Σκηνοθεσία: Takeshi Kitano Παραγωγή: Japan / 2002 Διάρκεια: 114'
"Εγώ θα 'μαι δίπλα σου σιωπή,
σιωπή, άρωμα, άρωμα, δεν θα συνηθίζω να σκέφτομαι, δεν θα 'χω λόγια, δεν θα 'χω πόθους θα συνηθίζω μόνο ν' αγαπώ" AlfonsinaStorni
Στο πατάρι, μέσα σε κούτες που τις χτυπά η υγρασία, έχω όλα
τα παιχνίδια των παιδικών μου χρόνων. Όταν ανάβω το κερί βλέπω τα παιχνίδια
σπασμένα. Ελαττωματικά. Ακατάλληλα για χρήση. Έχουν υποστεί σε βάθος την κακή
μεταχείριση. Την αδεξιότητα του οικείου. Έχουν αφεθεί δίχως άλλο στα εκτενή
βασανιστήρια της αγάπης.
Ποιος μπορεί να σε κάνει να υποφέρεις περισσότερο, εκτός από
μένα;
Προχωράμε μαζί. Όμως το μαζί έχει περάσει από τόσα μέρη, από
τόσα συναισθήματα που είναι και λίγο χώρια.
Δεν είμαι σε πένθος.
Είμαι πένθιμος.
Μαλακώνουν τα χέρια, μαλακώνουν τα πρόσωπα όταν η καρδιά
λύνεται από τα φρικτά συναισθήματα που της κρατάνε το χέρι.
Το να σου αφιερώνομαι είναι μια κατάσταση απέραντη. Σου
αφιερώνομαι αλλά δε μου ανήκεις. Τι είναι αυτό που μας ενώνει, αφού δε μπορεί
να μας χωρίσει;
Πένθος σημαίνει υπομονή χωρίς προσδοκία.
Η μοναξιά τελειώνει εκεί που χάνεται η επιθυμία, εκεί που
αρχίζει η αφιέρωση.
Κι εκεί αρχίζει.
Ενωμένοι, χωριστοί και ολόκληροι.
Έχασα την όρασή μου. Όχι τον τρόπο να σε κοιτάω. Απέραντη η
θάλασσα. Το κόκκινο σβήνει μέσα στο γαλάζιο.
Εγώ φταίω για όλα. Πρέπει να θρηνώ; Πρέπει να ευγνωμονώ;
Οι κούκλες βρέθηκαν ρημαγμένες. Αλλού το κεφάλι, αλλού τα
πόδια, αλλού τα σώματα. Διαμελισμένες. Διαμελισμένες αλλά μαζί.
Σκηνοθεσία: Chang-dong Lee Παραγωγής: South Korea / 2002 Διάρκεια: 132'
Μένω εδώ στο τίποτα. Τίποτα δεν περνάει. Με τα γόνατα καρφωμένα στο ξύλινο παρκέ της ανημπόριας μου. Μόνη μου συντροφιά ένας ελέφαντας με λαδί χρώματα, μια γυναίκα με επιδερμίδα σκούρα κι ένα νεαρό αγόρι. Η όαση στο βασίλειο μου. Το κόκκινο που δεν έζησα. Αυτό το κορμί είναι νεκρό. Τραυλό μέσα σε μια φύση παράφωνη. Η νύχτα κάνει ολοένα και πέφτει. Φέρνει σκιές και σούρουπο απ' το δρόμο. Οι σκιές ραγίζουν τη μοναξιά και το πρόσωπό μου. Ένας εφιάλτης αναρριχάται πάντα την ίδια ώρα. Δε θα έπρεπε να διαρκεί τόσο η νύχτα. Και γιατί η ζωή να κρατάει τόσο; Να υπομένεις μια ζωή που ποτέ δεν έρχεται...
Έπειτα ήρθες εσύ. Προβληματικό παιδί της οικογένειας, σε λέγανε. Είχες στις πλάτες σου δυσανάλογα κρίματα. Πήρες κι εμένα. Ξεκλείδωσες τον αυτισμό απ' το κορμί μου κι ανθίζουν τα λουλούδια στον κήπο. Απεγκλώβισες και την κόκκινη ελαιογραφία απ' τον τοίχο. Ποιος να το πίστευε; Στη μέση μείναμε εμείς. Να τραγουδάμε και να χορεύουμε, να 'χουμε ουρανό στις ανάσες. Τριγύρω έτρεχε ο ελέφαντας και η μελαμψή γυναίκα. Ο γιος μας έραινε με άνθη έρωτα μέσα απ' το νέφος της καρδιάς μας. Σε μια στιγμή έκανες το κορμί μου θηλυκό. Και οι ρωγμές, στους τοίχους, στη ψυχή, έχουνε μήνες να φανούν. Γιατί η νύχτα να κρατάει τόσο λίγο;
Τώρα σε θέλουν πίσω. Κι εγώ καθηλώθηκα πάλι σ' αυτό το ρημαγμένο κορμί. Δίχως φωνή και δίχως σώμα. Οι σφαίρες που σε σημαδεύουν, μία μία με βρίσκουν στον κρόταφο. Και κάθε σου βήμα που φεύγει, με καρφώνει στην κόκκινη ελαιογραφία που έβγαλε πάλι ακλόνητες ρίζες στον τοίχο.
Τη ζωή που μου πήρατε, σας τη χαρίζω. Αυτό το όνειρο είναι δικό μου...
Βασιλιάς: Συνειρμοί παραμυθικής μυθολογίας αναδύονται αυτέγκλητα. Λαμπερά στέμματα. Αυτοκρατορίες. Μια σωρεία υπηκόων σύμφυτης υπακοής/υποταγής. Και ούτε καθ' εξής. Και να, μπροστά μας, πως οι τεχνητά κατασκευασμένες εικόνες των συγκεκριμένων αντιλήψεων παγιδεύουν τη νόησή μας! Και εδώ, στην ταινία του Γραμματικού, είναι οι συγκεκριμένες τεχνητές φοβίες περί αγνώστου, κοιτάσματα μιας αργόσχολα αυνανιζόμενης και απαίδευτης κλειστής κοινωνίας, που πνίγουν έναν νεοφερμένο ξένο. Έναν αλλιώτικο βασιλιά. Έναν βασιλιά που δεν προαυλίζεται στον κήπο του συγκεκριμένου μας. Έναν μεσσία ίσως;
Ο Βαγγέλης(Βαγγέλης Μουρίκης) αποφυλακίζεται! Αποφασίζει να χτίσει από την αρχή μια νέα ζωή στο πατρικό του. Έτσι δραπετεύει από την Αθήνα και τον πρότερο βίο της εξάρτησης. Η ζωή στην επαρχία μοιάζει μια κάποια λύση. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως μοιάζουν. Οι ανθρώπινες σχέσεις της επαρχίας ως ένα μύθευμα. Εκεί ο ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει τη δυσκολία της προσαρμογής υψωμένη στο χυδαίο άτυπο νόμο αυτοδικίας της χωρικής κοινότητας. Μοναδικό αποκούμπι στην προσπάθεια επανένταξης, ειρωνικά και ουμανιστικά, είναι ένας αστυνομικός, μάλλον ο πιο καλογραμμένος ρόλος τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Μηνάς Χατζησάββας. Ο Γραμματικός θα παίξει μαεστρικά και με τον off χώρο. Τοποθετώντας στις σκιές ένα γεγονός έκτρωμα(καμένα δάση), που βαραίνει την κλειστή κοινωνία του χωριού και τη συσπειρώνει κάτω από μια ενιαία και χυδαία φορεσιά συγκάλυψης. Η οποία επιδεινώνει τους αντανακλαστικούς μηχανισμούς παραγωγής φόβων και προκαταλήψεων.
Με όπλο την πλοκή, η οποία ωστόσο λόγω των δεδομένων προσανατολισμών και του εκτενούς μήκους της κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί σχηματική, ο Γραμματικός μας παρουσιάζει τις σάρκινες δυσκολίες του να αποτελείς διαφορετικότητα σ' έναν αφιλόξενο τόπο. Αφιλόξενος ο τόπος μας! Η επανένταξη ενός ανθρώπου αντί να υποβοηθείται, καταπολεμείται. Υπό το στενόμυαλο πρίσμα μιας κοινωνίας που αρνείται να αφουγκραστεί. Ζυμώνει εχθρούς. Κολλάει ταμπέλες. Σε μια κοινωνία νομικής ανισότητας. Σ' έναν πολιτισμό όπου το χριστιανικό κήρυγμα αγάπης έχει μετατραπεί σε κληρική γαργάρα αποχής. Άλλωστε το "Ο Βασιλιάς" θα μπορούσε, εκτός των άλλων, να ειδωθεί και σαν μια μεταφορά του "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", ή και σαν θρησκευτική αλληγορία, με κομβικότερη αναφορά το άνοιγμα των ουρανών του φινάλε.
Ο Γραμματικός κάνει μια σημαντική ταινία. Απλή και λιτή, ικανή να μιλήσει σ' ένα ευρύ κοινό. Η φόρμα υπερβαίνει κατά πολύ τον ακαδημαϊσμό. Με κοντινά υποκειμενικά πλάνα, ασταθείς λήψεις, και συνεχή κίνηση της κινηματογραφικής μηχανής. Ενώ και η μουσική του Θανάση Παπακωσταντίνου στέκεται ένα σημαντικό καταφύγιο δραματικοποίησης. Όλα αυτά μορφώνουν το "Ο Βασιλιάς": ένας κόσμος απάνθρωπης βαρβαρότητας, ένας κόσμος αηδιαστικός να τον περπατήσεις. Βαθμολογία 6,5/10
Σκηνοθεσία: Sergei Bodrov Παραγωγής: Germany / Sweden / Russia / Spain / France / Italy / 2002 Διάρκεια: 92'
Το Bear's Kiss είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ παρεξηγημένη ταινία. Όχι, πως θα την αξιολογούσα ποτέ ως κάποιο μεγαλούργημα. Ωστόσο θεωρώ πως η κριτική στάθηκε απέναντι της άδικα. Κρίνοντας περισσότερο με γνώμονα αυτά που θα ήθελε να δει, παρά με αυτά που περιέχει η ταινία. Τι θέλω να πω; Στον παγκόσμιο κινηματογράφο οι ταινίες του εξωπραγματικού είναι καταδικασμένες να πλέουν σε έναν μονόδρομο. Καθώς οι (κυνικά) ορθολογιστές αναγνώστες-κριτικοί επιθυμούν διακαώς μια σύνδεση των φανταστικών-μεταφυσικών στοιχείων με συγκεκριμένους συμβολισμούς, και την ολική αποκωδικοποίηση της ταινίας σε μια διακριτά ορισμένη αλληγορία. Στην περίπτωση λοιπόν που κάποια ταινία του "εξωπραγματικού" παρεκκλίνει του προαναφερθέν μονόδρομου, τότε είναι (σχεδόν) καταδικασμένη να αντιμετωπίσει τη δυσαρέσκεια που προκαλείται από την ανεπάρκεια του ορθολογιστή να ακολουθήσει. Έτσι και ο Bodrov πλήρωσε το μάρμαρο του να μην εντάξει την φανταστική ιστορία του σε ένα συγκεκριμένο λογικό πλαίσιο. Και την επιλογή του να αφηγηθεί ένα παραμύθι ερωτικής διαφορετικότητας, υπακούοντας μόνο στις παρορμήσεις του οράματος του.
Ας πούμε δυο πράγματα για το story. Οι θετοί γονείς της μικρής Lola(Rebecka Liljeberg) είναι πλανόδιοι καλλιτέχνες τσίρκου. Έτσι και η Lola έχει μια ασυνήθιστη και επίπονη ενηλικίωση. Ο πατέρας της, μη μπορώντας να της αντισταθεί, θα της αγοράσει ένα νεογνό αρκουδάκι. Το οποίο γίνεται ο μοναδικός φίλος της. Τα πράγματα όμως θα αλλάξουν, όταν μια μέρα η Lola θα αντικρίσει στο κλουβί έναν άντρα, τον Misha(Sergei Bodrov Jr.), που ισχυρίζεται πως είναι η αρκούδα. Οι μεταμορφώσεις αρκούδας-ανθρώπου γίνονται κάτι περισσότερο από συχνές. Και η Lola με τον Misha βρίσκονται αντιμέτωποι με μια εξωφρενική ερωτική έλξη που υπερβαίνει τη Φύση τους.
Ο Bodrov παμπόνηρα χρήζει ως πρωταγωνιστικό χώρο γυρίσματος το (μη ανθρώπινο) τσίρκο. Εκεί που ο άνθρωπος και το ζώο μπαίνουν σε κοινό παρονομαστή. Άνθρωπος και ζώο αγκαλιάζονται, εξισώνονται και τελικά ταυτίζονται, κάτω από το ισοζύγιο της παραγωγής θεάματος για το καταναλωτικό κοινό. Άραγε σε τι διαφέρει ένα ζώο από έναν άνθρωπο; Μια αρκούδα από έναν άνθρωπο; Τι είναι αυτό που δίνει την ανθρώπινη μορφή; Η συμπεριφορά σίγουρα όχι, όπως θα μας υποδείξει ο Ρώσος σκηνοθέτης.
Θα παρατηρήσουμε τον Misha ως μια άγρια αρκούδα. Εξαιρετικά επικίνδυνη και θανατηφόρα. Μα μπροστά στην αγαπημένη του Lola μεταμορφώνεται ως το πιο τρυφερό πλάσμα. Διψώντας για φροντίδα και αγάπη. Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι ένα ζώο, εκτός από εκείνον τον άνθρωπο που δεν εξημερώθηκε; Και έτσι και ο Misha λαμβάνει τη μορφή του περιβάλλοντος του, ως καθρέφτης αυτού.
Η σχέση των δύο παιδιών, ή καλύτερα των δύο πλασμάτων, είναι βαθιά σαν απύθμενο πηγάδι. Καλείται να αντιμετωπίσει τις απτές δυσκολίες της πραγματικότητας στην οποία λαμβάνει χώρο. Αλλά και να ξεπεράσει τους ίδιους τους νόμους της Φύσης. Η λύση μοιάζει διαφανής στα μάτια του Bodrov. Ο οποίος δεν αμφιβάλει σε καμία στιγμή για τη δύναμη της αγάπης. Οριοθετώντας της ως το μεταφυσικό σημείο ένωσης των ψυχών. Ένα σημείο με ιδιότητες υπερφυσικές. Εκεί που τα ανόμοια ενώνονται. Εκεί που τα πάντα ξεπερνιούνται... Όχι λογικά. Ούτε βιολογικά. Αλλά εσωτερικά.
Στην αισθητική το Bear's Kiss μοιάζει να ακολουθεί τη ρώσικη παράδοση. Με τη φωτογραφία να γράφει καλαίσθητα τοπία στον φακό. Βέβαια η τεχνική των stop καρέ που χρησιμοποιεί ο Sergei Bodrov για την κινηματογράφηση της άγριας φύσης είναι μια μάλλον αμφιλεγόμενη επιλογή. Ενώ και η αποκλειστική περιστροφή της δραματουργίας γύρω απ' το επίμαχο ζεύγος ξεθωριάζει τους περιφερειακούς ήρωες. Οι οποίοι τελικά μοιάζουν εξαιρετικά μονοσήμαντοι. Και δίχως το επιθυμητό βάθος, απλά προάγουν την εύκολη κύλιση της αφήγησης. Το Bear's Kiss δεν παύει στιγμή να δηλώνει πως είναι ένα φανταστικό παραμύθι. Με τις ατασθαλίες και τις αρετές του. Αν θέλετε να το απολαύσετε πρέπει πρωτίστως να απαλλαγείτε απ' τον άχαρο ρόλο της σημασιοδότησης των πάντων. Βαθμολογία 6,5/10
Σκηνοθεσία: Νίκος Νικολαΐδης Παραγωγής: Ελλάδα / 2002 Διάρκεια: 121'
Ο Νίκος Νικολαΐδης παρέμεινε πιστός στο σινεμά του, πιστός και στις ιδέες του. Εδώ, προβληματίζεται γύρω από την κενότητα του σύγχρονου γίγνεσθαι και την ατομική ασυνειδητότητα που έχει καθιερωθεί ως το άμφιο της καθημερινότητας. Η πνευματική στασιμότητα ως ιδίωμα του παγκόσμιου οικοδομήματος. Του παγκόσμιου οικοδομήματος που ανασημασιοδοτεί διαχρονικά την έννοια άνθρωπος, περνώντας στην φάση της μηχσανικοποίησης εντός των ανθρώπινων αρτηριών. Και είναι αυτή η "Νέα Εποχή", εξίσου νεκρή με την προκάτοχο της, που προβληματίζει τον Έλληνα σκηνοθέτη. Η "Νέα Εποχή" των media και της τεχνολογίας, που παραμένει εξίσου στάσιμη ως προς την πνευματικότητα της, ίσως και οπισθοδρομική.
Οι ήρωες του Νικολαΐδη είναι μονίμως αντιπαραγωγικοί και αντικαταναλωτικοί. Τόσο σε επίπεδο αγαθών, όσο και σε επίπεδο ιδεών. Έτσι και εδώ, παρακολουθούμε περιθωριοποιημένους ήρωες που ζουν ασφυκτιόντας εντός της πραγματικής καπιταλιστικής κτηνωδίας. Στον καπιταλιστικό κόσμο συμβαίνει το εξής cult: Κάθε παραδοξότητα και κάθε σαλότητα παίρνει φυσική μορφή, δια της επανειλημμένης έκθεσης της στο αποπροσανατολισμένο πλήθος, το οποίο εν τέλη την ασπάζεται βιωματικά, ελέω και των ασυνείδητων μηχανισμών της συνηθεισιοποίησης.
Οι ήρωες είναι ένας ξεχασμένος σαραντάρης(Γιάννης Αγγελάκας), ένας εικοσάρης τραγουδοποιός(Συμεών Νικολαϊδης), μια μαυρούλα στριπτιζέζ(Louise Attah), μια τεκνατζού barwoman και μια αλκοολική χαζογκόμενα. Αταίριαστοι μεταξύ τους ενώνονται με ένα κοινό σύνθημα: "Όχι πια εδώ". Το πού, είναι απροσδιόριστο. Σε κάποιον τόπο μακρινό, ίσως αδημιούργητο ακόμα. Δεν έχει σημασία. Το "Όχι εδώ" έχει σημασία! Καθώς οι ήρωες είναι απηυδισμένοι από τον νεκρό κόσμο που τους περιβάλλει.
Οι ήρωες είναι ανένταχτοι. Οργισμένοι και θυμωμένοι με το περιβάλλον τους. Είναι οι προλετάριοι εκείνοι, που δεν είδαν ποτέ τους εφησυχασμένους ομοιούσιους τους να επαναστατούν, όπως τους είχαν υποσχεθεί οι πολιτικοί άρχοντες του παρελθόντος. Είναι οι ποιμένες που δεν αντίκρισαν ποτέ τον Θεό στην επίγεια κόλαση τους, αριστουργηματική σε αυτό το σημείο η συνεχή αναφορά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη. Είναι το ακροατήριο εκείνων των σπουδαίων φιλοσόφων, των οποίων οι ρήσεις είναι εξαιρετικά θεωρητικές για να απαλύνουν τον πόνο τους. Είναι τα παιδιά, που τα όνειρα τους έγιναν ένας χαρταετός που αδυνατεί να βρει αέρα. Και έτσι διακρατούν τις στοιχειώδης εξαρτήσεις, όπως μια κιθάρα ή μια χούφτα χάπια ή λίγος έρωτας, ώστε να μπορούν ακόμα να ανασάνουν μες στο σάπιο κόσμο! Οι ήρωες είναι ανένταχτοι. Δεν ξέρουν να δουλεύουν, δεν ξέρουν να πυροβολούν. Δεν έχουν δυνάμεις. Και όμως δεν κωλώνουν να τα βάλουν με τους μπάτσους, με τα media, τα ναρκωτικά και τον υπόκοσμο. Για χάριν του ενός ονείρου που σιγοκαίει ακόμα. "Όχι πια εδώ".
Ο Νίκος Νικολαϊδης πήρε μια τολμηρή απόφαση να χρησιμοποιήσει πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς στο σύνολο του cast. Αυτό είναι ένα στοιχείο που δίνει μια ιδιάζουσα ερμηνευτική δύναμη στο film. Με αποκορύφωμα το δίδυμο Αγγελάκα(ο γνωστός ρόκερ)- Συμεών Νικολαΐδη(ο γιος του σκηνοθέτη), όπου δημιουργούνται κοινοί κώδικες επικοινωνίας, αλλά και ιδιαίτερες μαγνητικές έλξεις στο μεσοδιάστημα που τους χωρίζει.
Ο Λόγος έχει ιδιαίτερη σημασία στην ταινία. Άλλοτε γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της δραματουργίας, και άλλοτε την υπερβαίνει, δίνοντας μια εξωτερική μόχλευση στην ιστορία. Με αποκορύφωμα ορισμένα χωρία της Αποκάλυψης του Ιωάννη που διαβάζονται, και που με την οντολογική δύναμη τους, απογειώνουν εσωτερικά το film. Οι μουσικές του Αγγελάκα διαποτίζουν τ ραχοκοκαλιά της ταινίας, μεταφέροντας διαρκώς τον θεατή στην κουλτούρα του "Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα". Ενώ και το συνονθύλευμα ψυχρών και θερμών χρωμάτων, με το οποίο ο σκηνοθέτης επιλέγει να φωτίσει τα κάδρα του, δίνουν μια εξαιρετική αισθητική. Βαθμολογία 8/10
Σκηνοθεσία: Spike Lee Παραγωγής: USA/ 2002 Διάρκεια: 135'
Οι μνήμες τις 11ης του Σεπτέμβρη είναι νωπές. Ο Spike Lee, σε μια από τις καλύτερες ταινίες του, θα αφήσει διακριτικά το στίγμα της θρυλικής αυτής μέρας παντού. Από τις ερμηνείες ως τα σκηνικά. Θα κινηματογραφήσει στη Νέα Υόρκη, τον πρέσβη δηλαδή της Αμερικής, και θα τσαλακώσει την γυαλισμένη επιφάνεια της μέχρι τελικής πτώσης. Όπως ακριβώς στραπατσαρίζεται το καθαρό πρόσωπο του Edward Norton σε μία εκ των τελευταίων σκηνών. Τον Edward Norton που σε μια εκ των κορυφαίων ερμηνειών στην καριέρα του, καλείται να ερμηνεύσει το πρόσωπο της ίδιας της Αμερικής.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα λίγο πιο συγκροτημένα. Ο Edward Norton είναι ο "πρίγκηπας" της γειτονιάς. Δόξα και χρήμα που πηγάζει της διακίνησης χόρτου επί της Αμερικής. Καταδικάζεται λοιπόν σε επταετή εγκλεισμό. Εμείς θα τον παρακολουθήσουμε στην τελευταία μέρα της ελευθερίας του, αφού έχουμε πληροφορηθεί για την επικείμενη φυλάκιση του. Η καχυποψία, ως επακόλουθο ανύπαρκτων αληθινών ανθρώπινων σχέσεων, ξεδιπλώνεται σαν γιγάντιο ομιχλώδες νέφος. Και κυρίως στρέφεται ενάντια στην όμορφη κοπέλα του Rosario Dawson. Στην ταινία θα παρακολουθήσουμε έναν εκ των πιο επιθετικών μονολόγων στην ιστορία του cinema. Ο Edward Norton θα εξαπολύσει με μοναδική επιθετικότητα ένα τεράστιο μηδενιστικό κατηγορώ. Εκτεινόμενες κραυγές προς πάσα κατεύθυνση με εφαλτήριο τη λέξη "fuck". Μα πάντα κοιτάει μπρος στον καθρέφτη του, σε ένα τρομερό τέχνασμα του Spike Lee, εξαπολύοντας στην ουσία μια ατελείωτη αυτοκριτική. Δηλαδή, μια σκληρή αυτοκριτική στο πρόσωπο αυτής της Αμερικής. Χωρίς δισταγμό ο εξαγριωμένος Spike Lee καθρεφτίζει τον ένοχο και κλείνει πονηρά το μάτι στον θεατή.
Ο τρόπος που ξοδεύει την τελευταία μέρα ο πρωταγωνιστής, δεν είναι παρά η εις βάθος παρατήρηση στα σπάργανα της Αμερικάνικης κοινωνίας. Ανάμεσα στη μαφία, και ισόβιους φίλους. Όλα διαπράττονται σε πολυπληθές νυχτερινό κέντρο. Ο Spike Lee σκηνοθετεί με κόντρα disco φώτα χλευάζοντας κραυγαλέα όλο αυτό το Αμερικάνικο σύστημα γκλαμουριάς. Μέσα από τους δύο, συμβατικά, φίλους του πρωταγωνιστή θα εξερευνήσουμε σε βάθος τα θεμέλια του Αμερικάνικου κόσμου. Μια κραυγαλέα επιδίωξη για το παχύ χρήμα. Το οποίο προέρχεται πάντα από άνομες δραστηριότητες. Είτε αυτές που διαπράττει ο Norton, είτε αυτές που διαπράττει ο Barry Pepper. Μόνο που οι δεύτερες, χρηματοοικονομικές, έχουν νομιμοποιηθεί της εξουσιοδοτημένης μαφίας. Δηλαδή της κρατικής κυβέρνησης. Και στην αντίπερα όχθη, μέσω του επίσης εκπληκτικού Philip Seymour Hoffman, αποτυπώνεται ο συντηρητικός μέσος άνθρωπος σε όλο του το μεγαλείο. Οι φιλικές σχέσεις, όπως και οποιεσδήποτε άλλες ανθρώπινες σχέσεις εμφανίζονται ακρωτηριασμένες. Αριστουργηματική η σκηνή, όπου ο Edward Norton τσουγκρίζει με τον Philip Seymour Hoffman, και ο δεύτερος όντας σε ανεξέλεγκτη κατάσταση αμηχανίας αδυνατεί να βρει την παραμικρή πρόποση για τον υποτιθέμενο κολλητό του. Εντύπωση προκαλεί και ο τρόπος που απαθανατίζεται το γυναικείο φύλλο. Γυναίκες που εμφανίζονται αποκλειστικά ως αντικείμενα ηδονής. Καλοντυμένες και καλοφτιαγμένες, σαν να δραπέτευσαν από κάποια αντρική φαντασίωση. Άλλωστε ποιος αρνείται πως όλο αυτό το σύστημα πατάει σε πάσης τύπου φαντασιώσεις;
Μοναδική εξαίρεση για τη γυναικεία αποτύπωση αποτελεί η Rosario Dawson στην τελευταία εμφάνισή της. Παρουσιάζεται φιλική και άκρως ανθρώπινη πλάι στον Edward Norton, που μέσα από έναν δρόμο επαναπροσδιορισμού αναζητά τη λύτρωση. Στα πλαίσια αυτά αναγκάζει έναν εκ των φίλων του, τον Barry Pepper, να τον γρονθοκοπήσει ώστε να παραμορφώσει το γλυκερό πρόσωπό του. Αποζητά να σπάσει αυτή την κίβδηλη βιτρίνα. Όχι με κάποια σκοπιμότητα, όπως επικαλείται, αλλά για να ζητήσει κατά έναν τρόπο άφεση απ' το παρελθόν. Για να χτίσει μια καινούρια μέρα. Κάπως έτσι φαίνεται να αντιμετωπίζει και ο Spike Lee το γεγονός της καταστροφής των Δίδυμων Πύργων. Σαν Θεϊκή παρέμβαση, σαν λύτρωση. Και επιζητεί απ' τους συμπατριώτες του, από την Αμερική, με αφορμή αυτή την τραγική μέρα, να κοιτάξει βαθύτερα το πρόσωπο της. Σημείο ορόσημο ενός συνεχούς επαναπροσδιορισμού και της ιχνηλάτησης μιας νέας πορείας!
Ο Spike Lee εδώ εμφανίζεται πιο εξαγριωμένος από ποτέ. Ωστόσο, το τέλος της ταινίας νομίζω πως έχει προέλθει πολύ πριν το τελευταίο γλυκερό πεντάλεπτο. Είναι αχρείαστη αυτού του είδους η εκβιαστική κάθαρση. Η λύτρωση έχει επέλθει προ πολλού. Βαθμολογία 8,5/10
Ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω απ' το Kasaba, το Uzak και το πιο πρόσφατο Iklimler έχει καταφέρει να εισβάλει για τα καλά στο χωρίο των αγαπημένων μου σκηνοθετών. Ο λόγος για τον Nuri Bigle Ceylan, που με την χαρακτηριστική του αισθαντική-εικονοπλαστική προσέγγιση επιτυγχάνει να αφήσει ένα προσωπικό στίγμα στον σύγχρονο κινηματογράφο. Όλα αυτά συντελούν στο να αναμένω ανυπόμονα το νέο του πόνημα, το Three Monkeys.
Το Uzak εκ πρώτης όψεως μοιάζει ως το χρονικό μιας συγκατοίκησης. Ο Γιουσούφ έρχεται απ' το χωρίο στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό την εύρεση εργασίας. Εκεί θα φιλοξενηθεί από τον φίλο του Μαχμούτ, σε μια συγκατοίκηση δύστροπων αρσενικών. Μέσα από μια σιωπηλή αντιμετώπιση του θέματος συγκρούονται δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής. Διαφόρων λογής ατομικά κουσούρια παρελαύνουν στο πανί, περιγράφοντας βαθύτερα μια κοινωνία τραυματισμένων ανθρώπινων σχέσεων και αυτο-αποξένωσης.
Στον πλαστικά λεπτό τρόπο του Μαχμούτ και στον κυνικά χοντρό του Γιουσούφ θα μπορούσαμε να ορίσουμε τα άκρα ενός συνεχούς ανθρωπίνων συμπεριφορών. Άνθρωποι απομακρυσμένοι, ενταγμένοι σε μια προβληματική κοινωνική πραγματικότητα. Μεγάλο ενδιαφέρον αποκτά και ο τρόπος που κινηματογραφεί ο Τούρκος σκηνοθέτης χωρίζοντας τον filmikο χώρο σε ενότητες εντός του σπιτιού και εκτός αυτού. Ένα σπίτι που οπλισμένο με όλες τις σύγχρονες τεχνολογίες(tv, video, internet κλπ) λειτουργεί ως άνδρο αυτο-απομόνωσης και αποξένωσης. Στο άλλο άκρο, στα μεγάλα ανοιχτά πλάνα τα υποκείμενα περιφέρονται φορώντας μια "κοινωνική πανοπλία". Ένα απρόσωπο Αντονιονικό πέπλο, που καθρεφτίζει την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Nuri Bigle Ceylan μας έχει κάνει γνωστές τις φωτογραφικές του ευαισθησίες στην μέχρι τώρα φιλμογραφία του. Και έτσι και εδώ, οι εικόνες του μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει απ' τους καμβάδες των πιο σπουδαίων ζωγράφων. Ο Τούρκος σκηνοθέτης με εκτεταμένη προσοχή στο βάθος πεδίου στα εσωτερικά πλάνα και μια αίσθηση φυσικής ομορφιάς στην ασπρισμένη Κωνσταντινούπολη, φτιάχνει σκηνές που θα μπορούσαν να είναι τα στιγμιότυπα μιας υψηλού επιπέδου έκθεσης φωτογραφίας. Μεγάλη προσοχή παρατηρείται και στην κατάτμηση του χωροχρόνου, ενώ οι ήρωες αποκαλύπτονται σε βάθος μέσα από τον αριστοτεχνικό χειρισμό των σιωπών αλλά και των περιορισμένων διαλόγων. Έτσι ο θεατής θα έχει την ευκαιρία για ένα ακόμα γοητευτικό ταξίδι μέσα από τα μακρά πλάνα αυτού του σπουδαίου auteur των ημερών μας. Γιατί ο κινηματογράφος πρώτα απ' όλα είναι εικόνα και ο Nuri Bigle Ceylan έχει αποδείξει την ικανότητα του να χτίζει ελεύθερες σκηνές όπου κείτονται σε εντελώς αφηρημένη μορφή κινηματογραφικά σύμπαντα ελεύθερα προς προσπέλαση για τον απαιτητικό θεατή.
Εν, κατακλείδι πρόκειται για μια αριστουργηματική ταινία. Που ωστόσο είναι καταδικασμένη να βρει ανταπόκριση μόνο σε έναν σκληρό πυρήνα σινεφίλ θεατών... Βαθμολογία 8,5/10