Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

The Go-Between


Σκηνοθεσία: Joseph Losey
Παραγωγή: England / 1971
Διάρκεια: 118'

Ο μικρός Leo αφήνεται (εγκαταλείπεται) από τη μητέρα του στην έπαυλη μιας αστικής οικογένειας. Εκεί, όταν ο συνομήλικος φίλος του αρρωσταίνει, αναγκαστικά εισέρχεται στον κόσμο των μεγάλων. Κυρίως, έρχεται σ' επαφή με τη Marian την μεγάλη αδερφή του φίλου του, και τον Ted, έναν αγρότη που μένει αρκετά έξω από την αστική έπαυλη. Ο Ted και η Marian τυγχάνει να είναι ζευγάρι, κρυφό και παράνομο. Και ο μόνος που δεν μπορεί να επικρίνει, να καταλάβει και να διαβάλει αυτή τη σχέση (διαφορά τάξεων) είναι ο μικρός Leo. Σύντομα, γίνεται ο μεσάζων, μεταφέροντας γράμματα του ζευγαριού, μέσα απ' τα οποία κανονίζουν τις μυστικές ερωτικές τους συνευρέσεις.


Ο Leo είναι ο ιδανικός ταχυδρόμος του ζευγαριού. Και είναι ιδανικός ταχυδρόμος γιατί δεν μπορεί να μετέχει σε αυτή την ερωτική σχέση. Δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του μέρος ενός τριγώνου. Ο ίδιος δεν έχει καμία σεξουαλική περιέργεια ή προδιάθεση ακόμα. Και ως εκ τούτου δεν έχει καμία ανάγκη να ικανοποιήσει τον εαυτό του, αλλά ούτε και κάποιον τρίτο. Η σεξουαλικότητά του δεν έχει σχηματιστεί. Δεν υπάρχει καμία πηγαία παρόρμηση προς αυτή. Ούτε μια φορά δεν αγγίζει τα γεννητικά του όργανα. Και αν δείχνει μια κάποια περιέργεια, αυτή είναι τελείως ανθρώπινη. Μάλλον μια περιέργια ανθρωπίλας. Τελείως φιλολογική. Είναι η περιέργεια που δεν χωράει το μυαλό του ότι μεταξύ δύο ανθρώπων μπορεί να υπάρχει κάτι περισσότερο απ' το φιλί. Αυτή η άγνοια, αλλά και η ασχημάτιστη ακόμα φύση, τον καθιστά ως ιδανικό διαμεσολαβητή των επιστολών. Δε μπορεί να τις διαβάλλει. Να τις αλλοιώσει με τη δική του μετοχή. Τις μεταφέρει άθικτες.
  

Αλλά και για τον ίδιο, ο ρόλος του ταχυδρόμου είναι ένας ιδανικός ρόλος. Καθώς ο Leo μοιάζει να αισθάνεται εντελώς αμήχανα ανάμεσα στον κόσμο των μεγάλων. Δεν καταλαβαίνει τα ήθη τους, τα έθιμά τους, τα στενά κουστούμια τους, τις σχέσεις τους, τους απαράβατους κανόνες. Δεν μπορεί να αναπνεύσει ελεύθερα μέσα σε αυτό το σφιχτό ρούχο της βικτωριανής ευμάρειας. Ο ίδιος προτιμά να περιφέρεται στις δεξιώσεις με το σχολικό του σακάκι, ακόμα κι αν δέχεται παρατηρήσεις για αυτό. Ακόμα πιο πολύ προτιμά να φεύγει μακριά από τις καλοφροντισμένες αυλές και τα δωμάτια με τα ακριβά έπιπλα. Προτιμά να περπατά στη φύση. (Ο Losey κινηματογραφεί σχεδόν ερωτικά τη φύση χρησιμοποιώντας το στοιχείο της παιδικής ελευθερίας και απεραντοσύνης μέσα σε αυτή.) Η φύση αποκαλύπτεται αβίαστα σε κάθε εξερευνητικό άγγιγμα του Leo. Δεν έχει μυστικά, δεν έχει ίντριγκες. Και όντας ταχυδρόμος του ζευγαριού, είναι υποχρεωμένος να διασχίζει μεγάλες μοναχικές αποστάσεις στην ύπαιθρο. Σε μια ύπαιθρο που τον δέχεται και του δίνεται χωρίς κανόνες. Χωρίς περιστροφές. Σε μια ύπαιθρο που μπορεί να είναι ο εαυτός του.

Βέβαια ο Losey δεν κάνει μόνο μια ταινία-πορτραίτο μιας διαρκούς παιδικότητας. Μέσα σε αυτό το εφαρμοστό βικτωριανό ένδυμα διαγράφει την ανθρώπινη βαρβαρότητα των ταξικών διαχωρισμών και των (αυτ)επινοημένων πολέμων. Περισσότερο υπονοεί, παρά φανερώνει. Υπονοεί έναν τόπο γεμάτο δηλητηριασμένα λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια δεν υπάρχουν πια μόνο εκεί που τα φυτέψαμε. Περισσότερο υπάρχουν εκεί που τα μυρίζουμε. Και τα μυρίζουμε παντού καθώς έχουμε διαποτιστεί οι ίδιοι με το άρωμά τους. Οι ιδέες, οι αντιλήψεις, οι άμυνες, το μίσος, οι ανάγκες, οι κανόνες, τα στερεότυπα έχουν ριζώσει βαθύτερα μέσα μας ακόμα κι απ' τον χρόνο. Και καταλαβαίνεις, σχεδόν αντανακλαστικά, ότι κάτι δεν πάει καλά με την ανθρωπότητα, απ' τη στιγμή που μια μητέρα, ντυμένη με το μανδύα της πρόνοιας, εγκαταλείπει(εμπιστεύεται) το παιδί της στους κόλπους μιας αστικής οικογένειας, την ίδια ώρα, που κάποια άλλη γυναίκα και μέλλουσα μητέρα, απαρνούμενη την αστική καταγωγή της και τις πεισματικά βαμμένες φλέβες της, επιλέγει κάποιον αγρότη ως εραστή της. The Go-Between λοιπόν. Γιατί, γνωρίζεις πως η απόσταση απ' το αγέννητο ως την γέννηση, είναι μια άγρια, φθοροποιός και αναπόφευκη βόλτα στους σχηματισμένους κόλπους μιας αμείλικτης και βάρβαρης ανθρωπότητας.

 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Sotto il segno dello scorpione


Σκηνοθεσία: Paolo Taviani-Vittorio Taviani
Παραγωγή: Italy / 1969
Διάρκεια: 100’


Ερχόντουσαν από την άλλη πλευρά του νησιού. Διέσχιζαν τη θάλασσα κουρασμένοι και τσακισμένοι κατά δεκάδες. Τα μέλη τους κρέμονταν αδύναμα από τα καχεκτικά σώματά τους. Ενώ τα κορμιά τους ήταν γεμάτα βαθιές πληγές μέσα από τις οποίες μπορούσες να αγγίξεις τον θάνατο. Είχαν τα σημάδια μιας τραγωδίας και μετοικούσαν στη δική μας γη.


Τους κοιτούσαμε σκευρωμένους από πόνο και θάνατο. Και τους κρατούσαμε μακριά απ’ τα δικά μας σπίτια. Ουρλιάζαν εντελώς ζαλισμένοι απ’ την πείνα. Πραγματικά αβοήθητοι. Τους ρίχναμε μέσα σε βαθιά πηγάδια τις νύχτες για να σωπαίνουμε τις κραυγές τους. Κάποιοι φωνάζαν πως ο θάνατος δε θ’ αργήσει να ‘ρθει και στα δικά μας μέρη. Διασχίζει τη θάλασσα και καταλαμβάνει τη γη ανοίγοντας ρωγμές στο πετρωμένο έδαφος του εφησυχασμού. Εμείς αδιαφορούσαμε. Τους κρατούσαμε μακριά. Μέχρι που ήταν εντελώς ακίνδυνοι. Έπειτα κλείσαμε όλα τα φώτα. Και κοιμηθήκαμε ήσυχα παίρνοντας αγκαλιά τα όνειρά μας.

Την άλλη μέρα είχαν γλιστρήσει από τη σιωπή του φεγγαριού ως το ξημέρωμα. Με μια πρωτόγνωρη δύναμη -οι σφικτοί μύες της απελπισίας- έτρεχαν μακριά από τα σπίτια μας, μακριά από τη γη μας, μακριά από τη ζωή μας. Είχαν πάρει και τις γυναίκες μας μαζί. Λένε, πως η μακροζωία και η ευημέρια ενός έθνους είναι εξαρτημένες από τις παραγωγικές του διαδικασίες. Για εκείνους, το πρώτο παραγωγικό ζήτημα που όφειλε να διευθετηθεί, ήταν η αναπαραγωγή. 



Τους κυνηγήσαμε μακριά απ’ τα σπίτια μας. Μα οι γυναίκες μας είχαν ήδη μολυνθεί. Όταν τους πλησιάσαμε οι πληγές του θανάτου έμοιαζαν πιο απειλιτικές από ποτέ. Αυτοί είχαν φτάσει ήδη σε μια γη που δεν είχε όνομα, κι έτσι αδυνατούσαμε να τους εντοπίσουμε. Όταν γυρίσαμε βρήκαμε τα σπίτια μας κλειστά. Τα παιδιά μας διαβάζαν μέσα τις παλιές μας ιστορίες, κι έτσι δεν ήμασταν αναγκασμένοι να πούμε καινούριες. Ένα έθνος γεννιόταν κάπου μακριά, κι εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Με τα σώματα συντετριμμένα και διασπασμένα. Μέσα στα σπίτια μας. Δίπλα απ’ τη θάλασσα. Πάνω απ’ τα πηγάδια. Μες το σκοτάδι της νύχτας.

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Στάζουν Μεσάνυχτα




Στάζουν Μεσάνυχτα, ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου

Στην ποιητική συλλογή της Δήμητρας Αγγέλου, “Στάζουν Μεσάνυχτα”, ερχόμαστε σ’ επαφή μ’ ένα τρομακτικό ον. Μ’ ένα ον γεμάτο αγκάθια, μ’ ένα ον που κλωτσά, μ’ ένα ον που δέχεται, μ’ ένα ον που δε δέχεται, μ’ ένα ασχημάτιστο ον, μ’ ένα ον που “πονά γιατί γεννήθηκε”. Αν θέλαμε να αναλύσουμε αυτό το ον, ίσως καταλήγαμε πως είναι ένας άνθρωπος εν τω γίγνεσθαι. Ή ακόμα πιο πίσω, ένας άνθρωπος πριν το γίγνεσθαι. Ένας άνθρωπος στακτός. Ασχημάτιστος. Ένας άνθρωπος που είναι στα πρόθυρα του να υπάρξει. Κι αυτό το στάδιο τον καθιστά, αν όχι μια διακριτή/αναγνωρίσιμη πάλη, μια αισθητή πάλη. Για τον ίδιο και τους άλλους. Ο προ-άνθρωπος, αν μου επιτραπεί αυτός ο αδόκιμος όρος, δεν είναι ο άνθρωπος ο καθημερινός. Παρ’ όλα αυτά ίσως είναι περισσότερο οικείος. Δεν είναι ο ορατός άνθρωπος. Η αντικειμενικότητα που αποτελούμε για τους άλλους. Είναι ο άνθρωπος πριν τον άνθρωπο. Ή κάπως διαφορετικά, ο άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο, πριν ο τελευταίος γίνει άνθρωπος. Πριν ο τελευταίος γίνει σύμβαση. Για τον προάνθρωπο της ποιητικής συλλογής, η ζωή είναι ένα θαύμα. Αλλά όχι ένα θαύμα που δίνεται. Για αυτόν η ζωή είναι το θαύμα του να ζεις.

Το ανθρώπινο σώμα ποτέ
Όταν στ’ αλήθεια το αγγίζεις
Δεν έχει περίγραμμα
Δεν έχει άνθρωπο

Κι αυτός ο προάνθρωπος που παρατηρώ μέσα στους στίχους της ποιήτριας, κατά έναν τρόπο είναι ανώτερος άνθρωπος. Όχι ανώτερος από την κοινωνιολογική άποψη. Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ηθικός. Δεν είναι σεβάσμιος. Δεν είναι αξιοπρεπής. Δεν έχει κανένα έδρανο στην αντίληψη των πολλών. Δε ζυμώνεται απ’ όλα αυτά τα μπαγιάτικα εδέσματα που μας σερβίρονται σε ακριβά σερβίτσια νύχτες χωρίς άστρα, νύχτες χωρίς φεγγάρι. Η ποιητική συλλογή της Δήμητρας μοιάζει να έχει απομυθοποιήσει πλήρως τις παραδεκτές αξίες. Δε μπαίνει καν στον κόπο να τις περιφρονήσει. Τις έχει δει και τις έχει προσπεράσει. Επωμίζοντας, σχεδόν αυτοτραυματικά, το βάρος και το κόστος αυτής της επιλογής. Αυτής της διαφορετικότητας. Ο δικός της υπεράνθρωπος, ο δικός της προάνθρωπος, υποφέρει. Τεμαχίζεται. Αφανίζεται. Ρημάζεται. Το ευαγγέλιο του -προφανώς και δεν έχει τέτοιο- είναι ο πόνος, η καύλα, ο έρωτας, η παρόρμηση. Εκείνη η άφατη ουσία που δε μπορεί να γίνει λέξη. Η άφατη ουσία της αίσθησης, που με όσες λέξεις και να την περικυκλώσεις, μένει απ’ έξω. Κι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ένας μακρινός άνθρωπος. Δεν είναι ένας άνθρωπος που δε σε αφορά. Είναι ένας άνθρωπος που σ’ έχει αγγίξει εκεί που τον αισθάνεσαι. Και σ’ έχει αγγίξει μ’ όλους τους πιθανούς τρόπους. Ακόμα και μ’ αυτούς που δε σ’ έχει αγγίξει…

Απ’ όπου κι αν με πιάσεις εγώ θα πονάω
Γιατί με έχεις πιάσει ήδη παντού


Στάζουν Μεσάνυχτα, γράφεται στον τίτλο της συλλογής, και ίσως μπορείς ήδη να διαισθανθείς τον υγρό, πηχτό πόνο, τον αισθησιακό, σχεδόν ερεθιστικό τόνο μιας δραματικής φωνής. Όμως η φωνή της ποιήτριας περιέχει όλο τον πόνο του δράματος, χωρίς το δράμα. Χωρίς κάτι το δραματικό. Κι αν τα μεσάνυχτα φαντάζουν σύνορο, η ποίηση της συλλογής είναι ασύνορη. Μπορεί τα μεσάνυχτα να διαχωρίζουν στη σκέψη μας τη ζωή απ’ το θάνατο, τη μέρα από τη νύχτα, τη μέρα από την άλλη μέρα, το δόκιμο απ’ το αδόκιμο, όμως ταυτόχρονα και κυριολεκτικά, αποτελούν μια ασύνορη μεταβατική στιγμή. Μια ανεπανάληπτα μοναδική στιγμή. Σ’ αυτή τη στιγμή πασχίζει η συλλογή. Όχι πριν τη μετάβαση. Ούτε μετά. Στο ακριβώς της στιγμής. Της στιγμής που δεν υπάρχει. Της στιγμής που στάζει τη σκοτοδίνη του αισθήματος. Και οι στίχοι μοιάζουν μια ταπεινή συγκομιδή, μια βιωματική καταγραφή πόνου, μνήμης, απώλειας, έρωτα, ζωής, νοσταλγίας, τρόμου, αγάπης, φόβου, παράνοιας (δεν τελειώνει) πριν γίνουν αυτό που υπαινίσσονται οι λέξεις. Πόνος, μνήμη, απώλεια, έρωτας (…) πριν γίνουν η γνώση των λέξεων. Η εμπειρία των λέξεων. Η συνείδησή τους. Ίσως οι λέξεις αστοχούν. Κι αυτή ακριβώς η ικανότητα δίνει στην αίσθηση τη δυνατότητα να σε κατακλείσει. Να σε κατακλείσει με την (αίσθηση) της ευνοϊκής θερμοκρασίας των πραγμάτων, πριν ακόμη γίνουν πράγματα.

Μου λείπει ο μπαμπάς μαμά
Μου λείπει το να με πιάνουν από το χέρι
Χωρίς να με αγγίζουν
Να με οδηγούν
Χωρίς να προπορεύονται
Να μου μαθαίνουν τ’ αστέρια και τα μαθηματικά
Να μου τραγουδούν κι εγώ να γελάω
Μου λείπει η θαλπωρή των θερινών νυχτών
της παιδικής ηλικίας
Η ευνοϊκή θερμοκρασία των πραγμάτων
Πριν ακόμη γίνουν πράγματα
τι κάνει ο μπαμπάς μαμά;
Και γιατί εδώ κάνει τόση μοναξιά;
Ξέχασε να με μάθει κάτι;
Έχω πολλές απορίες ακόμη να του πεις μαμά…