Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Sunrise: A Song of Two Humans



Σκηνοθεσία: F.W. Murnau
Παραγωγής: USA / 1927
Διάρκεια: 95'

Πρόκειται για την έτερη ταινία(η πρώτη ήταν το Wings) που κέρδισε oscar στην πρώτη απονομή της ιστορίας. Το "Sunrise: A Song of Two Humans" αποτελεί ένα αριστουργηματικό κινηματογραφικό επίτευγμα, που στο αισθητικό του κομμάτι απολαμβάνει τη μοναχικότητα μιας κορυφής, που μοιάζει απάτητη ακόμα και 80 χρόνια μετά τη δημιουργία του.


Η υπόθεση είναι απλούστατη. Παντρεμένος άντρας έλκεται από φανταχτερή πρωτευουσιάνα. Η femme fatale, ο προσωποποιημένος πόθος του, τον παρακινούν στο να διαπράξει φονικό έγκλημα έναντι της συζύγου. Λίγο πριν υπερβεί τη λεπτή διαχωριστική γραμμή, η συνείδηση έρχεται σε άμεση αντιδιαστολή με την παρόρμηση. Τα ιερά δεσμά του γάμου λάμπουν και υπόσχονται έναν ευτυχή οικογενειακό βίο. Και η πρωτευουσιάνα μετατρέπεται από ποθητό αντικείμενο σε μια εμετικά αποκρουστική φιγούρα.


Η υπόθεση είναι απλούστατη, και ίσως αυτή είναι η αιτία που υποβοηθάει τον F.W. Murnau να επιμεληθεί με αξιοπρόσεχτο μεράκι τη φόρμα του. Άλλωστε ο Murnau μαζί με τον Fritz Lang είναι από τους ελάχιστους κινηματογραφιστές που τίμησαν τον εγχώριο(Γερμανικό) εξπρεσιονισμό εκείνης της περιόδου. Το κάδρο γίνεται ένας ομιχλώδες καμβάς ερέβους. Ο οποίος συμπληρώνεται με παροξυστικές σκιές. Τα σκηνικά είναι παραμορφωμένα, και οι ερμηνευτές επιτυγχάνουν μια υπέρμορφη εκφραστικότητα. Ενώ η μουσική διαρκώς συμπληρώνει τον κινηματογραφικό χρόνο. Ενίοτε με απειλητική και ενίοτε με γαλήνια διάθεση. Όλα αυτά τα στοιχεία, που έχουν υφανθεί αποκλειστικά στο studio, μας παραπέμπουν ίσως σε μια σουρεαλιστική-υπερπραγματική σημειολογία. Όμως αυτό είναι λάθος! Ο F.W. Murnau ισορροπώντας ακροβατικά στον ρεαλισμό και στον υπερρεαλισμό καταφέρνει να περιγράψει λεπτομερέστατα την εποχή του - τι επίτευγμα! Και αν ορισμένες φορές υπερβαίνει την πραγματικότητα, το πράττει όχι για να εντυπωσιάσει, αλλά για να την κοιτάξει καθαρότερα από μια ανώτερη σκοπιά.

Το "Sunrise: A Song of Two Humans" είναι πλούσιο σε συμβολισμούς. Εκτεινόμενο από την χριστιανική ιερότητα ως την μεγαλοαστική ιεροσυλία. Το μοτίβο των αντιθέσεων διαποτίζει τη ραχοκοκαλιά του φιλμ. Προσδίδοντας ένταση στις θεματικές περιγραφές. Ο Murnau περιγράφει με στόμφο και σαρκασμό την επερχόμενη περίοδο της αστυφιλίας, η οποία οδήγησε σταδιακά και στην συνοικιακή ερήμωση. Και πιότερο όλων εξυμνεί την οικογένεια. Μέσα από σκηνές ανεπιτήδευτου μελοδράματος, ανεξέλεγκτης χιουμοριστικής ελεγείας, αλλά και απειλητικής σκοτεινιάς. Σε αυτές τις τελευταίες σκηνές θέλω να αναφερθώ κάπως εκτενέστερα.


Η κινηματογραφική θεωρία εισήγαγε τον όρο φιλμ νουάρ περίπου τη δεκαετία του 40. Ο όρος αναφερόταν σε ταινίες συγκεκριμένου ύφους, οι οποίες άκμασαν ως περίπου τα μέσα του 50. Η διάδοση και η επανάσταση που έφερε το χρώμα στον κινηματογράφο εκτόπισε-έσβησε το είδος του ομιχλώδες-σκοτεινού-σκιερού φιλμ νουάρ. Ωστόσο, ταινιές με παρόμοια σημειολογία που δημιουργήθηκαν στην πορεία του χρόνου χαρακτηρίστηκαν ως νεο-νουάρ. Σηματοδοτώντας μια μετά-νουάρ εποχή. Ωστόσο νομίζω πως θα ήταν σκόπιμο να ρίξουμε μια ματιά και στην προ-νουάρ εποχή. Το φιλμ νουάρ θεμελιώθηκε στις αρχές του εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου. Χρησιμοποιώντας, σχεδόν απαρέγκλιτα, την παλέτα του εξπρεσιονισμού. Τόσο στο γεμάτο σκιές background, τα γεωμετρικά παραμορφωμένα σκηνικά, αλλά και τη γενικότερη αισθητική του ερέβους. Άλλη μια αρχή στην οποία θεμελιώθηκε το φιλμ νουάρ ήταν το βάθος πεδίου. Το βάθος πεδίου που ήταν ανέφικτο να επιτευχθεί από τις πρώτες κινηματογραφικές μηχανές. Όμως το "Sunrise: A Song of Two Humans", παρ' ότι πολύ πρώιμο, αποτελεί μια εξαίρεση. Ο F.W. Murnau -σε αντίθεση με τους δημιουργούς της εποχής του- δείχνει να αναγνωρίζει την ακρογωνιαία σημαντικότητα του χώρου, του βάθους πεδίου. Και παρά τις τεχνικές αντιξοότητες, όλη η δραματουργία εξελίσσεται σε απύθμενα κάδρα. Ενώ επιπροσθέτως ερχόμαστε και με μια πρωτόλεια μορφή μονοπλάνου, η οποία επίσης τονίζει τη σημαντικότητα του χώρου. Η μοναδική γεωμετρικότητα των σχημάτων δίνει μια εσωτερική ατμόσφαιρα στο film. Και όλα αυτά, σε συνδυασμό με την femme fatale σημειολογία της δέσης και της λύσης του μύθου, μας παραπέμπουν ευθέως στο κινηματογραφικό είδος του νουάρ. Συνεπώς, δε θα ήταν εντελώς άστοχο, ψηλαφίζοντας την ερεβώδη ατμόσφαιρα του "Sunrise: A Song of Two Humans", να του αποδώσουμε το το χρίσμα ενός νουάρ πρόδρομου.


Κλείνοντας, το "Sunrise: A Song of Two Humans" είναι μια από εκείνες τις μαγευτικές ταινίες του κινηματογράφου. Όπου η θέαση της ισοδυναμεί με άσβηστη εμπειρία. Μάθημα κινηματογραφικής ιστορίας, αλλά και πρωταγωνιστικός σταθμός στην εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης. Και όλα αυτά από έναν δημιουργό που θα μπορούσε να γραφεί με χρυσά γράμματα, όχι μόνο στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου. Έναν δημιουργό που χάθηκε τόσο νωρίς.
Βαθμολογία 9,5/10

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Wings


Σκηνοθεσία: William A. Wellman
Παραγωγής: USA / 1927
Διάρκεια: 139'


And the first oscar in history goes to Wings! Η ταινία που απέσπασε το πρώτο χρονικά oscar. Ένα επικό πολεμικό δράμα, όπου η απεικόνιση των εναέριων μονομαχιών έκοψε την ανάσα του κοινού της εποχής, αλλά και καθήλωσε τον θαυμασμό των ύστερων μελετητών!

Ο William A. Wellman ήταν μόλις 29 ετών όταν σκηνοθέτησε αυτή την ταινία. Πρόκειται για το story δυο ανδρών, του Jack και του David, που έλκονται από την ίδια γυναίκα, την αριστοκράτισσα Sylvia. Την ίδια ώρα η Mary(Clara Bow) λιώνει από τον έρωτα της για τον Jack. Τα ερωτικά μπαίνουν σε παύση, καθώς οι άντρες κατατάσσονται στο στρατό, όπου η ωραιοποιημένη φούσκα του πολέμου σκάει μπροστά τους. Εκεί θα παρακολουθήσουμε λυσσαλέες εναέριες μάχες, τοποθετημένες στο ιστορικό background του Α' Παγκοσμίου πολέμου. Οι δύο άντρες ωστόσο ενώνονται με τα δεσμά μιας ισχυρής φιλίας.


Το "Wings" σε πρώτο επίπεδο είναι μια ταινία τόνωσης-ανάδειξης της πλάκας αξιών της μικροαστικής Αμερικάνικης κοινωνίας. Επιβεβαιώνοντας και ιχνηλατώντας το cinema ως μια εκ των λαϊκότερων των Τεχνών. Αφού σε πρώτο πλάνο προβάλλονται αξίες όπως η φιλία, ο έρωτας, ο ρομαντισμός και ο πατριωτισμός. Όμως κοιτώντας λίγο πίσω από την επιφάνεια, θα διακρίνεις το σαρδόνιο γέλιο του William A. Wellman. Και την όχι και τόσο διακριτική του ειρωνεία για τον πόλεμο, αλλά και τη ζωή της μεγαλοαστικής οικογένειας. Για την τελευταία μάλιστα θα μας χαρίσει σκηνές απερίγραπτου γέλιου!


Δεν ξέρω αν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος να δείτε αυτή την ταινία, 82 χρόνια μετά τη δημιουργεία της. Αν το πράξετε όμως, ετοιμαστείτε να θαυμάσετε τον τρόπο που ο
William A. Wellman έστησε αυτές τις πραγματικά ασύλληπτες εναέριες σκηνές.
Βαθμολογία 6,5/10

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Vals Im Bashir


Σκηνοθεσία: Ari Folman

Παραγωγής: Israel / Germany / France / USA / Finland / Switzerland / Belgium / Australia / 2008

Διάρκεια: 90'


Με αφορμή αυτή την ταινία θα ήθελα να κάνω δυο σχόλια περί animation και κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος θα μπορούσε να καθοριστεί ως μια οπτικοακουστική ενότητα. Η εικόνα, το οπτικό κομμάτι δηλαδή, "παράγεται" από την κινηματογραφική μηχανή. Στο animation όμως η διαδικασία είναι κάπως διαφορετική. Η εικόνα δημιουργείται με ποικιλόμορφους τρόπους, που εκτείνονται από χειροποίητο σκίτσο ως πολυσύνθετο ηλεκτρονικό γράφημα. Επικαλούμενοι αυτή την υπέρογκη οπτική ανισότητα, θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι το animation δεν αποτελεί ξεχωριστό κινηματογραφικό είδος, αλλά ξεχωριστή οπτικοακουστική οντότητα. Η αλήθεια είναι πως τον περίπου έναν αιώνα ζωής του κινηματογράφος, το animation παρά τις απεριόριστες δυνατότητες του, αναλώθηκε στην αποκλειστική ικανοποίηση των παιδικών αισθημάτων. Αφήνοντας έτσι ανεκμετάλλευτη την οπτική ιδιαιτερότητα του, αλλά και αδοκίμαστα τα ποικιλόμορφα ιδιοστοιχεία του. Αν εξαιρέσουμε την Ιαπωνική κουλτούρα των manga και ορισμένα animation που υιοθέτησαν τα σινεφίλ πρότυπα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως οι anime πειραματισμοί βρίσκονται σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο. Ωστόσο τα επόμενα χρόνια, λόγο αυτής της ιδιαίτερης οπτικής φόρμας που δύναται να αποτελέσει πόλο έλξης για ετερόκλητους καλλιτέχνες, αναμένεται να σημειωθούν ραγδαίες αλλαγές στον χώρο. Και ίσως το animation επαναπροσδιορίσει -ή καλύτερα ανταμώσει- την ταυτότητα του.

Για το "Βαλς Με Τον Μπασίρ" τώρα. Πρόκειται για ένα δριμύ αντιπολεμικό δράμα. Βασισμένο σ' έναν Ισραηλινό στρατιώτη που αναζητά χαμένες μνήμες από την περίοδο της εμπόλεμης θητείας του στο Λίβανο. Δε θα αναφερθώ ιδιαίτερα στα (αντιπολεμικά) στοιχεία του, αλλά ούτε στα γεγονότα. Άλλωστε η ίδια η θέση της ταινίας μας προτρέπει να ψηλαφίσουμε βιωματικά την ιστορία. Έτσι για αρχή, όσο αφορά το περιεχόμενο, καλείστε να το εξερευνήσετε οι ίδιοι.

"Όταν προσπαθούμε να θυμηθούμε τα πρώτα παιδικά μας χρόνια, πολλές φορές συγχέουμε αυτά που άλλοι μας διηγήθηκαν με εκείνα που πραγματικά θυμόμαστε από δική μας πείρα", είχε πει ο Γκαίτε. Αυτή τη φράση μοιάζει να παραφράζει ο Ari Folman, όταν μας παραθέτει μια έρευνα όπου το σύνολο του εκτιθέμενου πληθυσμού πλάι σε εικόνες της παιδικής του ηλικίας, αναγνώρισε και εικόνες που δεν του ανήκαν ως δικές του. Με εφαλτήριο αυτή τη διαπίστωση, ο πρωταγωνιστής επιδίδεται σε μια επίπονη διαδικασία ανάκτησης των προσωπικών χαμένων μνημών, μέσω των οποίων επιθυμεί να (επανά)συνθέσει την ιστορία. Και έτσι, ο Ari Folman προτρέπει το θεατή να μην επαναπαύεται στις (ευπαθής και πολλές φορές στρατευμένες) διηγήσεις των άλλων, αλλά να εξερευνεί βιωματικά και εμπειρικά τα ίχνη της ιστορίας. Να μην επικαλούμαστε το ασύμπτωτο του χωροχρόνου ως την απόσταση μας από την ιστορία. Είμαστε κομμάτι -ένα απειροελάχιστο- της άτοπης και άχρονης Ανθρωπότητας. Και αυτό μας δίνει τη δυνατότητα να αφουγκραστούμε βιωματικά το παρελθόν-την ιστορία.

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της ταινίας καταπιάνεται και με την Ψυχαναλυτική Θεωρία. Σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αναπτύσσει μια σειρά από εσωτερικούς μηχανισμούς για να απωθεί απ' το συνειδητό τις επίπονες μνήμες. Σε μια εποχή που τα ψυχο-ναρκωτικά πληθαίνουν: φαινόμενη ζωή του lifestyle, καταναλωτική μανία, επιστήμη, παραδοσιακά ναρκωτικά κλπ, η παραπάνω διαδικασία της απώθησης διαπράττεται πιο εύκολα. Μα αν δε φορούμε τις ενοχές και τις τύψεις σαν μενταγιόν περίοπτης θέσης, τότε πώς θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από αυτές; Αδύνατον. Ούτε ατομικά, ούτε συλλογικά. Καταδικάζοντας το συνειδητό μας και το συνειδητό του Κόσμου αντίστοιχα, σε μια ατέρμονη εσωτερική καταπίεση και σε μια διαρκή υποκρισία ως προς τον εαυτό του.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σχολιάσω και δύο κινηματογραφικές επιλογές του Ari Folman. Πρώτον, στον κύριο κορμό της ταινίας βλέπουμε τις λεηλασίες και τις πολεμικές εχθροπραξίες να αναπαριστώνται με έναν σαρκαστικά ανάλαφρο τρόπο. Τόσο οπτικά όσο και μουσικά. Είναι αυτή μια ενσυνείδητη επιλογή του Folman για να καταδείξει την ανευθυνότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η βία στη σύγχρονη κινηματογραφική βιομηχανία; Όπου αποτελεί το βασικό πυλώνα ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Δεύτερον, στο κλείσιμο η βία αποκτάει την πραγματική της διάσταση. Ωμή, αποκρουστική, φρικιαστική, αηδιαστική. Ρεαλιστική βία. Για την αποτύπωση αυτής της βίας θα επιστρατευθεί μια διπλή απεικόνιση. Ένα πλάνο αρχείου-ντοκουμέντο ανασαίνει την τραγικότητα και τη φρικαλεότητα μιας ωμής γενοκτονίας. Η ίδια σκηνή απεικονίζεται και με ένα εξαιρετικά πανομοιότυπα ντεκουπαρισμένο και σκιτσαρισμένο animation. Ωστόσο, με όσους θεατές είχα αυτή τη συζήτηση, παρ' ότι οι αποτυπώσεις είναι πανομοιότυπες όσον αφορά το περιεχόμενο, άκουσα ότι το πλάνο αρχείου είχε έναν κατά πολύ τραυματικότερο αντίκτυπο εντός τους. Αυτή η διαπίστωση επιχειρηματολογεί πως υπάρχει σύγχυση μεταξύ περιεχομένου και φόρμας από πλευράς του θεατή; Ή επιχειρηματολογεί για την νατουραλιστική και ρεαλιστική ανεπάρκεια του animation;

Κλείνοντας, το "Vals Im Bashir" είναι μια εκκωφαντικά αντιπολεμική ταινία. Και μια σπουδή στο animation. Που ακόμα και αν τίποτα δε βρείτε ενδιαφέρον, περιέχει μια ασύλληπτη σκηνή, όπου ένας στρατιώτης χορεύει βαλς ανάμεσα στα πυρρά, η οποία ενδέχεται να στοιχειώσει τα τεφτέρια της κινηματογραφικής σας μνήμης.

Βαθμολογία 8/10