Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Camille Claudel 1915


Σκηνοθεσία: Bruno Dumont
Παραγωγή: France /2013
Διάρκεια: 95'

«Eδώ βρίσκονται μόνο άνθρωποι που ούτε οι γονείς τους δεν θα τους άντεχαν.», φωνάζει η Καμίλ Κλοντέλ στον αδερφό της Πολ, σε μία από τις αραιές επισκέψεις του στο άσυλο ανιάτων του Μοντβέργκ. Η ψυχρότητα στο βλέμα του Πολ και η απόσταση στην οποία έχει τοποθετήσει τον εαυτό του επιβεβαίωνει την ρήση της Καμίλ, ασθενούς πρώτης κατηγορίας.

Θα περίμενε κανείς μέσα στο άσυλο ανιάτων να συναντήσει δυσλειτουργικούς ανθρώπους. Ανθρώπους με δυσκολία να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Ανθρώπους ανισόρροπους με αφάνταστες μεταπτώσεις. Κάθε άλλο. Άνθρωποι ελαττωματικοί. Ναι. Ελαττωματικοί, όμως, όχι ως προς τους εαυτούς τους. Αλλά ελαττωματικοί όπως μια βίδα, ή μια συσκευή που δεν επιτελεί την διεργασία για την οποία σχεδιάστηκε. Άνθρωποι που δεν μπορείς να τους εκμεταλλευτείς. Ή να τους αξιοποιήσεις, αν έχεις πρόβλημα με τη λέξη. Άνθρωποι στους οποίους δεν μπορείς να διοχετεύσεις συναισθήματα. Άνθρωποι που δεν σ’ ενδιαφέρουν ή δε σε γοητεύουν, ούτως ώστε να τους αγαπήσεις. Άνθρωποι δηλαδή εντελώς άχρηστοι. Περιττοί. Αχρείαστοι για σένα. Που κατά έναν τρόπο τους εκτοπίζεις στο καλάθι των αχρήστων. Ή αλλιώς, σε ψυχιατρικό άσυλο.

Τέτοιους ανθρώπους συναντάει κανείς στο άσυλο του Μοντεβέργκ. Οι ίδιοι άνθρωποι από την μεριά τους –κι ας μην σ’ ενδιαφέρει- και μια χαρά μπορούν να αισθανθούν, και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Και να συνυπάρξουν μαζί με τους εσωτερικούς τους κόσμους. Ελεύθερα. Άκοπα. Με μια εγγύτητα αξιοζήλευτη για τον παρατηρητή. Σώοι οι αισθητήρες δηλαδή.

Ο Bruno Dumont, χωρίς να γίνεται δεικτικός από την άλλη, αμφισβητεί την ευδαιμονία ανθρώπων που φαινομενικά σφύζουν υγείας. Ή τουλάχιστον αμφιβάλλει για αυτήν. Όχημα του είναι άνθρωποι όπως ο Πολ, ο αδερφός της Καμίλ Κλοντέλ. Άνθρωποι των οποίων η ισορροπία και το κύρος οφείλεται σε απόψεις και ιδεολογίες που έχουν υιοθετήσει. Απόψεις και ιδεολογίες που δεν πηγάζουν από κάποιο εσωτερικό απόθεμα ανησυχιών. Αλλά είναι κυρίως ασπασμένες, υπό καθεστώς κοινωνικού πανικού, όπως ένας ναυαγός αρπάζεται από την πρώτη σανίδα που θα βρει μπροστά του. Βέβαια, η κοινή αποδοχή-έγκριση των παραπάνω ιδεολογιών κοινωνικοποιούν τους ανθρώπους, τους καθιστούν αποδεκτούς και τέλος τους τροφοδοτούν με την απαραίτητη ισχύ. Μια ισχύ που σημαίνει ισχυρότητα καθώς τους παρέχει την ψευδαίσθηση της επιβεβαίωσης και ταυτόσημα την πιστοποίηση της ψυχικής υγείας.

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

3η Ανθολογία Ανεξάρτητων ελληνικών ταινιών μικρού μήκους

Ημερομηνία: 4/5/14
Ώρα:20.00 


3η Ανθολογία Ανεξάρτητων Ελληνικών Ταινιών Μικρού Μήκους
Μια βραδιά παρουσίασης νέων ανεξάρτητων ελληνικών ταινιών μικρού μήκους.
Επιλογές και επιμέλεια: Γιώργος Ευθυμίου

Κυριακή 4 Μαΐου ώρα 20:00
Καλλιτεχνικό Στέκι Καλαμάτας, Μπενάκη 5, Ιστορικό Κέντρο Καλαμάτας

ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

ΛΙΣΤΑ ΤΑΙΝΙΩΝ


Lost Girl, 2012 (34’)
Σύνοψη
Η μικρή ιστορία μιας μεγάλης εισβολής και μιας οριστικής απώλειας. Ξέρεις ποια είσαι; Κάθε πότε αλλάζει αυτό; Μπορείς να το κρατήσεις; Ανάμεσα στην ανάμνηση και τον εφιάλτη, η Μαργαρίτα προσπαθεί να κλείσει την πόρτα.

Σκηνοθεσία | Σενάριο: Νίκος Πάστρας
Φωτογραφία: Γιάννης Κανάκης
Σκηνικά | Κοστούμια: Αντιγόνη Βλυσίδη
Sound Design | Μίξη: Νίκος Τριανταφύλλου
Μουσική: Στράτος Μπιχάκης, Αντώνης Γιώργου
Μοντάζ: Νίκος Πάστρας, Αγγελος Φραντζής
Ηχοληψία: Γιάννης Πατρίκιος
Παραγωγή: Γιώργος Γεωργόπουλος, Κώστας Γεωργόπουλος

Παίζουν
Κάτια Γκουλιώνη, Κόρα Καρβούνη, Μαρία Εγγλεζάκη, Αθηνά Κουτσιανούλη, Νεφέλη Κουρή, Michele Valley, Πρόδρομος Τσινικόρης, Δημήττρης Μπίτος, Στάθης Σταμουλακάτος, Στάθης Κόκκορης, Γιάννης Κοκιασμένος
Νίκος Πάστρας official page


Γαάλ, 2012 (13’)
Σύνοψη
Η Γαάλ είναι μια κοινότητα που δεν τοποθετείται χωροχρονικά στην οποία το μέσο εξουσίας και πλούτου είναι το βιβλίο. Μια νεαρή κοπέλα, προσπαθεί να αποδράσει από αυτή συνεργαζόμενη με το βιβλιοπώλη για να αποσπάσει το πολυτιμότερο βιβλίο. Οι χαρακτήρες δεν έχουν ονόματα, ο λόγος απουσιάζει και τα συναισθήματα μαζί με τις σκέψεις εκφράζονται μονάχα μέσα από το όνειρο και τον εφιάλτη.

Σκηνοθεσία-Παραγωγή: Μαίρη Μαρινοπούλου
Σενάριο: Μαίρη Μαρινοπούλου, Λεωνίδας Μπαντής
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κατερίνα Τριχιά
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Γιώργος Κατσώνης
Κοστούμια: Στέλλα Ατζέμη
Μουσική: Άγγελος κυρίου
Μοντάζ: Ηλίας Κοντονικόλας
Μιξάζ: Λευτέρης Δασκαλαντωνάκης
Ηχοληψία: Φωτεινή Ζαραφειάδη

Παίζουν
Άννα Βεκιάρη, Σπύρος Διαμαντάρας, Γιώργος Λαγγίδης, Γιάννης Οικονομίδης, Αλέξανδρος Λύκος, Μαριάνθη Μαρινοπούλου
Γάαλ official fcb page


Πόες, 2012 (21’)
Σύνοψη
Πέντε νέοι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως το μοναδικό περιεχόμενο της νόησης τους, νοιώθοντας ότι η μοναδικότητα της ύπαρξης τους απειλείται από τον εξωτερικό κόσμο. Τον οικειοποιούνται παραδιδόμενοι στις εμμονές τους.

Σκηνοθεσία: Κατερίνα Τριχιά
Β' Σκηνοθεσίας| Δ/νση Φωτογραφίας: Μαρία Μαρινοπούλου
Σκηνογραφία | Ενδυματολογία: Κατερίνα Μπουρδάνου
Ηχοληψία | Επιμέλεια Ήχου: Φωτεινή Ζαραφειάδη, Στέλλα Ατζέμη
Σκριπτ: Ζωή Εκίζου
Σενάριο: Κατερίνα Τριχιά, Φωτεινή Τσαρδούνη, Φωτεινή Ζαραφειάδη
Still Photographers: Εύη Φίλη, Φωτεινή Τσαρδούνη
Μοντάζ: Παναγιώτης Ζωγράφος
Τίτλοι: Σοφία Θεοδοσιάδη
Μουσική: Άγγελος κυρίου, Dozen Draft, Ntlisten,Tonti Prodnic, Master Heatwave, Sad Mask Party, Valletta str project

Παίζουν
Κώστας Βασιλόπουλος, Σοφία Γεωργιάδου, Κωνσταντίνος Δεληγιώργης, Λυκούργος Πορφύρης, Σοφία Φίλωνος 
Πόες official fcb page


Τρένα, 2013 (6’)
Σύνοψη
Ένας άνδρας, μια γυναίκα. Μαζί και χώρια. Ταυτόχρονα. Ενώ τα τρένα συνεχίζουν να περνούν.

Σκηνοθεσία | Σενάριο | Μοντάζ: Αλέξανδρος Σκούρας
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός
Ηχοληψία: Κυριάκος Πουκαμισάς
Διεύθυνση Παραγωγής: Δημήτρης Νάκος
Δεύτερη Κάμερα: Γιάννης Χαριτίδης
Script: Έλενα Αναγνωστέλλη
Color Correction: Δημήτρης Νικολόπουλος
Sound Design: Φώτης Μιχαήλ
Βοηθοί Παραγωγής: Βασίλης Νάστος, Πραξιτέλης Μάστορας

Παίζουν
Μάκης Παπαδημητρίου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Αργύρης Θανασούλας



Βίοι (ζωές) Αγιών, 2009 (22’)
Σύνοψη
Κινηματογραφική μεταφορά της θεατρικής παράστασης του Μιχαήλ Μαρμαρινού Βίοι (ζωές) Αγίων.

Κινηματογραφική Σκηνοθεσία: Στάθης Αθανασίου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σπύρος Παγώνης
Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Ηλεκτρολόγος: Θοδωρής Νομικός
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μυρτώ Περβολαράκη
Σκηνογραφία: Κένη Μακλελάν
Ιδέα | Σύλληψη | Σκηνοθεσία: Μιχαήλ Μαρμαρινός
Μουσική: Δημήτρης Καμαρώτος

Παίζουν
Γιώργος Κριθαράς, Αλεξάνδρα Παυλίδου, Μελίνα Αποστολίδου, Σμαρώ Γαϊτανίδου, Θεοδώρα Τζήμου, Θοδωρής Πολυζώνης
Στάθης Αθανασίου official site

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Βυθός - Djúpid


του Atli Jonasson
Σκηνοθεσία: Κωστής Καλλιβρετάκης
Ερμηνεία: Θανάσης Δόβρης
Διάρκεια: 80'

Στο βυθό είναι καλά μόνο για τα ψάρια. Αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Εννοώ η παγωνιά του. Εννοώ η σκοτεινιά του. Όχι, αν δεν είσαι ψάρι δεν είναι καλά στο βυθό. Ο βυθός ορίζει τη μεγαλύτερη κλίμακα βάθους. Το ισχυρότερο επίπεδο της βαρύτητας. Ό,τι δεν είναι πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, ό,τι δεν επιπλέει, απορροφάται από το βυθό. Αφανίζεται μέσα του. Μέσα σ’ αυτή την αχανή ασημαντότητα.

Η μαμά και ο μπαμπάς πίνουν τον καφέ τους στις 7 το πρωί. Κάθε μέρα στις 7 το πρωί. Εμένα μου αρέσουν τ’ ακριβά αυτοκίνητα. Τα ακριβά αυτοκίνητα αρέσουν στις κοπέλες που μου αρέσουν. Το να έχω ένα ακριβό αυτοκίνητο με κάνει αρεστό. Γεγονός ωστόσο που δεν καθορίζει ούτε στο ελάχιστο την αρέσκεια μου προς τα ακριβά αυτοκίνητα. Ο Jack φιλάει τη Rose λίγο πριν από το ναυάγιο. Όποτε δεν πάμε για μπάλα ή δε βλέπουμε μπάλα με την παρέα, βλέπουμε τέτοιες ταινίες. Ταινίες με Jacks και Roses. Είναι ωραία η Rose. Είναι ωραίος ο Jack. Νομίζω θα τους άρεσαν τα ακριβά αυτοκίνητα. Όταν στεναχωριέμαι επειδή δεν έχω πολλά λεφτά, ή επειδή κάποιοι υποφέρουν, διαλέγω ένα πολιτικό πάρτυ. Στο οποίο καταχωρώ όλες μου τις προσδοκίες για εξυγίανση αυτών των συναισθημάτων που με βυθίζουν. Αυτοί μπορούν και οφείλουν άλλωστε να επιδιορθώσουν τις κακοτοπιές που ευθύνονται για την καθημερινή μου δυσαρμονία. Η μουσική είναι ωραία. Δηλαδή στο μπαρ είναι ωραίο να ακούς μουσική. Ρυθμική μουσική. Να χορεύεις. Μουσική για όλους. Μπορείς να πίνεις και να ακούς μουσική. Να ακούς μουσική και να πίνεις. Και να κοιτάς. Να μιλάς με τους γύρω σου. Να μιλάς για τη μουσική που ακούς. Θα μιλάω με τη Rose για τη μουσική που ακούμε. Η Rose, δηλαδή δεν ξέρω αν τη λένε Rose, μου αρέσει. Θα το καταλάβατε ότι μου αρέσει. Η Rose μένει σε μια από αυτές τις πολυκατοικίες της πόλης. Νομίζω δε θα της πω ποτέ πόσο μου αρέσει. Αλλά σ’ αυτήν έχει πέσει όλο το βάρος της συναισθηματικής μου στόχευσης. Η Rose είναι καλό κορίτσι. Δεν θα φωτογραφιζόταν ποτέ γυμνή. Και θα βλέπαμε μαζί ταινίες που μας αρέσουν. Γιατί μπάλα δε θα βλέπαμε με τη Rose.  Ή θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι που θα έχω, τότε. Τότε, ναι θα έχω το αμάξι που μου αρέσει. Και ο μπαμπάς θα πίνει καφέ με τη μαμά στις 7 η ώρα. Κι εμείς τις Κυριακές θα τους βλέπουμε κάπου κάπου. Και θα ακούμε μουσική. Όχι σαν αυτή που παίζει στα μπαρ. Σαν αυτή που παίζει στα μεγάλα σαλόνια, όταν οι άνθρωποι που έχουν ακριβά αυτοκίνητα παίρνουν το τσάι τους.


Ένα οργανωμένο σύστημα αντιπερισπασμών είναι η ζωή. Ψευδαισθήσεις και αυταπάτες στις οποίες ενδίδεις μόνο και μόνο για να βρεθείς στην πλωτή πλευρά της ζωής. Στην καλή πλευρά. Πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Μακριά από το βυθό. Συναισθηματικά, ηθικά, οικονομικά τακτοποιημένος. Ακέραιος. Ο βυθός μας φοβίζει. Και ο φόβος μας απωθεί απ’ αυτό που φοβόμαστε για να μη συμβεί. Περισσότερο απ’ αυτό που φοβόμαστε, μας καθορίζει ο φόβος που νιώθουμε για αυτό. Όχι, όχι, οπουδήποτε είναι καλά, αρκεί να μην είσαι στο βυθό. Στο κείμενο του Atli Jonasson το ζήτημα της επιβίωσης έχει μετατοπιστεί. Δεν πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της ζωής και του θανάτου. Πρόκειται για το ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της οδύνης και του ανώδυνου. Τα πάντα οφείλουν να είναι επιδερμικά. Για να μπορείς να συνεχίζεις. Να συνεχίζεις αλώβητος. Μακριά από την παγωνιά του βυθού. Να μην πονάς. Να εθίζεσαι στη σημαδεμένη τράπουλα της συλλογικής υποκρισίας. Μόνο και μόνο για να μένεις μακριά από την αγωνία της ύπαρξης. Να κρατάς ζεστές τις σάρκες σου, να απωθείς τα εσωτερικά ρίγη. Να μένεις μακριά από αυτήν την εκστατική απελπισία του χάους.


Όλα αυτά παραθέτονται σ’ έναν επιδέξια και πειθαρχημένα σφυρηλατημένο μονόλογο. Ο Κωστής Καλλιβρετάκης σκηνοθετεί λιτά τον ηθοποιό του. Αποφεύγοντας αχρείαστες υπερβολές. Υπηρετώντας στο έπακρο το κείμενο, τολμώντας το βαθύ βύθισμα την εσωτερικότητά του. Ένα κείμενο που φέρει την ταυτόχρονη  θυμηδία και συγκίνηση, ένα διαρκές αίσθημα χαρμολύπης, μέσα απ’ το καθημερινό παράδοξο. Παράδοξο ως αναντίρρητα αποδεκτό. Την ίδια ώρα που ο Θανάσης Δόβρης ερμηνεύει μοναδικά. «Είμαι βαρύ σκαρί, τρίζει όπου περνάω αν δεν προσέξω», λέει ο Θανάσης επί σκηνής. Και είναι αλήθεια γιατί φέρει ένα σπάνιο υποκριτικό βάρ(θ)ος. Μια υποκριτική ειλικρίνεια και καθαρότητα που δε συναντάμε συχνά στο ελληνικό θέατρο. Ή, που εγώ δεν θυμάμαι εύκολα να έχω συναντήσει.