Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

La ley del deseo


Σκηνοθεσία: Pedro Almodóvar
Παραγωγής: Spain / 1987

Διάρκεια: 102'


Υπάρχουν μερικές ταινίες που έχουν την αισθητική ενός ξεβαμμένου πουκάμισου, ενός ξεθωριασμένου τζιν. Δεν είναι η φθορά που τις ξεκάνει. Δεν είναι φθορά. Είναι οι ένθετες νοσταλγίες των αναμνήσεων που προσκολλούνται, βίαια, πάνω στη σάρκα τους. Είναι η αισθητική τους, ένα ποίημα από τον πόνο της μνήμης.


Ο χρόνος δεν υπάρχει. Δε φέρνει ο χρόνος τα συμβάντα. Ό,τι συνέβη, και ό,τι θα συμβεί προϋπάρχει σε μια μορφή σπερματώδη και άυλη. Αναμένοντας υπομονετικά την εκσπερμάτωση της απελευθέρωσης. Την κατάλληλη, αλλά και την τυχαία, στύση. Ο χρόνος είναι κάτι πιο τρομακτικό από σκόρπια γεγονότα. Δε φέρνει τίποτα ο χρόνος. Μόνο αφήνει. Αφήνει την ανάμνηση του ό,τι συνέβη. Αναμνήσεις: οι άκλειστες πληγές των δεσμών μας με το παρελθόν. Ο χρόνος είναι ένας αέναος πόλεμος, μια λυσσαλέα μάχη, μεταξύ ημών και της σκιάς μας.


Η Carmen Maura, μούσα του Almodovar, υποκύπτει σε νευρικό σοκ όταν πληροφορείται ότι ο αδερφός της Pablo παθαίνει αμνησία. Είναι ο μόνος που γνωρίζει το εύθραυστο παρελθόν της. Η αμνησία του Pablo βάζει τις αναμνήσεις της σε αμφισβήτηση. Δε μπορεί να του επιτρέψει να έχει αμνησία. Δε μπορεί να την ξεχάσει ο χρόνος.


Μόνο ο έρωτας δεν έχει μνήμη. Έχει αμνησία ο έρωτας. Σ’ αυτόν, τα πάντα εξελίσσονται, χωρίς σκιές, στο ογκωδέστερο Τώρα και την πιο κόκκινη μορφή του. Κατακόκκινη. Αιματοβαμμένη. Απωθεί ό,τι τον περιβάλλει ο έρωτας, κατασκευάζοντας έναν περιμετρικό κύκλο, αυστηρά ιδιόκτητο, αποκλειστικά προορισμένο για τις ανάσες και τις χειρονομίες του. Ακριβώς όπως ο Antonio Βanderas απωθεί την πραγματικότητα, την κάνει να σιγήσει για μια ώρα, για να τρυγήσει μια αιωνιότητα από το κορμί του εραστή του. Δεν έχει χρόνο ο έρωτας. Παράνοια σκέτη. Ορμή και σκισμένες σάρκες. Δεν έχει μνήμη ο έρωτας. Μνήμη αφήνει. Να 'χει τ' αύριο σκιές...

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Ordet


Σκηνοθεσία: Carl Theodor Dreyer
Παραγωγής: Denmark/ 1955

Διάρκεια: 126'


"Είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι θα πάει στον παράδεισο μιας θρησκείας και δεν θα διακινδυνεύσει να καταλήξει στην κόλαση μιας άλλης."

Στον κόσμο του Ordet κυριαρχεί ο φανατισμός και η θρησκευτική αφέλια. Εδώ τα παιδιά δε γεννιούνται, ή γεννιούνται νεκρά, για να αποφεύγουν τον περιττό κόπο της προσαρμογής στη σαπισμένη φύση της κανονικής ζωής. Εδώ σε καθορίζουν οι ψαλμοί, οι παραδοχές και οι βεβαιότητές που υπηρετείς. Σ’ αυτόν τον ασφυκτικό κόσμο, αναρωτιέται ο Dreyer αν είναι δυνατόν να υπάρξει θεϊκός Λόγος.


"Δυο χιλιάδες χρόνια μετά δοξάζετε τα θαύματά Του, αλλά δεν μπορέσατε να καταλάβετε τον ζωντανό Χριστό", λέει ο Johanes, ο μόνος που αντιμετωπίζεται ως "τρελός", κάποια στιγμή στην ταινία. Θεϊκό είναι ό,τι μας υπερβαίνει. Συνεπώς, θεϊκό είναι το ακατανόητο. Κι ακατανόητο, δεν είναι ό,τι είναι θεϊκό, αλλά ό,τι μένει εξόριστο απ' τους ακλόνητους τρόπους και τις βέβαιες πρακτικές μας. Τελικά, αν χριστό είναι το θεϊκό, χριστό είναι μόνο το ακατανόητο. Και η χριστότητα αυτή, έγκειται στο γεγονός ότι δε μπορούμε να το καταλάβουμε. Διότι, αν αφεθούμε να καταληφθούμε από αυτό, τότε, οι εαυτοί στους οποίους θα επιστρέψουμε, θα είναι διευρυμένοι κατά το νέο, ακατανόητο μέχρι πριν, τοπίο που ενσαρκώσαμε. Υπό αυτή την έννοια, ο Χριστός του Ordet είναι μόνο ο Johanes. Και δεν είναι Χριστός, επειδή τον παριστάνει, λυγισμένος από τις ευθύνες που του 'χει καταλογίσει ο ιεροκήρυκας πατέρας του. Αλλά, είναι Χριστός, επειδή η μοναδική εσωτερικότητά του παραμένει ακατανόητη και ανέγγιχτη από τα ασφυκτικά θρησκευτικά δόγματα που μονοπωλούν τους κόσμους των άλλων.


Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν εξαιρετικά μεταφυσικά. Όμως ο Carl Theodor Dreyer τα εισάγει μ' έναν άκρως φυσικό τρόπο στην ταινία του. Για την ακρίβεια, ο αργός ρυθμός των πλάνων, η υπνωτιστική κίνηση της κάμερας, και οι μεγάλες παύσεις στη δράση εντάσσουν με τον πλέον ωμό και ρεαλιστικό τρόπο τις μόνιμες Θεολογικές ανησυχίες του δημιουργού στην επαρχιακή καθημερινότητα που λαμβάνει χώρο η ιστορία. Μια ιστορία βασισμένη στο θεατρικό του πάστορα Kaj Munk, και που ο Dreyer, όπως συνηθίζει σ' ολόκληρη τη φιλμογραφία του, χειρίζεται ως θεατρολόγος. Δηλαδή, κατευθύνει την αποδραματικοποιημένη αφήγηση μ' έναν περίτεχνο τρόπο, ώστε να οδηγηθούμε στη μείζων σημασίας τελική πράξη της λύ(τρω)σης.


Αυτή η τελική πράξη λαμβάνει χώρο σ' ένα δωμάτιο, με τοίχους γυμνούς, όπου όλα τα υποκείμενα της ταινίας βρίσκονται απέναντι από ένα νεκρό σώμα. Οι θάνατοι είναι για τους ζωντανούς άλλωστε. Η φωτογραφία σ' αυτό το δωμάτιο, γνωρίζει την αποθέωσή της. Όπως και σ' ολόκληρη την ταινία -εδώ πιο πολύ από ποτέ- είναι εξαιρετικά δύσκολο να καθορίσεις τη θέση της φωτιστικής πηγής. Πράγμα που δίνει μια υπερφυσική, μια αυτόφωτη αίσθηση στα σώματα. Σ' αυτή την κάμαρα, με τον ιδιότυπο και αφαιρετικό φωτισμό, θα τελέσει ο Dreyer ένα θείο θαύμα. Όμως, η ύπαρξη(ή μη) του Θεού, και συνεπώς του θείου, δεν οφείλεται σε λογικές παραδοχές, στατιστικές πιθανότητες ή επιστημονικές προσεγγίσεις. Η ύπαρξή Του είναι εξ' ολοκλήρου ζήτημα πίστης. Και η πίστη δεν σημαίνει, όπως παρεξηγημένα καταλογίζεται, τον ασπασμό των (δογματικών) παραδοχών που επικαλούνται την Παραδείσια εκπλήρωση των ενάρετων επιθυμιών. Η πίστη, κατά τον Dreyer, αναφέρεται σε μια πηγαία, αυθόρμητη, αυτόκλητη και κολασμένη παρόρμηση του υποκειμένου. Τέτοια που ενώνει αξεδιάλυτα τον πιστό με το αντικείμενο της πίστης. Τέτοια που καθιστά το αντικείμενο της πίστης υπαρκτό, ανεξαρτήτως εφικτότητας και πιθανοτήτων, μέσα από την υπαρξιακή πλήρωση και την υπάρχουσα εσωτερικότητα του πιστού. Η πίστη είναι Το θαύμα...

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Blue Valentine


Σκηνοθεσία: Derek Cianfrance
Παραγωγής: Usa / 2010

Διάρκεια: 112'


"Μπορείς να ανυψώνεις κάποιον και ταυτόχρονα να τον προσβάλλεις", λέει η Michelle Williams στον Ryan Gosling στην αρχή, ουσιαστικά, της γνωριμίας τους. Κι αν υπάρχει ένα χάρισμα στη σκηνοθεσία του Derek Cianfrance είναι ακριβώς αυτό: παρατηρεί το δράμα των δύο, αρνούμενος να πάρει θέση, σκιαγραφώντας δυνατούς χαρακτήρες, και δίνοντας σε κάθε πράξη, σκέψη, συναίσθημα, ταυτοχρόνως, μια διττή και αμφίσημη οπτική. Θετική και αρνητική. Όμως, Θετικοί ήρωες και αρνητικοί δεν υπάρχουν. Στο Blue Valentine υπάρχουν μόνο δύο άνθρωποι.


Οι δυο τους παντρεύονται περίπου από έρωτα, περίπου από ανάγκη. Έξι χρόνια μετά, ο γάμος τους είναι κλινήρης. Ενώ, η σχέση τους έχει τερματιστεί προ πολλού. Άλλωστε από την παραδοχή της προηγούμενης πρότασης εκκινεί η ταινία. Οι δυο τους, περίπου οι δυο τους, θα κάνουν μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσουν το γάμο. Όμως η σύζευξη δεν αφορά τα συναισθήματα. Αυτά έχουν θρυμματιστεί. Ο γάμος αφορά την ικανότητα των δύο, και των αποκτημάτων, να συμπράττουν αρμονικά, καθώς και να 'χουν μια ευπαρουσίαστη και αποδεκτή βιτρίνα στο κάτοπτρο της κοινωνίας.


Αυτός(Ryan Gosling) ήταν ορεξάτος και δοτικός. Τσαλακωμένος και απορριμμένος. Η απόκτηση αυτής, τον κάνει να νιώθει επιτυχής. Έξι χρόνια μετά, η νιότη και η φλόγα έχει σβήσει. Χωρίς συναισθήματα, αλλά με αίσθημα ανάγκης, θα επιχειρήσει, χωρίς ανταπόκριση, να περισώσει το γάμο τους. Θυσιάζεται, προσπαθεί και πιέζει καταστάσεις. Η έλλειψη αυτοπεποίθησης και αναγνώρισης, καθώς και το ανεπίτευκτο, φέρνουν ασφυξία και ένα αίσθημα αδικίας. Εν τέλει, οι εν γένει ψυχαναγκασμοί του, βάζουν μια οριστική τελεία.


Αυτή(Michelle Williams) ήταν ελκυστική και είχε μια υποσχόμενη ζωή. Ήταν τραυματισμένη και επιθυμητή. Αυτός, την έκανε να νιώθει ξένοιαστη και ασφαλής. Έξι χρόνια μετά, δεν αισθάνεται τίποτα. Όχι γιατί αυτός είναι κακός, αποτυχημένος ή αδιάφορος. Δεν αισθάνεται τίποτα γιατί δεν αισθάνεται. Τόσο απλά. Τόσο φυσικά. Κι αν τα μεγάλα μάτια της κρύβουν μια σιωπηλή κι ανομολόγητη θλίψη, δεν προέρχεται από πόνο ή από λύπη. Αλλά από κάτι πιο τρομακτικό: την αδυναμία να αισθανθεί το οτιδήποτε.

Blue Valentine: όσο η αγάπη θα έχει φύγει, στο σπίτι τριγυρνούν φαντάσματα και οι κραυγές τους.



Ένα εξαιρετικό κείμενο εδώ.