντίχριστου", και έτσι αρχίζουμε ευθύς αμέσως.

Αλλά ας ξεκινήσουμε λιγάκι soft, μιλώντας για την αισθητική της ταινίας. Ο Αντίχριστος είναι ένα φιλμ φορεμένο σε ρούχο ταινίας τρόμου. Με ότι μπορεί αυτό να συνεπάγεται αισθητικά. Ωστόσο ο Lars Von Trier καταφέρνει να εναρμονίσει το στυλιζάρισμα με τις υπερφυσικά σάρκινες ανησυχίες του. Έτσι η ψηφιακή επεξεργασία της εικόνας, ή καλύτερα η αλλοίωση της, το Dogmatic 95' ταρακούνημα, αλλά και τα ηχητικά "πειράγματα", ως φορμαλιστικά εργαλεία επιτυγχάνουν να θέτουν σε διαρκή αμφισβήτηση τον ενοχικά φυσικοποιημένο ρεαλισμό. Η ωμότητα κυριαρχεί. Έστω και αν το χάος που επικαλείται είναι μεθοδικά βαλμένο σε τάξη.

To "Antichrist" είναι η ταινία που ασκεί τη μεγαλύτερη επίκριση που έχει γνωρίσει ποτέ η έννοια "φυσιολογικός". Για να μην παρεξηγούμαστε, ορίζω το φυσιολογικός, ως το άθροισμα των εννοιών Φύση + λογική. Οι δυο ήρωες είναι φυσικοί. Απολύτως φυσικοί και καθάριοι. Μην απορείτε για αυτό. Δε δέχονται καμία εξωγενή επίδραση πάνω τους, τα φάρμακα έχουν αφοδευθεί ήδη σε κάποια μακρινή αποχέτευση. Η μόνη επίδραση που δέχονται είναι αυτή της φυσικής ροής της ζωής. Όσο για τη λογική, αυτή τη σαρκώνει ο Willem Dafoe, και θα αναφερθώ εκτενέστερα προς το τέλος του κειμένου.


Η ιστορία που θα αφηγηθεί ο Δανός auteur είναι επί της ουσίας η ιστορία του Αδάμ και της Εύας ανάστροφα. Η μονάδα μέτρησης του χρόνου δεν είναι η γέννηση του Μεσσία. Αλλά η απόσταση από τον κήπο της Εδέμ, δηλαδή απ' το αρχέτυπο. Αυτός ο Αδάμ και αυτή η Εύα έχουν διαπράξει το προπατορικό αμάρτημα και κάθε άλλο δαιμόνιο του πολιτισμένου κόσμου. Η ιστορία που θα μας διηγηθεί ο Δανός σκηνοθέτης δεν είναι μια ιστορία γέννησης, αλλά μια ιστορία επιστροφής. Όχι επιστροφής στο χρόνο, αλλά μια ιστορία επιστροφής στην ανθρώπινη Φύση. Το περίγραμμα μας μορφώνεται από μια σειρά θεριεμένων ενστίκτων και παρορμήσεων. Που περιμένουν μια κρίση πανικού για να χυθούν ως ηφαιστιογενής λάβα στο πλαστό περιτύλιγμα μας. Ο πόνος, η θλίψη, και η απόγνωση είναι στοιχεία του ανθρώπινου DNA. Το χρέος μας δεν είναι κάποιος φυγόπονος εξορκισμός τους. Το χρέος μας είναι η συμφιλίωση μας μαζί τους. Χαρακτηριστικά (και αυτοβιογραφικά) λέγεται: "Η κατάθλιψη δεν είναι ασθένεια. Είναι η φυσική αντίδραση του οργανισμού ως προς την πραγματικότητα."


"Η Φύση είναι η εκκλησία του σατανά", μας λέει ο δαιμόνιος Lars Von Trier. Και πως μπορεί να μην είναι; Όχι, δεν κρύβεται ο εωσφόρος μέσα στη Φύση. Είναι η περιοριστική λογική μας που τον προβάλλει πάνω της. Το ανεξήγητο γεννάται στη μήτρα της λογικής. Προβάλλοντας σε αυτό τη μεταφυσικότητα. Καθώς, ανεξήγητο είναι αυτό που δε μπορεί να ερμηνευτεί βάσει της συγκεκριμένης και πεπερασμένης λογικής. Η μεταφυσικότητα δε νοείται εκτός της λογικής. Για αυτό είναι και ο λογικός Willem Dafoe ο μόνος που "βλέπει" τους τρεις (μεταφυσικούς) επαίτες. Και ο Lars Von Trier εστιάζει στους ήρωες(Willem Dafoe, Charlotte Gainsbourg) όσο πιο φυσικά δύναται. Εστιάζει σε αυτούς ως βιολογικές υπάρξεις. Για αυτό εμμένει στο να παρακολουθεί, με περίσσια ωμότητα, τη σεξουαλική συμπεριφορά τους. Και οι σκηνές σεξουαλικού (αυτο)τραυματισμού δηλώνουν την αυτόκλητη αντίδραση στο αλλοιωμένο (από την πολιτισμένη λογική) υποκείμενο της ύπαρξης.


Βάσει όλων αυτών θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε ότι: "Ο άνθρωπος είναι μια σάρκινη μάζα που εντός της ασφυκτιούν τα πιο μυστικά ένστικτα. Ο πόνος, η θλίψη, η απόγνωση, ο έρωτας, το άγχος είναι όλα οι αντιδράσεις της φυσικής μας υπόστασης. Κάτι που δηλώνει τον εκλογικοποιημένο ανθρώπινο σχηματισμό ως το μεγαλύτερο σφάλμα. Η λογική είναι μια ιστορία υπεκφυγής προς τη Φύση μας. Είναι η ίδια η λογική μια αβυσσαλέα μάχη υποκρισίας προς τον υπάνθρωπο που κρύβουμε εντός μας."

Και ο Willem Dafoe είναι αυτός που εκπροσωπεί τη λογική. Το λίκνο του πολιτισμού μας! Ο Lars Von Trier θα τον απογυμνώσει, απογυμνώνοντας και ό,τι αντιπροσωπεύει. Ο ίδιος είναι κυνικά αντιδραστικός ως προς τη σύζυγο του Charlotte Gainsbourg. Η λογική είναι η παραφυσική δύναμη που ασκείται πάνω μας. Ο ίδιος έχει πήλινα πόδια μέσα στη Φύση, μέσα στην εκκλησία του σατανά. Η εκκλησία του σατανά μορφώνεται ως το αρνητικό των δικών του (λογικών) ιδεωδών. Και είναι αυτός, ο λογικός άνθρωπος δηλαδή, που ως άλλος Αδάμ θα επαληθεύσει την ενστικτώδη ανθρώπινη Φύση. Διαπράττοντας το βαρύτερο έγκλημα κατά τις βουλές της πολιτισμένης κοινωνίας, δηλαδή τη δολοφονία. Και τέλος, αγροικώντας τους ιερούς κανόνες-έθιμα της συλλογικής κοινότητας, καίει το σώμα αντί να το θάψει, υπακούοντας στα μεσαιωνικά ένστικτα του. Αλλά δεν είναι ο Dafoe ο θύτης. Είναι το θύμα της απόστασης από τον κήπο της Εδέμ.


Έτσι ο Lars Von Trier μας λέει πως δεν υπάρχει φυσιολογικό. Στο μεσαίωνα το φυσιολογικό ήταν να καίγονται και να λιθοβολούνται οι γυναίκες. Το 2500 μπορεί να είναι φυσιολογική μια κομπιουτεραρισμένη ζωή τύπου Wall-e. Το φυσιολογικό προκύπτει αυστηρά ως το γινόμενο των κοινωνικών συμβάσεων της εκάστοτε εποχής.

Τέλος, ο "Αντίχριστος" είναι μια ταινία που προκάλεσε ακραία οργή προς το πρόσωπο του Lars Von Trier. Όμως εδώ, ο ίδιος δεν κάνει κάτι περισσότερο απ' ότι κάνει η Τέχνη επί χρόνια. Μόνο που το κάνει ωμά! Τροφοδοτεί δηλαδή την περιοριστική ανθρώπινη λογική με επιπλέον ερεθίσματα, αποσκοπώντας να διογκώσει το στενόχωρο φάσμα των οριζόντων της.

Αφιερωμένο

Βαθμολογία 9/10