Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Séraphine



Σκηνοθεσία: Martin Provost
Παραγωγής: France / Belgium / 2008
Διάρκεια: 125'


Με τα 7 βραβεία Cesar που απέσπασε, το Seraphine, η δραματικοποιημένη βιογραφία του Martin Provost καταφτάνει στις ελληνικές αίθουσες!


Πρόκειται για ένα λεπτό ψυχογράφημα, ίσως περισσότερο μακρόσυρτο απ' όσο χρειαζόταν, πάνω στην ζωή της σημαντικής ζωγράφου Séraphine de Senlis. Ειδομένης μέσα από την αλληλεπίδραση που είχε με τον κριτικό τέχνης Wilhelm Uhde. Ο οποίος και την παρακίνησε στη ζωγραφική. Το ιστορικό πλαίσιο, πέρι στα 1930, αποτυπώνεται με σημαντικές ελλείψεις. Όμως, δε μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο και για τον βίο της καλλιτέχνιδος. Μια γυναίκα περιθωριοποιημένη και κακοποιημένη απ' την πραγματικότητα. Εργάζεται ως καθαρίστρια για να εξασφαλίσει τον βιοπορισμό της. Και αφήνεται στο ανεξήγητο κάλεσμα που τη σπρώχνει στη ζωγραφική. Ζωγραφίζοντας αρχικά σε στενόχωρα ξύλινα τελάρα, και εν συνεχεία σε πελώριους και επιβλητικούς καμβάδες. Αυτή την Séraphine de Senlis υποδύεται η Yolande Moreau με μία αξιοπρόσεκτη ερμηνεία. Αγκαλιάζοντας το ρόλο με μινιμαλιστικότητα και μια εξαιρετικά λεπτή ερμηνεία.

Η ταινία μπορεί να αποτυγχάνει στο να αναπαραστήσει με επάρκεια το ιστορικό πλαίσιο. Ωστόσο ακολουθεί, με τη συνέπεια σκιάς, τα up και τα down στη ζωή και στην καριέρα της ζωγράφου. Ενώ επίσης, μέσα απ' τους ήρωες, θίγει μαεστρικά το τρίπτυχο καλλιτέχνη/κριτικού-παραγωγού/πνεύματος.

Τον καλλιτέχνη υποδύεται η Yolande Moreau. Μια ζωή ασκητική και ένας πιεσμένος κοινωνικός παροπλισμός τα στοιχεία που υπογράφουν μια ιδιόρρυθμη εσωτερικότητα. Αυτή είναι και η διαφορετικότητα που αναγράφεται στο "θρήσκευμα" του καλλιτέχνη. Εκεί απ' όπου πηγάζει ένα ανεξήγητο κάλεσμα και μαι μύχια εσωτερική παρόρμηση που επιζητεί απελευθέρωση δια της δημιουργίας. Ωστόσο, όταν η ασκητικότητα και η ταπεινότητα υποκαθίστανται από τη χλιδή και μια μορφή πρώιμης αναγνώρισης, τα πράγματα μεταβάλλονται. Και ο καλλιτέχνης, από στρατευμένος άγγελος του πνεύματος, φλερτάρει με μια επικίνδυνη και ασύδοτη μεγαλομανία.


Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αποτύπωση του κριτικού Τέχνης. Στην προκειμένη περίπτωση ο κριτικός είναι ο Wilhelm Uhde(Ulrich Tukur). Ο κριτικός αποτυπώνεται ως πνευματικά ανώτερο ον. Απεξαρτημένο απ' την ευνούχα κοινωνική συμβατικότητα. Προσανατολισμένος ωστόσο σε μια ατομοκεντρική βάση. Καθώς οι "αναγνωστικές ικανότητες" δεν επιστρατεύονται για να προάγουν την Τέχνη, αλλά για να εισβάλουν στα μυστικά του καλλιτέχνη. Να κατακτήσουν έναν κόσμο μαγικό και απόκρυφο. Κάτι τέτοιο όμως είναι ακατόρθωτο, όπως θα διαπιστώσει και ο Ulrich Tukur. Διότι, επτασφράγιστες οι πύλες στον ναό του πνεύματος. Για αυτό και η κριτική μετεξελίσσεται σε ένα πρώιμο είδος παραγωγής, τουλάχιστον αυτό βλέπουμε παρατηρώντας τον Ulrich Tukur. Και ο παραγωγός αποκτάει δικαίωμα, πληρωμένο πλέον, στο να προσεταιρίζεται το έργο Τέχνης. Όμως μουτζουρωμένα δάχτυλα αφήνουν μουτζουρωμένα ίχνη πάνω στο μουσαμά. Και αυτός ο ξένος δάχτυλος, όπως θα διαπιστώσουμε και στην περίπτωση της Séraphine de Senlis, λειτουργεί ως διακορευτής για τον καλλιτέχνη. Και κατ' επέκτασην της Τέχνης.


Ο Martin Provost διαχειρίζεται με λεπτό τρόπο και την έννοια του πνεύματος. Αφήνοντας το σε μια απροσδιόριστη, άγνωρη μορφή, όπως αυτό κατοικεί εντός μας. Πολύ εύστοχα θα χρησιμοποιηθεί η εκκλησία απ' τον σκηνοθέτη, ως ο μοναδικός φερόμενος αντιπρόσωπος του πνεύματος στα σήμερα. Για να καταδείξει μια βαθύτερη ουτοπία. Το πνεύμα καλουπωμένο σε γραφές και μυστήρια, ούτως ώστε αναίμακτα να κατακτήσει μια πανλαϊκή δημοφιλία. Έτσι η εκκλησία αρνείται την αλήθεια του πνεύματος. Αρνούμενη στην ουσία και την καθάρια καλλιτεχνικότητα του δημιουργού της, του Ιησού. Με ακριβώς τον ίδιο τρόπο που αφόρισε στους καιρούς, αν όχι την Τέχνη, τον άνθρωπο-Καλλιτέχνη.


Το Seraphine ίσως σας κουράσει με το σε ένα βαθμό αδικαιολόγητο πλάτος του. Ωστόσο είναι μια εξαιρετικά προσεγμένη παραγωγή. Με μια αξιοπρόσεχτη σκούρα και μελαγχολική φωτογραφία. Όπου περικλείονται ρεαλιστικά κάδρα απερίγραπτου αισθητικού κάλλους. Η Φύση, που ταυτίζεται με την ηρωίδα, κυριαρχεί. Κουρασμένα στάχυα να γέρνουν στο βάρος του ανέμου. Και ένα σοκκαριστικό μονοπλάνο, όπου η Séraphine de Senlis, ψυχικά σακατεμένη, βαδίζει ασθενικά για να βρει την θέση της κάτω απ' τον ίσκιο ενός πελώριου δέντρου. Για να βρει την θέση της στην ιστορία.
Βαθμολογία 7,5/10

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Linha de Passe



Σκηνοθεσία: Walter Salles-Daniela Thomas
Παραγωγής: Brazil/ 2009
Διάρκεια: 108'


Ο Walter Salles κινηματογραφεί μια δυνατή ταινία, με άξονα την προβληματική κοινωνική διαστρωμάτωση της Βραζιλίας. Έκπληξη (όχι απαραίτητα ευχάριστη) προκαλεί η δραματικοποιημένη προσέγγιση σε μια κατά βάση ντοκυμαντεριστική ταινία. Μια ταινία καθρέφτης των αδιεξοδικών επιλογών της λαϊκής τάξης για επιβίωση. Σε ένα σύμπαν βίαιο, που η ολιγάριθμη μεγαλοαστική τάξη ζει (μάλλον ενοχικά) με τεράστια προνόμια σε σχέση με τη μάζα.


Ποδοσφαιρόφιλη μητέρα, όντας στον πέμπτο τοκετό, ολομόναχη φροντίζει, όντας καθαρίστρια, με δυσκολία αλλά και αξιοπρέπεια τα τέσσερα παιδιά της. Τα τέσσερα παιδιά που βρίσκονται σε μια περίοδο ενηλικίωσης και αυτοπροσδιορισμού, στο παρατεταμένο στάδιο που πρέπει να μαχηθούν για την κοινωνικοποίηση και την απεξαρτοποίησή τους. Είναι φανερό πως ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης "χρησιμοποιεί" τους τέσσερις νεαρούς ήρωες για να καταδείξει το ακατόρθωτο της υπέρβασης της φτώχειας. Υπολογίζοντας ότι η μητέρα έχει αποτύχει προ πολλού.


Δύο εκ των παιδιών της οικογένειας έχουν εναποθέσει τη σωτηρία τους σε ποδόσφαιρο και θρησκεία αντίστοιχα. Δύο ανθρώπινα κατασκευάσματα, που αποσκοπούν στην περίφραξη της ατομικής ελευθερίας και τη νάρκωση του πνεύματος, ώστε οι συνειδήσεις να είναι πιο εύκολα ελεγχόμενες! Δύο χάπια, ένα ναρκωτικό, που κουμπώνουν το ατομικό όνειρο και κατ' επέκταση την ύπαρξη σε πουκάμισα αδειανά...


Τα άλλα δύο αδέρφια, επιζητώντας παρομοίως την απεξάρτηση, μετρούν τις επιλογές τους σε έναν κόσμο όπου τα περάσματα είναι ερμητικά κλειστά. Στον καπιταλιστικό κόσμο, η φιλελεύθερη οικονομία μεταφράζεται σε μια ανελέητη ανταγωνιστική πάλη, που θέτει το άτομο ως αγωγό της οικουμενικής βαρβαρότητας. Σε αυτά τα πλαίσια, τη στιγμή που κάθε "τίμια"(αν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως τίμιο τον αντιπερισπασμό) δουλειά αποφέρει το ελάχιστο, το έγκλημα μοιάζει με αναπόφευκτη επιλογή. Και όλα αυτά ενώ το άτομο πασχίζει για διάκριση και για μια παρταλιστική ανέλιξη. Ένας κόσμος σοκκαριστικά βίαιος ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Με τη βιαιότητα να προσβάλλει ακόμα και τον έρωτα, σε μια υπογείως σατυρική σκηνή.

Ο Walter Sales, με μια νευραλγική σκηνοθεσία, στήνει τον σαστισμένο θεατή μπροστά στο δράμα της Βραζιλίας και της κάθε Βραζιλίας. Τονίζοντας τη μονόδρομη τροχιά στην οποία έχουμε περιέλθει. Σε αυτόν τον τραχύ μονόδρομο βαδίζουν και οι ήρωες του. Περιμένοντας, αφού έχουν χάσει προ πολλού το δικαίωμα να κρατούν τη μοίρα στα χέρια τους, είτε το θαύμα είτε τις κυρώσεις...


Η αφήγηση είναι σχεδόν σπονδυλωτή. Με τις ιστορίες να διακριτικοποιούνται μεταξύ τους. Όσο ο φιλμικός χρόνος ρέει προς τα μπρος, παρατηρούμε την μετατόπιση του αφηγηματικού βάρους στη δραματουργία έναντι του ντοκυμαντερίστικου στοιχείου. Με την αποκορύφωση του δράματος, της κάθε ιστορίας, στα τελευταία λεπτά. Όπου όλες μαζί γαντζώνονται κάπως βίαια απ' τον συναισθηματικό κόσμο του θεατή, με έναν τρόπο ελαφρώς πιο επιτηδευμένο απ' ότι θα επιθυμούσαμε.
Βαθμολογία 6/10

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Ascenseur pour l'échafaud



Σκηνοθεσία: Louis Malle
Παραγωγής: France / 1958
Διάρκεια: 88'


Τι συμβαίνει όταν το ασανσέρ της μοίρας μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε απογειώσει στο ζενίθ του έρωτα και να σε καθηλώσει έγκλειστο στη φυλακή; Την απάντηση θα την βρεις στο Ασανσέρ για Δολοφόνους!


Η γοητευτική κυρία Carala(Jeanne Moreau) σχεδιάζει με το έτερον ήμισυ, τον κύριο Tavernier(Maurice Ronet), τη δολοφονία του διάσημου επιχειρηματία και συζύγου Carala, ώστε οι δύο πρώτοι να ζήσουν ανεμπόδιστα τον έρωτα τους. Αρχικά όλα κυλούν κατ' ευχήν. Στη συνέχεια όμως, καθώς ο κύριος Tavernier επιστρέφει για να αφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος, θα βρεθεί εγκλωβισμένος στο ασανσέρ του κτιρίου. Στο μεσοδιάστημα, νεαρό ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητο του κυρίου Tavernier. Και διαπράττει άθελα διπλό (φονικό) έγκλημα στο όνομα του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Και η υπόθεση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για την αστυνομία.


Το Ascenseur pour l'échafaud είναι μια ιδιοφυής προέκταση του κλασσικού νουάρ. Ο προνομιούχος θεατής είναι γνώστης μιας μπλεγμένης ιστορίας που οι κινηματογραφικοί ήρωες καλούνται να εξιχνιάσουν. Οι φωτοσκιάσεις τρεμοπαίζουν μυστηριακά στα βαθιά κάδρα του Louis Malle, αναδύοντας μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ενώ οι Jazz τρομπέτα του Miles Davis αυτοσχεδιάζει και γεμίζει στιβαρά το κενό με την ανάλογη απόχρωση. Στα συν αξίζει να αναφέρουμε τη μοναδική ερμηνεία της Jeanne Moreau, η οποία υποδύεται με εξαιρετικά λεπτό τρόπο τον ρόλο της γυναίκας αράχνης!


Η ταινία, ως ένα story που χρήζει ξεδιάλυνσης, μεταχειρίζεται μαεστρικά το τρίπτυχο είναι-έχειν-φαίνεσθαι. Άλλωστε ο (πάντα) επίκαιρος υποβιβασμός του είναι στο έχειν οδηγεί σε μια απατηλή φαινομενικότητα των πραγμάτων. Αρκεί να προσέξουμε πως ο σκηνοθέτης μεταχειρίζεται τη βροχή. Ακούμε διαρκώς μπουμπουνητά χωρίς να βρέχει. Οι αστραπές συνδέονται άχρονα με τα μπουμπουνητά, καθώς το φως προηγείται του ήχου. Ωστόσο και τα δύο αναφέρονται στο ίδιο φαινόμενο. Και επιπροσθέτως, σπάνια ο κεραυνός και η αστραπή συνδέονται με βροχόπτωση. Κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την ανεπάρκεια των αισθήσεων(όραση, ακοή, αφή) να οδηγούν με συνέπεια στην πραγματικότητα!

Παρατηρούμε πως το αρσενικό του νεαρού ζεύγους φορώντας και οδηγώντας τα αντικείμενα του Tavernier, αποκτάει και το όνομα του Tavernier. Επίσης η κυρία Carala ταυτίζει απατηλά το αυτοκίνητο(έχειν) με τον κύριο Tavernier(είναι). Το ίδιο πράττει και η αστυνομία. Που χρεώνει έναν διπλό φόνο στον Tavernier κρίνοντας αποκλειστικά απ τα αντικείμενα με τα οποία φέρεται να διαπράχθηκε ο φόνος. Έτσι η άστοχη ταύτιση του έχειν(αντικειμένων) με το είναι(ύπαρξη) οδηγούν σε μια απατηλά ψευδή φαινομενικότητα. Και τελικά, μόνο ένα αδιαπραγμάτευτο φωτογραφικό ντοκουμέντο μπορεί να φωτίσει την πραγματικότητα ως έχειν στους λοξοδρομημένους λογισμούς των ηρώων.
Βαθμολογία 7,5/10