Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1984. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1984. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Ταξίδι στα Κύθηρα


Σκηνοθεσία: Theodoros Angelopoulos 
Παραγωγής: Greece / Germany / Italy / England / 1984 
Διάρκεια: 134' 

Το πιο μακρύ ταξίδι είναι προς μια πατρίδα που δεν υπάρχει. Επιστρέφεις από εξορία. Κι ανακαλύπτεις ότι δεν έχεις καν ταυτότητα. Έχει παραγραφεί το όνομά σου. Αγέννητος. Ούτε ζωντανός. Ούτε νεκρός. Αγέννητος. Οι μνήμες σου, οι εμπειρίες σου έχουν αποσυρθεί από το νομισματικό ταμείο. Κανείς δε νοιάζεται για κείνες. Χρεωκοπημένος είσαι στις ζωές των άλλων.

Στο μεταξύ, όσο έλειπες, οι άλλοι μάθαν να ζουν χωρίς εσένα. Δεν τους χρειάζεσαι πια. Έχει παγώσει η θέση στην καρέκλα. Το σπίτι κλειστό. Εφημερίδες στα παράθυρα. Το τραπέζι καπνίζει χωρίς εσένα. Ξεσυνήθισε τα χνώτα σου. Είσαι περιττός. Το πιο μακρύ ταξίδι είναι προς μια πατρίδα που δεν υπάρχει. Είσαι παρείσακτος. Δεν έχεις καν παρελθόν για να παρέμβεις στο παρόν. Κανένα μέλλον δε σε χωράει.


Κι εσύ είσαι λευκός. Σε χλώμιασε ο πόνος. Είσαι λευκός, άσπιλος, σαν το απάτητο το χιόνι. Το χιόνι, πάει, κι αυτό τιμολογήθηκε. Και τους χαλά το μερτικό αυτή η λευκότητά σου. Υπέμενες την εξορία. Τώρα επιστρέφεις σε μια πατρίδα που δεν υπάρχει. Για να υπομείνεις την δεύτερη εξορία. Την ατελείωτη εξορία. Φρικτός ο κόσμος των ανθρώπων. Επιβουλεύτηκε τη ζωή. Και πιο πολύ τον θάνατο. Κι εσύ υπομένεις. Καταδικασμένος χωρίς όνομα. Χωρίς ταυτότητα. Αγέννητος. Παντού ανύπαρκτος. Παντού παρατημένος.

Το πιο μακρύ ταξίδι είναι προς μια πατρίδα που δεν υπάρχει. Κύθηρα δεν υπάρχουν. Μόνο η σκιά σου απέμεινε κι αυτή τραυματισμένη. Είσαι μια αποσκευή λαθραία, που ξεχάστηκε σ' ένα λιμάνι, σ' έναν τόπο που τον κατάπιε η θάλασσα.  


"Μερικές φορές ανακαλύπτω με φρίκη και ανακούφιση ότι δεν πιστεύω σε τίποτα. Τότε γυρίζω στο σώμα μου. Μόνο αυτό μου θυμίζει πως είμαι ζωντανή."

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

1984


Σκηνοθεσία: Michael Radford
Παραγωγής: England / 1984
Διάρκεια: 113'

Μη μου κλείνεις το διακόπτη του μυαλού μου προσπαθώντας να με κάνεις κανονική.(Σάρα Κέιν)

Το 1984 είναι μια ταινία/βιβλίο για τον πόλεμο. Για τον μανιασμένο πόλεμο της ανθρωπότητας, ως δεδομένο σύστημα, πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί πόλεμος δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει όταν δυο λαοί βρίσκονται σε αντιμέτωπη κατάσταση. Όταν δυο στρατεύματα συγκρούονται. Όχι, δεν είναι καθόλου έτσι ο ορισμός του πολέμου! Πόλεμος είναι ένα "παιχνίδι" που ρυθμίζεται από ανώτερες -και συνεπώς ξένες- εντολές που έχουν ως αποτέλεσμα να εμπλέκουν/παγιδεύουν ανθρώπους σε ένα συγκεκριμένο πεδίο. Συνεπώς, πόλεμος είναι και αυτό που βιώνει ένας λαός όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πείνα, όταν μάχεται για τα εργατικά δικαιώματα. Πόλεμος είναι αυτό που συμβαίνει όταν οι συνθήκες σε αναγκάζουν να μεταναστεύσεις. Σ' άλλον τόπο. Ή σ' άλλο όνειρο. Σ' όλες τις περιπτώσεις υπάρχουν συγκεκριμένες και καθόλου τυχαίες εξωτερικές συνθήκες που ερεθίζουν τα ανθρώπινα όντα και τα αναγκάζουν να συμπεριφερθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.



Απ' τον ορισμό προκύπτει ότι βασική επιδίωξη του πολέμου δεν είναι η νίκη. Δεν υπάρχει νίκη. Το παιχνίδι είναι κατασκευασμένο έτσι. Βασική επιδίωξη του πολέμου είναι η ψευδαίσθηση που παρέχει σε αυτούς που εμπλέκονται πως μάχονται για μια πιθανή νίκη. Μ' αυτόν τον τρόπο οι άνθρωποι μένουν υποδουλωμένοι σ' έναν πλαστό στόχο. Διαρκώς απασχολημένοι. Συνεχώς ναρκωμένοι. Κι αυτό το παιχνίδι που αποκαλέσαμε ως πόλεμο μένει διαρκώς αναμμένο. Οι άνθρωποι μένουν υπό την επίρροια των εντολών και των πληροφοριών που τους παρέχει η εκάστοτε πολιτική/κοινωνική εξουσία. Και μ' αυτόν τον τρόπο τους ασκείται μόνιμα, χωρίς να το καταλαβαίνουν αφού έχουν παραδοθεί εθελούσια, μια εξωτερική δύναμη. Μια εξωτερική δύναμη που αποσκοπεί στο να διαμορφώσει και καθορίσει τον ανθρώπινο παράγοντα. Τον πλάθει κατ' εικόνα του "κανονικού ανθρώπου". Του "κανονικού ανθρώπου", και συνεπώς αβλαβή, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίζει η εκάστοτε εξουσία.

Η ισχύς της εξουσίας μετριέται στον πόνο που μπορεί να προκαλέσει στον άνθρωπο. Η απόλυτη εξουσία επιτυγχάνεται όταν ο ανθρώπινος παράγοντας έχει διαφθαρεί σε τέτοιο βαθμό (με πόνο) που δε μπορεί να αισθανθεί άλλο πόνο. Που δε μπορεί να αισθανθεί γενικότερα. Ο "τέλειος άνθρωπος" είναι ένας παράλυτος άνθρωπος.

Βασική επιδίωξη του συστήματος, μέσα απο τους τεχνητούς πολέμους που στήνει για να εμπλέξει τα κοινωνικά όντα, είναι να αποξενώσει τον άνθρωπο απ' τον χώρο και το χρόνο. Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, πως βασική επιδίωξη είναι να αποξενωθεί ο άνθρωπος από τη φύση του. Να ξεκοκαλιστεί από τον εαυτό του. Για να επιτευχθεί αυτό, όσο ο άνθρωπος μένει φανατισμένα ναρκωμένος και εμπλεγμένος στα "πολεμικά παιχνίδια", -δηλαδή όσο αποτελεί εύκολο στόχο- βομβαρδίζεται με πληροφορίες και εικόνες, τεχνητές και κατασκευασμένες, που αποσκοπούν σε πρώτο επίπεδο, να αποφέρουν ένα καίριο πλήγμα στην ελεύθερη κρίση του. Κι αφού επιτευχθεί αυτό το πρώτο επίπεδο, συνέχεια έχει να κατασκευασθεί μια ανθρώπινη κρίση ακίνδυνη και σύμφωνη με τις επιταγές της εκάστοτε εξουσίας. Για να γίνει αυτό εφικτό, οι πληροφορίες που παραδίνονται κατασκευάζονται με τον ανάλογο τρόπο. Συνεπώς, από τη στιγμή που ο άνθρωπος εμπλεχθεί στα κατασκευασμένα παιχνίδια του πολιτικού συστήματος, γίνεται σταδιακά ένα ον απόλυτα ελεγχόμενο. Ένα μη ελεύθερο ον. Ένα παραλυμένο ον, χωρίς βούληση, χωρίς σκέψη, που ρέει αναπόδραστα προς αυτό που έχει οριστεί ως κανονικό.


Ο Michael Radford, ωστόσο, μεταφέροντας το βιβλίο του George Orwell, μας υπενθυμίζει πως υπάρχει ένα αδιάσπαστο σημείο: ο Έρωτας. Δε μιλάει για την παθογένεια του έρωτα, μέσα από την οποία συνδέονται δυο άνθρωποι. Αλλά για εκείνον τον αλλόκοτο έρωτα που κρατάει τα συναισθήματα αναμμένα. Που παρέχει ένα παρθένα αλλόκοτο βλέμμα στον κόσμο. Ο έρωτας που κρατάει αμόλυντους τους ανθρώπους. Και, κατά κάποιον τρόπο αδιάφορους, και συνεπώς μη ευάλωτους προς τα κατασκευασμένα πολεμικά παιχνίδια. Γιατί αν ο πόλεμος με το μυαλό είναι ελεγχόμενος. Ο εσωτερικός συναισθηματικός πόλεμος (δεν αναφέρομαι σε συναισθήματα-αντανακλαστικά πραγματικότητας) είναι εξαιρετικά περίπλοκος και κρυπτικά δυσερμήνευτος...


Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

The Company of Wolves


Σκηνοθεσία: Neil Jordan
Παραγωγής: England / 1984

Διάρκεια: 95'


Το "Μια φορά και έναν καιρό..." είναι μάλλον η πιο κατάλληλη φράση για να ανοίξουμε αυτό το κείμενο. Η ταινία του Neil Jordan αποτελεί μια ελεύθερη εκδοχή στο μύθο της κοκκινοσκουφίτσας, καθώς και μια ευρύτερη υπονόμευση στη λειτουργική της παραμυθοχώρας. Την κοκκινοσκουφίτσα εδώ υποδύεται η όμορφη Ροζαλί με το κόκκινο σάλι. Ο δράκος του παραμυθιού δεν είναι ένας λύκος, αλλά έναν λυκάνθρωπος. Υπάρχουν πολλοί του είδους του. Και η διασκευασμένη πλοκή εξελίσσεται σε μια κοινότητα χωρικών με συγκεκριμένες και στενές αντιλήψεις.


O Νeil Jordan θέτει το σπόρο εμφανέστατα: οι αντιλήψεις μας περί "καλού" και "κακού" είναι προδιαγεγραμμένες από την παιδική, ή καλύτερα βρεφική ηλικία μας. Συγκεκριμένα, μετά την κοπή του ομφάλιου λώρου, τόσο κατά το στάδιο που προηγείται της απογαλάκτωσης, όσο και κατά εκείνο που έπεται, χυμάνε πάνω μας παραμύθια-νανουρίσματα που εκτοξεύονται από ενήλικες γλώσσες. "Καλοί" πρίγκιπες και νεράιδες και τρομακτικοί "κακοί" ήρωες παρμένοι απ' το άγριο ζωικό βασίλειο εμφυτεύονται εντός μας. Εν αγνοία μας. Και κυριότερα, καλλιεργούνται αναντίδραστα. Γινόμαστε φορείς παραμυθιών. Οι αντιλήψεις μας διαμορφώνονται, ή καλύτερα (παρα)μορφώνονται. Η διαδικασία της ανάπλασης-ενηλικίωσης αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο στάδιο εσωτερικής βίας. Η λογική, το λίκνο της ανθρώπινης νόησης, υπαγορεύεται από χωνεμένους ορισμούς και ορόσημα. Των οποίων οι ρίζες εδρεύουν σ' έναν χρόνο που ήμασταν απόντες.


Έτσι και εδώ, ολόκληρη η χωρική κοινότητα με τις προκαθορισμένες αντιλήψεις μαίνεται κατά των λύκων. Λύκοι που όπως αποδεικνύεται αποτελούν ανθρώπινους ετερώνυμους. Ή καλύτερα, δεν υπάρχει λύκος και άνθρωπος. Η όψη μας είναι απλά ένα περίγραμμα, ρευστό και ευμετάβλητο, που συγκρατεί την εσωτερική μορφή/ουσία μας. Τα μάτια μας είναι οι προβολείς. Στο θεάμενο υποκείμενο αντανακλώνται οι αντιλήψεις, τα συναισθήματα και οι προκαταλήψεις μας. Αυτά δίνουν μορφή στο αλλότριο περίγραμμα, στην όψη. Για αυτό και η κοινότητα των χωρικών μορφώνει τα υποκείμενα σε ανθρώπους ή λύκους ανάλογα με το χρώμα των συναισθημάτων, των προδιαθέσεων και των προκαθορισμένων αντιλήψεων. Για να αγγίξεις την ουσία κάτω απ' το ευμετάβλητο περίγραμμα οφείλεις να απαλλαγείς από τις προχρωματισμένες αντιλήψεις σου. Να βαδίσεις γυμνός, με παλάμες γυμνές να ψαχνίσεις κάτω απ' τους παλιάτσους της αντανάκλασής σου. Την αντανάκλαση να κάψεις, ώστε να αγγίξεις την ουσία. Το The Company of Wolves είμαι μια εμβαθής αλληγορία που παρόμοια της συναντήσαμε και στα πιο πρόσφατο Bear's Kiss, αλλά και το Let the Right One In.

Ο Neil Jordan λοιπόν προκρίνει τη χειραφέτηση από τις προκαθορισμένες αντιλήψεις που μας συντροφεύουν από τη βρεφική ηλικία. Αφορίζει το ανούσιο των επιγραφών στις πλάτες των επιθέτων. Επιζητεί την ελευθερία. Σύμμαχος του ο έρωτας. Μόνο στον έρωτα τα πάντα είναι αβέβαια. Η λογική υπονομεύεται, εγκαταλείπει. Η ουσία των πραγμάτων επαναπροσδιορίζεται. Οι προκαταλήψεις είναι απούσες. Τα δεσμά και οι περιορισμοί φλέγονται. Η παρόρμηση και το αυθόρμητο συναίσθημα σημασιοδοτεί τα πάντα, ή καλύτερα στερεί τη σημασία τους. Έτσι και ο φακός του σκηνοθέτη εστιάζει στο ερωτικό παιχνίδι. Τόσο στη χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου, όσο και στη γενικότερη αισθητική. Η οποία βρέχεται από ερωτισμό. Διάχυτος στο έντονο μακιγιάζ των νεαρών κορασίδων. Όπως και στην ευρύτερη "αφροδισιακή" κινηματογράφηση.


Πριν κλείσουμε οφείλουμε να σας ομολογήσουμε πως αυτό το κινηματογραφικό κομψοτέχνημα χρηματοδοτείται από υπέρογκα δάνεια της cult κουλτούρας και της ταινίας τρόμου, έστω και αν το τεχνολογικό άγουρο είναι εμφανές. Η έντονη χρήση της μουσικής σε συνδυασμό με τη συχνή παρεμβολή εμβόλιμων πλάνων φτιασιδώνουν μια μυστηριώδη έκφραση απειλής, μορφώνοντας έτσι μια σκοτεινή και gothic αισθητική. Που ενδέχεται να συνεπάρει τους λάτρεις(και να απογοητεύσει τους αντιδεάτες), ανεξαρτήτως της εξαίρετης αλληγορίας που ποτίζει τη ραχοκοκκαλιά της ταινίας.
Βαθμολογία 8/10

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Blood Simple


Σκηνοθεσία: Joel Coen-Ethan Coen
Παραγωγής: USA / 1984

Διάρκεια: 99'


Το "Μόνον Αίμα" είναι η ταινία σύστασης των θρυλικών αδερφών Coen. Μια χαμηλού budget παραγωγή, που φέρει την ατμοσφαιρική σφραγίδα των δημιουργών. Οι οποίοι αποδεικνύουν πως είναι το μεράκι, η ικανότητα, και όχι το χρήμα που κάνει μια ταινία μεγάλη. Όλοι οι ηθοποιοί είναι β' διαλογής. Με προϋπηρεσία που εξαντλείται στα τηλεοπτικά. Ενώ εδώ θα δούμε και το ντεμπούτο της Frances McDormand, της κυρίας που έμελλε να ανελιχθεί ως μία από τις σημαντικότερες Αμερικάνες ερμηνεύτριες της εποχής της, αλλά και χρόνια συνεργάτης των αδερφών Coen.


Ας πούμε δυο ενδεικτικά λόγια για την υπόθεση. Απατημένος σύζυγος προσλαμβάνει ντετέκτιβ για να δολοφονήσει γυναίκα και εραστή. Ο εραστής μάλιστα αποτελεί ταυτόχρονα και συνεργάτη του απατημένου. Μόνο που ο "βρώμικος" και εύθικτος ντετέκτιβ έχει άλλη άποψη. Αποφασίζει, για κακή του τύχη, να χειριστεί το θέμα δολοφονία διαφορετικά. Και εν τέλει, τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι ήρωες αποτελούν τα ιδανικά πιόνια στη σκακιέρα των Coen, που περιγράφουν μια αέναη παρτίδα ανθρώπινης βλακείας.


Ο όρος "ανθρωποκεντρικό σινεμά", αποτελεί πλέον έναν από τους πιο συνήθεις χαρακτηρισμούς στα εκάστοτε δοκιμιακά και κριτικά κείμενα που αφορούν τον κινηματογράφο. Αντιθέτως, δεν υπάρχει ο όρος "αντικειμενοκεντρικό σινεμά", -και αν υπάρχει είναι αδόκιμος- όμως δε μπορώ να φανταστώ κάποια έκφραση που να συνοψίζει καλύτερα το ιδιότυπο αυτό σινεμά των Coen. Έχοντας μια πρωτοποριακή αντίληψη του αναλυτικού ντεκουπάζ, που εδραιώθηκε στα πρώτα μεγάλα Αμερικάνικα φιλμ(Howard Hawks, Frank Capra, William Whyler κλπ), ποιούν μοναδικά κάδρα που ολοκληρώνονται αισθητικά και εγκεφαλικά από την σημασία του περιβάλλοντα υλικού κόσμου. Τα αντικείμενα πάντοτε ενέχουν αξιοπρόσεκτη λειτουργικότητα στη δραματουργία. Και οι γωνίες λήψης της κινηματογραφικής μηχανής βρίσκονται πάντα σε ενοιολογική συσχέτιση με τα υλικά αντικείμενα. Ενώ και η ατμοσφαιρική χρηστικότητα της ύλης είναι περισσότερο από αξιοπρόσεκτη στο αισθητικό κομμάτι. Υπερβαίνοντας χαρακτηριστικά τη συμβατική σημασιολογία της, αποκτώντας τα "παράδοξα" χρώματα της συμβολικά μαύρης δραματουργίας, της οποίας αποτελεί οργανικό κομμάτι. Ενώ και ο παράγοντας άνθρωπος στο σινεμά των Coen, συνηθίζεται να αντιμετωπίζεται ως μια δυσδιάστατη "υλική" φιγούρα. Που τεμαχίζεται από το ντεκουπάζ σύμφωνα με τις εκάστοτε αντικειμενικές ανάγκες του σεναρίου. Τέλος, στο διανοητικό κομμάτι, έχει πολλάκις αναφερθεί πως το ανθρώπινο στοιχείο στο σινεμά των Coen αντιμετωπίζεται συμβολικά ως το αντικείμενο της ανθρώπινης βλακείας. Ποιος λοιπόν είναι καταλληλότερος χαρακτηρισμός για το σινεμά τους, από αυτόν του αντικειμενοκεντρικού;


Το Blood Simple είναι μια πολύ σημαντική ταινία στη φιλμογραφία των σπιρτόζων αδερφών. Χρονικά συμπίπτει με την άνθιση του Αμερικάνικου σινεμά. Ενώ θεματικά αποτελεί έναν προθάλαμο ξενάγησης στις εμμονές των δημιουργών. Το ανθρώπινο λάθος και η ομόκεντρη επιπολαιότητα βρίσκονται στο επίκεντρο της δραματουργίας. Η αισθητική μπολιάζεται από το δαιδαλώδες είδος του νουάρ και από την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας θρίλερ. Ενώ και οι ήρωες, αυτές οι ξεθωριασμένες φιγούρες, ερμηνευτικά και παρουσιαστικά ανασταίνουν με μεταμοντέρνο τρόπο τα είδωλα μιας ξεπερασμένης εποχής. Αν μπορεί κάτι να θεωρηθεί ξεπερασμένο εντός του χρόνου.
Βαθμολογία 9/10

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Paris, Texas


Σκηνοθεσία: Wim Wenders
Παραγωγής: France | West Germany/ 1984
Διάρκεια: 147'

Σήμερα θα προσπαθήσω να σας γράψω κάτι για μια ταινία που αγαπώ όσο λίγες! Αυτή ακούει στο όνομα Paris, Texas. Ίσως το ανυπέρβλητο σημείο στην μεγάλη καριέρα του Wim Wenders, η οποία αποτελεί μια επική ταινία πάνω στα road movies.

Ο Wim Wenders ξεκαθαρίζει εξ αρχής τις προθέσεις του. Κινηματογραφεί τον κεντρικό ήρωα Travis με ένα tre generalle πλάνο, δραματικοποιώντας έτσι την ασημαντότητα του μέσα στις αέναες ερημικές εκτάσεις, που σε συνδυασμό με το απροσδιόριστο της πορείας του και της μυστηριακής εξωτερικής εμφάνισης του, ο σκηνοθέτης οριοθετεί έναν αποπροσανατολισμένο ήρωα που έχει απαρνηθεί τις οδούς της σύγχρονής κοινωνίας. Ωστόσο, παρά την κριτική που η ταινία ασκεί και θα ασκήσει στον ανθρώπινο παράγοντα δείχνει να διαβαίνει χειροπιασμένη με αυτόν. Τα φωτεινά χρώματα, κόντρα σε αυτό που θα περιμέναμε, εκμηδενίζουν την απόσταση μεταξύ θεατή και ηρώων, ο οποίος τελικά συμπάσχει με τις κόκκινες περιπαθούσες ψυχικές αποχρώσεις των τελευταίων.

Το σενάριο γραμμένο από τον Sam Shepard είναι πολύ στιβαρό και ξεχωρίζει για την χαρακτηρολογική δύναμη πάνω στους ήρωες. Η ταινία ωστόσο είναι μια βαθύτερη ταινία για τις ελπίδες. Για τις ελπίδες που σβήνουν πάνω στην αρένα αυτής της σύγχρονης Αμερικάνικης κοινωνίας. Της Αμερικάνικης κοινωνίας που με εμβληματικά σύμβολα της χώρας θα καυτηριάσει και θα κατηγορήσει ο Wim Wenders. Με το αποκορύφωμα να έρχεται στην Αμερικάνικη σημαία πάνω στην μυστήρια και θηριώδη τράπεζα που κατοπτρίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα όπου αναπτύχθηκε το κράτος. Οι άνθρωποι δείχνουν υπνωτισμένοι και γαλουχημένοι στις υψηλές ιδέες και στο ψεύτικο lifestyle, κάτι που ξεκαθαρίζει και η ιστορία προέλευσης του τίτλου της ταινίας. Η ευτυχία είναι αυτό που κυνηγούν όλοι, όμως φαίνεται να μην γνωρίζουν τον τρόπο. Η επιστροφή του Travis και βιολογικού πατέρα του Hunter ο οποίος διαμένει με τους θείους του, έρχεται να διαταράξει την δανεική ευτυχία των τελευταίων. Ο Wim Wenders τους κινηματογραφεί με χαρακτηριστική απόσταση, τονίζοντας μάλλον μιαν άλλη απόσταση, αυτή που έχουν από την αληθινή οδό της ευτυχίας, όντας και οι ίδιοι βυθισμένοι στις δομές του σύγχρονου κόσμου.

Αυτός ο ήρωας όμως που αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον είναι ο Hunter. Το εναρκτήριο κάδρο υπό τον επαναπατρισμό του Travis ταυτίζεται με το βλέμμα του μικρού Hunter. Ο οποίος βρίσκεται στη σοφίτα και παρακολουθεί αφ' υψηλού την δράση, όπως ακριβώς και ο θεατής. Παρά την ευστροφία του και την δυνατότητα του να προσαρμόζεται αμέσως στις καταστάσεις τα σημάδια είναι μάλλον δυσοίωνα. Γιατί αυτή η νέα γενία είναι που γαλουχείται ακόμα πιο εύκολα σε αυτόν τον δήθεν υψηλό τρόπο ζωής, όπως μαρτυράει η δίψα του μικρού για αυτοκίνητα, για fast food αλλά και οι ιδέες του περί πλούτου. Ωστόσο θα ακολουθήσει τον Travis στο ταξίδι για την εύρεση της μητέρας Jane με την κρυφή ελπίδα της αναδημειουργίας της οικογένειας... Αυτό το ταξίδι ντύνουν μουσικά οι μακρές νότες στις ηλεκτρισμένες χορδές του Ry Cooder, φτιάχνοντας μια πολύ τεταμένη ατμόσφαιρα. Παραπέμποντας σε κάποιες άλλες χορδές, αυτές της ζωής, όπου οι ανεκπλήρωτες είναι αυτές που χαράζουν βαθύτερα τις ανήλικες καρδιές των ανθρώπων. Ενώ το ανήλικο στοιχείο των ενηλίκων υπερτονίζεται και από την σχέση Hunter-Travis, όπου η μοίρα του πατέρα πολλές φορές περιέρχεται υπό την κηδεμονία του γιου του, αμφισβητώντας έτσι την ωριμότητα αλλά και την ικανότητα των μεγαλύτερων να διαχειριστούν την ζωή τους!

Τελικά η ταινία οδηγείται σιγά σιγά στο τέλος της με την εύρεση της Jane σε ένα παράδοξο "πορνείο". Εδώ οι εμβληματικού συμβολισμοί κορυφώνονται. Το άγαλμα της ελευθερίας στέκει σε ένα φθαρμένο grafiti στους τοίχους του κτιρίου και υλοποιεί μια τολμηρή δήλωση πανεθνικού αυνανισμού. Σε αυτό το κτίριο θα υλοποιηθεί και η επικοινωνία μεταξύ Jane και Travis με έναν καθρέφτη να τους χωρίζει. Τα αλλοιωμένα είδωλα και οι αντανακλάσεις είναι περισσότερο από παρομοιαστικές της θέσης των ατόμων στην σύγχρονη κοινωνία. Ενώ ο ποιητικός μονόλογος -κατάθεση ψυχής- του Travis ορίζει μια μοναδική ιστορία ευτυχίας η οποία όμως δεν ευδοκίμησε. Ο Wim Wenders δεν θα ρίξει ευθύνες, αλλά θα καταδείξει τις πλάτες των ανθρώπων αδύναμες και ανέτοιμες να βαστάξουν αυτό το αληθινά ωραίο. Η ματαιοδοξία, η ανασφάλεια, οι τριβές και η απάθεια είναι αυτές που χαρακώνουν το αύριο. Έχουν διεισδύσει μέσα στους ανθρώπους και αυτές οδηγούν το μέλλον βάση ενός ξένου παρελθόντος... Η συνεύρεση μητέρας και γιου θα επιτευχθεί, ο Travis όμως θα αποχωρήσει οριστικά, και μαζί του θα αποχωρήσουν και τα κόκκινα χρώματα. Η ελπίδα έχει σβήσει τελειωτικά, όπως δηλώνουν αυτά τα αριστουργηματικά πράσινα φώτα στο ψυχολογικά φορτισμένο finale της ταινίας!
Βαθμολογία 10/10