Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Louis Malle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Louis Malle. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Les Amants (Louis Malle)


Μη μιλάς. Δεν ακούω. Δεν ακούω τίποτα.
Μπορώ να σ' ακούσω μόνο στη γλώσσα στην οποία εσύ κι εγώ είμαστε ερωτευμένοι.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Le feu follet


Σκηνοθεσία: Louis Malle
Παραγωγής: France / 1963

Διάρκεια: 108'


Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει, όπως είναι ο τίτλος της ταινίας, ταλαντώνεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις: την αναμμένη και τη σβηστή. Ομοίως και οι προβληματισμοί του Louis Malle μετεωρίζονται ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.

Ζωντανούς μας καθιστούν οι εξαρτήσεις που αναπτύσσουμε με ανθρώπους, ουσίες και πράγματα που έχουν έμβιες συντεταγμένες. Καθώς, όντας εθισμένοι σε πράγματα που περικλείει η ζωή, συντάσσουμε μια άρρηκτη συνδεσμολογία μαζί της. Είμαστε, δηλαδή κατά έναν τρόπο, καταναγκαστικά ζωντανοί. Όταν όμως απεξαρτηθούμε απ' τους προαναφερθέντες εθισμούς, οι δεσμοί κόβονται. Παύουμε να είμαστε υπόδουλοι στη ζωή. Είμαστε ελεύθεροι. Δηλαδή ούτε νεκροί, ούτε ζωντανοί. Αφού η ελευθερία υπερβαίνει το θάνατο.


Ο Alain Leroy, που υποδύεται εκπληκτικά ο Maurice Ronet, μοιάζει ο πιο κατάλληλος χαρακτήρας για να μας μεταφέρει τον παραπάνω στοχασμό. Συναισθηματικά ανικανοποίητος, και προσωπικά αποτυχημένος, γίνεται έρμαιο του ποτού. Έπειτα από τέσσερα χρόνια αποτοξίνωσης, ο μοναδικός του εθισμός είναι η ζωή στην κλινική απεξάρτησης. Οι ανθρώπινες σχέσεις που 'χει αναπτύξει εκεί, και οι γενικότερες δομές που φαντάζουν περισσότερο από φιλικές. Όμως η θέση του στην κλινική είναι πλέον επισφαλής. Όντας αποθεραπευμένος, ο επιβλέποντας ιατρός ετοιμάζεται να του κάνει έξωση. Με τον ομφάλιο λώρο των εξαρτήσεων κομμένο, ο Alain Leroy έρχεται αντιμέτωπος μ' αυτό που ο Νίτσε ή ο Καζαντζάκης θα αποκαλούσαν τελευταίο πειρασμό: την πίστη και την ελπίδα.

Αποφασίζει να πάει στο Παρίσι ώστε να συναντήσει τους φίλους του και το παρελθόν του, και να εξαντλήσει τις τελευταίες σταγόνες πίστης κι ελπίδας για τον εντοπισμό ενός λόγου άξιου να παρατείνει τη ζωή του. Στο Παρίσι όμως μοιάζει ξένος. Οι φιλίες ψεύτικες. Μέσα σ' αυτές δεν είναι παρά ένας ζωντανός μύθος που εξέπνευσε μαζί με τις μέρες του αλκοολισμού. Οι φίλοι του μιλούν για ενηλικίωση. Ενηλικίωση: η τοποθέτηση των ορμών, ονείρων, επιθυμιών σ' ένα τακτοποιημένο σύστημα εξαρτήσεων. Η σαρκική επιθυμία ικανοποιείται αποκλειστικά μέσα απ' τον γάμο, η προσωπική φιλοδοξία επικαρπώνεται μονόδρομα μέσα απ' την επαγγελματική ανέλιξη. Ακόμα και το περιθώριο γίνεται ένας κανονισμένος τρόπος αντίστασης. Όλες αυτές οι τακτοποιημένες και αποστειρωμένα ανώδυνες εξαρτήσεις του ενήλικου βίου, απογοητεύουν και αποστρέφουν τον Alain Leroy. Και ίσως σε μια από τις υπερλειτουργικές διασυνδέσεις υποκειμενικών-αντικειμενικών πλάνων(επισυναπτόμενο βίντεο), αναζητεί μάταια στα άδεια πρόσωπα των τυχαίων περαστικών ένα χερούλι να κρατηθεί.


Όντας ελεύθερος, δίχως φόρους υποτέλειας σε δανεικές εξαρτήσεις, γνωρίζεις πως δε χωράς πουθενά. Δε χωράς στις φιλίες που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Δε χωράς στις άδειες μέρες, ούτε σε κανέναν απ' τους αντιπερισπαστικά επινοημένους σκοπούς που στερούνται νοήματος. Όντας ελεύθερος δε χωράς ούτε στη ζωή ούτε στο θάνατο. Μόνο που ο τελευταίος μοιάζει με υπόσχεση: να σε συμφιλιώσει με το κενό. Την αιώνια άβυσσο.

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Ascenseur pour l'échafaud



Σκηνοθεσία: Louis Malle
Παραγωγής: France / 1958
Διάρκεια: 88'


Τι συμβαίνει όταν το ασανσέρ της μοίρας μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε απογειώσει στο ζενίθ του έρωτα και να σε καθηλώσει έγκλειστο στη φυλακή; Την απάντηση θα την βρεις στο Ασανσέρ για Δολοφόνους!


Η γοητευτική κυρία Carala(Jeanne Moreau) σχεδιάζει με το έτερον ήμισυ, τον κύριο Tavernier(Maurice Ronet), τη δολοφονία του διάσημου επιχειρηματία και συζύγου Carala, ώστε οι δύο πρώτοι να ζήσουν ανεμπόδιστα τον έρωτα τους. Αρχικά όλα κυλούν κατ' ευχήν. Στη συνέχεια όμως, καθώς ο κύριος Tavernier επιστρέφει για να αφανίσει τα πειστήρια του εγκλήματος, θα βρεθεί εγκλωβισμένος στο ασανσέρ του κτιρίου. Στο μεσοδιάστημα, νεαρό ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητο του κυρίου Tavernier. Και διαπράττει άθελα διπλό (φονικό) έγκλημα στο όνομα του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου. Και η υπόθεση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο για την αστυνομία.


Το Ascenseur pour l'échafaud είναι μια ιδιοφυής προέκταση του κλασσικού νουάρ. Ο προνομιούχος θεατής είναι γνώστης μιας μπλεγμένης ιστορίας που οι κινηματογραφικοί ήρωες καλούνται να εξιχνιάσουν. Οι φωτοσκιάσεις τρεμοπαίζουν μυστηριακά στα βαθιά κάδρα του Louis Malle, αναδύοντας μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα. Ενώ οι Jazz τρομπέτα του Miles Davis αυτοσχεδιάζει και γεμίζει στιβαρά το κενό με την ανάλογη απόχρωση. Στα συν αξίζει να αναφέρουμε τη μοναδική ερμηνεία της Jeanne Moreau, η οποία υποδύεται με εξαιρετικά λεπτό τρόπο τον ρόλο της γυναίκας αράχνης!


Η ταινία, ως ένα story που χρήζει ξεδιάλυνσης, μεταχειρίζεται μαεστρικά το τρίπτυχο είναι-έχειν-φαίνεσθαι. Άλλωστε ο (πάντα) επίκαιρος υποβιβασμός του είναι στο έχειν οδηγεί σε μια απατηλή φαινομενικότητα των πραγμάτων. Αρκεί να προσέξουμε πως ο σκηνοθέτης μεταχειρίζεται τη βροχή. Ακούμε διαρκώς μπουμπουνητά χωρίς να βρέχει. Οι αστραπές συνδέονται άχρονα με τα μπουμπουνητά, καθώς το φως προηγείται του ήχου. Ωστόσο και τα δύο αναφέρονται στο ίδιο φαινόμενο. Και επιπροσθέτως, σπάνια ο κεραυνός και η αστραπή συνδέονται με βροχόπτωση. Κάτι που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την ανεπάρκεια των αισθήσεων(όραση, ακοή, αφή) να οδηγούν με συνέπεια στην πραγματικότητα!

Παρατηρούμε πως το αρσενικό του νεαρού ζεύγους φορώντας και οδηγώντας τα αντικείμενα του Tavernier, αποκτάει και το όνομα του Tavernier. Επίσης η κυρία Carala ταυτίζει απατηλά το αυτοκίνητο(έχειν) με τον κύριο Tavernier(είναι). Το ίδιο πράττει και η αστυνομία. Που χρεώνει έναν διπλό φόνο στον Tavernier κρίνοντας αποκλειστικά απ τα αντικείμενα με τα οποία φέρεται να διαπράχθηκε ο φόνος. Έτσι η άστοχη ταύτιση του έχειν(αντικειμένων) με το είναι(ύπαρξη) οδηγούν σε μια απατηλά ψευδή φαινομενικότητα. Και τελικά, μόνο ένα αδιαπραγμάτευτο φωτογραφικό ντοκουμέντο μπορεί να φωτίσει την πραγματικότητα ως έχειν στους λοξοδρομημένους λογισμούς των ηρώων.
Βαθμολογία 7,5/10