Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

1984


Σκηνοθεσία: Michael Radford
Παραγωγής: England / 1984
Διάρκεια: 113'

Μη μου κλείνεις το διακόπτη του μυαλού μου προσπαθώντας να με κάνεις κανονική.(Σάρα Κέιν)

Το 1984 είναι μια ταινία/βιβλίο για τον πόλεμο. Για τον μανιασμένο πόλεμο της ανθρωπότητας, ως δεδομένο σύστημα, πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί πόλεμος δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει όταν δυο λαοί βρίσκονται σε αντιμέτωπη κατάσταση. Όταν δυο στρατεύματα συγκρούονται. Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι ο ορισμός του πολέμου! Πόλεμος είναι ένα "παιχνίδι" που ρυθμίζεται από ανώτερες -και συνεπώς ξένες- εντολές που έχουν ως αποτέλεσμα να εμπλέκουν/παγιδεύουν ανθρώπους σε ένα συγκεκριμένο πεδίο. Συνεπώς, πόλεμος είναι και αυτό που βιώνει ένας λαός όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πείνα, όταν μάχεται για τα εργατικά δικαιώματα. Πόλεμος είναι αυτό που συμβαίνει όταν οι συνθήκες σε αναγκάζουν να μεταναστεύσεις. Σ' άλλον τόπο. Ή σ' άλλο όνειρο. Σ' όλες τις περιπτώσεις υπάρχουν συγκεκριμένες και καθόλου τυχαίες εξωτερικές συνθήκες που ερεθίζουν τα ανθρώπινα όντα και τα αναγκάζουν να συμπεριφερθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.



Απ' τον ορισμό προκύπτει ότι βασική επιδίωξη του πολέμου δεν είναι η νίκη. Δεν υπάρχει νίκη. Το παιχνίδι είναι κατασκευασμένο έτσι. Βασική επιδίωξη του πολέμου είναι η ψευδαίσθηση που παρέχει σε αυτούς που εμπλέκονται πως μάχονται για μια πιθανή νίκη. Μ' αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι μένουν υποδουλωμένοι σ' έναν πλαστό στόχο. Διαρκώς απασχολημένοι. Συνεχώς ναρκωμένοι. Κι αυτό το παιχνίδι που αποκαλέσαμε ως πόλεμο μένει διαρκώς αναμμένο. Οι άνθρωποι μένουν υπό την επίρροια των εντολών και των πληροφοριών που τους παρέχει η εκάστοτε πολιτική/κοινωνική εξουσία. Και μ' αυτόν τον τρόπο τους ασκείται μόνιμα, χωρίς να το καταλαβαίνουν αφού έχουν παραδοθεί εθελούσια, μια εξωτερική δύναμη. Μια εξωτερική δύναμη που αποσκοπεί στο να διαμορφώσει και καθορίσει τον ανθρώπινο παράγοντα. Τον πλάθει κατ' εικόνα του "κανονικού ανθρώπου". Του "κανονικού ανθρώπου", και συνεπώς αβλαβή, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίζει η εκάστοτε εξουσία.

Η ισχύς της εξουσίας μετριέται στον πόνο που μπορεί να προκαλέσει στον άνθρωπο. Η απόλυτη εξουσία επιτυγχάνεται όταν ο ανθρώπινος παράγοντας έχει διαφθαρεί σε τέτοιο βαθμό (με πόνο) που δε μπορεί να αισθανθεί άλλο πόνο. Που δε μπορεί να αισθανθεί γενικότερα. Ο "τέλειος άνθρωπος" είναι ένας παράλυτος άνθρωπος.

Βασική επιδίωξη του συστήματος, μέσα απο τους τεχνητούς πολέμους που στήνει για να εμπλέξει τα κοινωνικά όντα, είναι να αποξενώσει τον άνθρωπο απ' τον χώρο και το χρόνο. Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, πως βασική επιδίωξη είναι να αποξενωθεί ο άνθρωπος από τη φύση του. Να ξεκοκαλιστεί από τον εαυτό του. Για να επιτευχθεί αυτό, όσο ο άνθρωπος μένει φανατισμένα ναρκωμένος και εμπλεγμένος στα "πολεμικά παιχνίδια", -δηλαδή όσο αποτελεί εύκολο στόχο- βομβαρδίζεται με πληροφορίες και εικόνες, τεχνητές και κατασκευασμένες, που αποσκοπούν σε πρώτο επίπεδο, να αποφέρουν ένα καίριο πλήγμα στην ελεύθερη κρίση του. Κι αφού επιτευχθεί αυτό το πρώτο επίπεδο, συνέχεια έχει να κατασκευασθεί μια ανθρώπινη κρίση ακίνδυνη και σύμφωνη με τις επιταγές της εκάστοτε εξουσίας. Για να γίνει αυτό εφικτό, οι πληροφορίες που παραδίνονται κατασκευάζονται με τον ανάλογο τρόπο. Συνεπώς, από τη στιγμή που ο άνθρωπος εμπλεχθεί στα κατασκευασμένα παιχνίδια του πολιτικού συστήματος, γίνεται σταδιακά ένα ον απόλυτα ελεγχόμενο. Ένα μη ελεύθερο ον. Ένα παραλυμένο ον, χωρίς βούληση, χωρίς σκέψη, που ρέει αναπόδραστα προς αυτό που έχει οριστεί ως κανονικό.


Ο Michael Radford, ωστόσο, μεταφέροντας το βιβλίο του George Orwell, μας υπενθυμίζει πως υπάρχει ένα αδιάσπαστο σημείο: ο Έρωτας. Δε μιλάει για την παθογένεια του έρωτα, μέσα από την οποία συνδέονται δυο άνθρωποι. Αλλά για εκείνον τον αλλόκοτο έρωτα που κρατάει τα συναισθήματα αναμμένα. Που παρέχει ένα παρθένα αλλόκοτο βλέμμα στον κόσμο. Ο έρωτας που κρατάει αμόλυντους τους ανθρώπους. Και, κατά κάποιον τρόπο αδιάφορους, και συνεπώς μη ευάλωτους προς τα κατασκευασμένα πολεμικά παιχνίδια. Γιατί αν ο πόλεμος με το μυαλό είναι ελεγχόμενος. Ο εσωτερικός συναισθηματικός πόλεμος (δεν αναφέρομαι σε συναισθήματα-αντανακλαστικά πραγματικότητας) είναι εξαιρετικά περίπλοκος και κρυπτικά δυσερμήνευτος...


Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Buffalo '66

Σκηνοθεσία: Vincent Gallo 
Παραγωγής: USA / 1998 
Διάρκεια: 110' 

Οι ήρωες του Buffalo '66(Vincent Gallo-Christina Ricci) μοιράζονται το ίδιο πεπρωμένο. Μπορεί να έρχονται από διαφορετικές διαδρομές, αλλά το παρελθόν τους βρέχεται από όμοιο χρώμα. Αυτός ο φοβισμένος κόσμος τους έχει χρεώσει δυσανάλογες ήττες, αφού πρώτα τους έπεισε για αυτές. Επακόλουθο, αλλεπάλληλα χρόνια εξορίας, άρνησης και καταναγκαστικής μοναξιάς. Κι αυτοί κουβαλούν στα θνητά τους πόδια το πρόσθετο βάρος παραπατώντας και ασθμαίνοντας. Ζουν στο περιθώριο μιας κοινωνίας που τους φοβάται. Που τη φοβούνται.


Οι πλαστές συσσωρευμένες ήττες, για τις οποίες τους πείσανε, έχουν γεμίσει εκδορές τα τσαλακωμένα κουφάρια τους. Οι ανοιχτές πληγές πλάθουν μια υπέρμετρη ευαισθησία που μεταφράζεται αντιδραστικά και αμυντικά σε μια έκρυθμη βιαιότητα. Ειδικά ο Vincent Gallo, μοιάζει ανά πάσα στιγμή έτοιμος να εκραγεί. Απομονωμένοι από το σύστημα, και οι δύο έχουν ανάγκη από έναν προσωπικό χώρο όπου να αισθάνονται ξεχωριστοί. Μοναδικοί. Έναν χώρο όπου θα βρίσκουν καταφύγιο. Ο Vincent Gallo όταν πιάνει τη μπάλα του bowling διακατέχεται από μια αδιαπραγμάτευτη αυτοπεποίθηση, όμοια με αυτή που συναντάμε στην Christina Ricci όταν φοράει τις πολύχρωμες μπαλαρίνες της. Είναι οι στιγμές που και οι δύο νιώθουν ότι ο κόσμος τους ανήκει.


 Η ανασφάλεια τους τυφλώνει. Σχεδόν τους παραλύει. Τους κάνει να φέρονται σαν αυτιστικοί. Φοβισμένοι. Ζαρωμένοι. Ο Vincent Gallo, ως σκηνοθέτης πλέον, δηλώνει πως μόνο η συγκοινωνία και ο συγχρονισμός των συναισθημάτων δύο ατόμων μπορεί να επουλώσει τις ανοιχτές πληγές του χθες. Δεν είναι όμως τόσο αφελής. Το σύμπαν καταλαμβάνει έναν άπειρο όγκο, και οι πλάτες τους έναν ελάχιστο χώρο. Το παιχνίδι παίζεται άνισα. Κι όμως αν το Buffalo 66 είναι η επαναλαμβανόμενη ιστορία μιας συνεχούς προσωπικής ήττας, ταυτόχρονα, είναι και το ακαριαίο άγγιγμα του μελάγχολου έρωτα που σταματά το χρόνο.


Τρίτη 1 Μαΐου 2012

The Adjuster


Σκηνοθεσία: Atom Egoyan 
Παραγωγής: Canada / 1991 
Διάρκεια: 102' 

Στο The Adjuster, κάτω απ' την ονειρική προσωπική γραφή του Atom Egoyan, παρατηρούμε μια κρίση των αξιών. Ή μια απαξία της ατομικής κριτικής σκέψης. Όλοι οι ήρωες βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή ύφεση. Είναι ανίκανοι να διαχειριστούν τη ζωή τους. Και συνεπώς τους εαυτούς τους. Βρίσκονται σ' ένα μακρύ, υπόγειο κι ανέκφραστο στάδιο κατάθλιψης. Αδύνατοι στο να χτίσουν μια οντολογική συμπάγεια. Όπως και στο να αντλήσουν μια οντολογική απόλαυση.

Ο Noah(Elias Koteas) είναι, ας πούμε, κοινωνικός λειτουργός ασφαλιστικής εταιρείας. Εργάζεται εκτιμώντας την αξία των κατεστραμμένων αντικειμένων και προσφέροντας επίσημη κι ανεπίσημη βοήθεια στους πληχθέντες. Ατομικά, ζει σα σκιάχτρο τον ρόλο του πατέρα-σύζυγου σε μια οικογένεια χωρίς δεσμούς. Επί της ουσίας ζει για να προσμένει την καταστροφή των άλλων. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, προσμένει την καταστροφή των άλλων. Φωτιές, πλυμμήρες. Ούτως ώστε να φανεί χρήσιμος. Ούτως ώστε, λόγω επαγγέλματος, να προσφέρει τον εαυτό του και να μπαλώσει τα δικά του υπαρξιακά κενά. Καθώς γίνεται το οικονομικό και κυρίως το συναισθηματικό μπάλωμα στις ζωές των άλλων. Και μόνο τότε βρίσκει ισορροπία. Όταν μπαίνει μέσα από κατεστραμμέα παράθυρα στις ζωές αυτών που φέρονται να τον έχουν ανάγκη.



Η Hera(Arsinée Khanjian), γυναίκα του Noah, ζει μαζί του σ' ένα μοναχικό σπίτι σ' ένα ερημωμένο τοπίο. Είναι παραμελημένη. Η δική της ερημιά ηχεί σε εκκωφαντικές συχνότητες. Βρίσκει καταφύγιο, κι αυτή, στη δουλειά της. Εργάζεται στη σκοτεινή αίθουσα, παρακολουθώντας πρώτη απ' όλους, τολμηρό οπτικοακουστικό υλικό, και κρίνοντας τον δείκτη καταλληλότητας για τους άλλους. Όχι όμως και για την αδερφή της. Αυτή είναι η μόνη με την οποία διατηρεί άρηκτους δεσμούς. Απ' την παιδική ηλικία. Από πάντα. Κινηματογραφεί, παράνομα, και για χάρη της, αυτά που βλέπει στην σκοτεινή αίθουσα. Και της διαθέτει το ξεχωριστό προνόμιο που η ίδια αισθάνεται ότι έχει: την αποκλειστική πρόσβαση στο απαγορευμένο.

 Όπως διαφάινεται, και οι δύο ήρωες ζουν αξιολογώντας αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Σε διαφορετικό επίπεδο. Ο ένας αξιολογεί την βαρύτητα των καταστροφών. Η άλλη την καταλληλότητα εικόνων και ήχων. Όμως, ειρωνικά και παράφωνα, και οι δύο είναι ανίκανοι να βρουν βαθύτερες εσωτερικές αξίες. Ανίκανοι για οποιαδήποτε υπαρξιακή κρίση. Ανίκανοι να μετατρέψουν τη ζωή τους σε μια ευχάριστη διαδρομή. Ζουν μοιράζοντας το τίποτα που τους ενώνει: ένα υπαρξιακό κενό.



Με φόντο μια όψιμη κατάθλιψη, και στις εκφάνσεις πύρρινου παλλόμενου πορτοκαλί, ο Egoyan κάνει μια μελάγχολη ταινία. Βυθίζεται στον ψυχισμό και την (φαινομενικά αναίτια) δυστυχία του σύγχρονου άνθρωπου. Και μαζί του παρατηρούμε ψιλαφηστά τη θλίψη των ανήμπορων ημερών. Κι όμως το The Adjuster είναι ένα αποφασιστικά αναμμένο σπίρτο πάνω απ' την θολή καθημερινή δυστυχία. Δε διεκδικεί μια αναστάσιμη συναισθηματική γεωγραφία εκ του μηδενός. Κάθε άλλο. Ανάβει μόνο μια φωτιά στο τίποτα που μας περικυκλώνει. Μια φωτιά στους ψυχρούς που είμαστε.

Οι πάγοι ίσως λιώσουν κάποτε...