
Σκηνοθεσία: Carl Theodor Dreyer
Παραγωγής: Denmark/ 1955
Διάρκεια: 126'
"Είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι θα πάει στον παράδεισο μιας θρησκείας και δεν θα διακινδυνεύσει να καταλήξει στην κόλαση μιας άλλης."
Στον κόσμο του Ordet κυριαρχεί ο φανατισμός και η θρησκευτική αφέλια. Εδώ τα παιδιά δε γεννιούνται, ή γεννιούνται νεκρά, για να αποφεύγουν τον περιττό κόπο της προσαρμογής στη σαπισμένη φύση της κανονικής ζωής. Εδώ σε καθορίζουν οι ψαλμοί, οι παραδοχές και οι βεβαιότητές που υπηρετείς. Σ’ αυτόν τον ασφυκτικό κόσμο, αναρωτιέται ο Dreyer αν είναι δυνατόν να υπάρξει θεϊκός Λόγος.

"Δυο χιλιάδες χρόνια μετά δοξάζετε τα θαύματά Του, αλλά δεν μπορέσατε να καταλάβετε τον ζωντανό Χριστό", λέει ο Johanes, ο μόνος που αντιμετωπίζεται ως "τρελός", κάποια στιγμή στην ταινία. Θεϊκό είναι ό,τι μας υπερβαίνει. Συνεπώς, θεϊκό είναι το ακατανόητο. Κι ακατανόητο, δεν είναι ό,τι είναι θεϊκό, αλλά ό,τι μένει εξόριστο απ' τους ακλόνητους τρόπους και τις βέβαιες πρακτικές μας. Τελικά, αν χριστό είναι το θεϊκό, χριστό είναι μόνο το ακατανόητο. Και η χριστότητα αυτή, έγκειται στο γεγονός ότι δε μπορούμε να το καταλάβουμε. Διότι, αν αφεθούμε να καταληφθούμε από αυτό, τότε, οι εαυτοί στους οποίους θα επιστρέψουμε, θα είναι διευρυμένοι κατά το νέο, ακατανόητο μέχρι πριν, τοπίο που ενσαρκώσαμε. Υπό αυτή την έννοια, ο Χριστός του Ordet είναι μόνο ο Johanes. Και δεν είναι Χριστός, επειδή τον παριστάνει, λυγισμένος από τις ευθύνες που του 'χει καταλογίσει ο ιεροκήρυκας πατέρας του. Αλλά, είναι Χριστός, επειδή η μοναδική εσωτερικότητά του παραμένει ακατανόητη και ανέγγιχτη από τα ασφυκτικά θρησκευτικά δόγματα που μονοπωλούν τους κόσμους των άλλων.

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν εξαιρετικά μεταφυσικά. Όμως ο Carl Theodor Dreyer τα εισάγει μ' έναν άκρως φυσικό τρόπο στην ταινία του. Για την ακρίβεια, ο αργός ρυθμός των πλάνων, η υπνωτιστική κίνηση της κάμερας, και οι μεγάλες παύσεις στη δράση εντάσσουν με τον πλέον ωμό και ρεαλιστικό τρόπο τις μόνιμες Θεολογικές ανησυχίες του δημιουργού στην επαρχιακή καθημερινότητα που λαμβάνει χώρο η ιστορία. Μια ιστορία βασισμένη στο θεατρικό του πάστορα Kaj Munk, και που ο Dreyer, όπως συνηθίζει σ' ολόκληρη τη φιλμογραφία του, χειρίζεται ως θεατρολόγος. Δηλαδή, κατευθύνει την αποδραματικοποιημένη αφήγηση μ' έναν περίτεχνο τρόπο, ώστε να οδηγηθούμε στη μείζων σημασίας τελική πράξη της λύ(τρω)σης.

Αυτή η τελική πράξη λαμβάνει χώρο σ' ένα δωμάτιο, με τοίχους γυμνούς, όπου όλα τα υποκείμενα της ταινίας βρίσκονται απέναντι από ένα νεκρό σώμα. Οι θάνατοι είναι για τους ζωντανούς άλλωστε. Η φωτογραφία σ' αυτό το δωμάτιο, γνωρίζει την αποθέωσή της. Όπως και σ' ολόκληρη την ταινία -εδώ πιο πολύ από ποτέ- είναι εξαιρετικά δύσκολο να καθορίσεις τη θέση της φωτιστικής πηγής. Πράγμα που δίνει μια υπερφυσική, μια αυτόφωτη αίσθηση στα σώματα. Σ' αυτή την κάμαρα, με τον ιδιότυπο και αφαιρετικό φωτισμό, θα τελέσει ο Dreyer ένα θείο θαύμα. Όμως, η ύπαρξη(ή μη) του Θεού, και συνεπώς του θείου, δεν οφείλεται σε λογικές παραδοχές, στατιστικές πιθανότητες ή επιστημονικές προσεγγίσεις. Η ύπαρξή Του είναι εξ' ολοκλήρου ζήτημα πίστης. Και η πίστη δεν σημαίνει, όπως παρεξηγημένα καταλογίζεται, τον ασπασμό των (δογματικών) παραδοχών που επικαλούνται την Παραδείσια εκπλήρωση των ενάρετων επιθυμιών. Η πίστη, κατά τον Dreyer, αναφέρεται σε μια πηγαία, αυθόρμητη, αυτόκλητη και κολασμένη παρόρμηση του υποκειμένου. Τέτοια που ενώνει αξεδιάλυτα τον πιστό με το αντικείμενο της πίστης. Τέτοια που καθιστά το αντικείμενο της πίστης υπαρκτό, ανεξαρτήτως εφικτότητας και πιθανοτήτων, μέσα από την υπαρξιακή πλήρωση και την υπάρχουσα εσωτερικότητα του πιστού. Η πίστη είναι Το θαύμα...




