Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Gloria


Σκηνοθεσία: Sebastian Lelio
Παραγωγή: Chile / Spain / 2013
Διάρκεια: 110' 



Η Γκλόρια είναι ήδη γιαγιά και μητέρα. Πίσω απ’ τα χοντρά της γυαλιά διακρίνεις μια γυναίκα ζώσα, γυναίκα με πάθος. Αρνείται να υποταχθεί άδοξα στη λογική της παραίτησης των συνομηλίκων. Ζει με νεότητα τον εαυτό των πενήντα οχτώ χρόνων. Κοιτάζει τον έρωτα. Κινείται. Γελάει. Μετέχει στη ζωή. Της επιτρέπει το τραύμα.

Σ’ ένα μπαρ, άτυπο χώρο γνωριμιών, θα γνωρίσει τον 65χρονό Ροδόλφο. Ενδίδει στην ακαριαία έλξη. Ζουν μαζί για λίγο. Ο Ροδόλφο, παρά τις προσπάθειες, θα της δοθεί με μετριοπάθεια. Αντανακλαστικά της ηλικίας. Η Γκλόρια επιμένει ακόμα κι όταν γίνεται αντιληπτό ότι ο παρτενέρ δεν μπορεί να ακολουθήσει. Ο καθαρός της έρωτας είναι γρήγορος για αυτόν. Η Γκλόρια δεν εθελοτυφλεί, επιμένει. Προσπαθεί να εμπνεύσει τον ακραίο έρωτα. Όχι από πίστη σε κείνον, αλλά από πίστη στον εαυτό της. Η Γκλόρια είναι η γυναίκα που δε φοβάται να επαναλάβει τις εμπειρίες της νεότητας. Ακολουθεί την φρέσκια και αμείωτη θερμοκρασία της ζωής. Ακόμα κι αν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει μονομερώς το τίμημα. Να δέχεται βαθιά την πληγή. Κάθε φορά πιο βαθιά, πιο αιχμηρά. Καθώς οι γύρω της, μεγαλώνοντας, σκληραίνουν. Αποσύρονται, οχυρώνονται στις βεβαιότητες και την ασφάλεια μιας ζωής που έχει ήδη παρέλθει. 

Ο Σεμπάστιαν Λεόλιο κινηματογραφεί με ειλικρίνεια τους χαρακτήρες του. Η κάμερα μοιάζει απλώς να παρευρίσκεται. Αφήνοντας την ελευθερία να υπάρξουν αβίαστα στο χώρο και το χρόνο. Μέσα σ’ αυτό το ώριμο κινηματογραφικό περιβάλλον η Παουλίνα Γκαρσία αποκαλύπτει εκ βαθέων μια μοναδική Γκλόρια. Μια Γκλόρια που φωνάζει στίχους των τραγουδιών, τους δίνει μια εξωτερική ζωή, προσπαθώντας να φέρει την πραγματικότητα πιο κοντά στη δική της.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Ako



Σκηνοθεσία: Hiroshi Teshigahara
Παραγωγή: Japan / 1965
Διάρκεια: 28'



Ήμουν 16 χρονών τότε. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι δε μπορούσα να βηματίσω με βεβαιότητα σε μια ευθεία γραμμή. Η ασάφεια των ήχων, οι αντανακλάσεις των πραγμάτων σε μια θολότητα, όριζαν ένα συνεχές μες το οποίο μπορούσα να υπάρχω χωρίς ενοχές. Ήμουν 16 χρονών τότε. Θυμάμαι, με εντυπωσίαζε η σταθερή ροή του νερού στο στόμιο της πηγής, η συνέπεια με την οποία η νύχτα οδηγούταν στη μέρα. Εμένα οι μνήμες μου ήταν εικόνες διάσπαρτες, μικρές αιχμηρές εγκοπές που επέστρεφαν από αιχμηρά τοπία θανάτου.  Ήμουν 16 χρονών τότε. Συνέβαιναν τόσα και τόσα που ήταν πρόθυμα να με χτυπήσουν πριν γίνουν γνώση, πριν γίνουν παρελθόν.

Το αγόρι με κοιτάει στα μάτια. Αλλά δε ξέρει τι βλέπει. Βηματίζω μαζί του. Κι αφού δεν έχω χάρτη, βηματίζω προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο δρόμος είναι σιωπηλός μα όχι αμήχανος. Οι φωνές κοιμούνται. Κάτω απ’ το έδαφος, κάτω από αυτό που δεν έχει γίνει ακόμα διαδρομή. Τα όνειρα, μέρα ή νύχτα, δεν αρκούν. Είναι όμως όνειρα, κι οι κραυγές είναι πιο φιλικές, απ’ όσο μακριά κι αν έρχονται. Ήμουν 16 τότε και ξημέρωνε. Δε φτάνουμε ποτέ νέοι στο θάνατο. Κι ο θάνατος μας παραλαμβάνει χωρίς να μπορεί να μας κακομεταχειριστεί. Ήμουν 16 χρονών τότε, και τώρα, μέσα σ’ αυτό το σώμα των 16 ετών, νιώθω σα να μπήκα σε σπασμένο σπίτι.

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Paradise: Faith



Σκηνοθεσία: Ulrich Seidl
Παραγωγής: Austria / Germany / France / 2012
Διάρκεια: 115’

Στον Παράδεισο της Πίστης, το δεύτερο μέρος της τριλογίας του «Παραδείσου» του Ulrich Seidl, ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες-πλανοθέτες (ασυναγώνιστος στο είδος ο Roy Anderson), βλέπουμε τακτοποιημένα την πειθαρχημένη καθημερινότητα μιας θρησκόληπτης γυναίκας.

Η γυναίκα οργανώνει τις δραστηριότητές της αυστηρά κάτω από τις αρχές και τους κανόνες που προτάσσει η αντίληψή της γύρω από τη θεία πίστη. Οι δραστηριότητες αυτές επαναλαμβάνονται σχεδόν φετιχιστικά. Αποκτούν χρονικότητα. Μια εμμονική χρονικότητα. Που με τη σειρά της γίνεται θρησκεία. Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα, που είναι πλέον θρησκόληπτη, η γυναίκα υφαίνει το όριο της. Ο τρόπος με τον οποίο έχει αποφασίσει να λειτουργεί απότελεί τον προστατευτικό κλοιό της. Λογικά, κάποιος θα μπορούσε να εικάσει, πως η γυναίκα μέσα σε αυτόν τον κλοιό αισθάνεται ασφυξία. Καταπίεση. Τουναντίον. Η γυναίκα αντλεί μια αρμονία μέσα από αυτό που κάθε άλλος θα εκλάμβανε ως ασφυξία. Κι αυτό διότι εδώ επεισέρχεται η έννοια της πίστης. Της υποκειμενικής (και συνεπώς αυθαίρετης αφού χρησιμοποιείται για κάτι ολικό) πίστης του ατόμου, ότι οι πράξεις του αποσκοπούν σε κάτι ανώτερο και ιδανικό. Έτσι η γυναίκα, παρασυρμένη από αυτή την υπερφυσική εξιδανίκευση, αφοσιώνεται και αφιερώνεται στο αυτοδημιούργητο κλουβί -της πίστης- με μηχανισμούς εξάρτησης. Η τυπολατρική καθημερινότητα, στην οποία έχει αυθυποβληθεί, αποτελεί για εκείνη μονόδρομο και πρόδρομο για το παραδείσιο κατώφλι της αρετής.




Η γυναίκα, ωστόσο, δεν εμμένει σε αυτή την αρμονία που αντλεί απ’ την παθογένεια που περιγράφηκε παραπάνω. Πεπεισμένη πως βαδίζει στον ενάρετο δρόμο θέλει να τον μεταδώσει, θέλει να τον εξαπλώσει. Εκεί έρχεται σε τριβή με τους άλλους. Σε σύγκρουση. Και κατ’ επέκταση σε τριβή με την ίδια. Οι αρχές που πιστεύει ακλόνητα και στις οποίες έχει αποδώσει απόλυτη ισχύ, αποδεικνύονται ελλιπείς. Ελλιπείς αφού δεν μπορούν να αφομοιωθούν καθολικά με παρομοίως απόλυτο τρόπο. Αυτό που για εκείνη αποτελεί αρετή, για τους άλλους αποτελεί μόλυνση. Μια αναντιστοιχία που ανασύρει αμφιβολία και φόβο. Ακόμα κι αν η ίδια, καλυμμένη απ’ τον μανδύα της τυφλής πίστης, αρνείται να αντιμετωπίσει. Παραμένει εγκλωβισμένη σε κανόνες και εντολές που έχει παραδεχτεί αδιάσειστα. Παραμένει αφοσιωμένη/αφιερωμένη στην πίστη του μεταφυσικού και του εξιδανικευμένου. Τελεί μηχανικά τις χειρονομίες της πίστης. Μέσα σε αυτή τη νομοτέλεια των παραδοχών της αναμφισβήτητης πίστης, η ζωή χάνει τη ζωτικότητά της και υποβαθμίζεται σε τελετουργία.





Εν τέλει, για την χειραφέτησή του το άτομο, οφείλει να σταθεί απέναντι από τις πίστες του και να τις αποκαθηλώσει. Ή μήπως όχι;