Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Films 2012-2013 (September - August)



15. Tabu

Στέκεται μόνη. Έξω απ’ το παραμύθι. Έξω απ’ το χρόνο. Έξω από τη νοσταλγία που απομακρύνει τα πράγματα. Αυτός έρχεται από μια ξένη γη. Απ’ την επαγγελία των ανεκπλήρωτων παθών. Απ’ τα πόδια του στάζει αίμα. Την καλεί η μυρωδιά του. Αυτοί χορεύουν. Χορεύουν ρυθμικά τον επικήδειο μιας μήτρας σπασμένης. Περιμένει ο κροκόδειλος. Η λίμνη αναπνέει αργά. Αργό το σύρσιμο της φωνής, σε στάση αναμονής. Οι αποσκευές δεν βρίσκουν ποτέ τον τελικό παραλήπτη. Μα να θυμάσαι, τα χέρια μου ήταν ρόδα κάποτε που έσταζαν τρυφερά στα μαλλιά σου. Τα χέρια μου επιστρέφουν στη γη.


14. Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού

Το αγόρι πεινάει. Το αγόρι αρνείται να τραφεί. Το αγόρι και η πείνα του συνυπάρχουν. Το αγόρι αποδέχεται. Το αγόρι ρημάζεται. Το αγόρι υποτάσσεται. Το αγόρι από μέσα του κλαίει. Το αγόρι απ’ έξω του βουβό. Το αγόρι δέχεται άπραγο. Το αγόρι το σκεπάζει η μοναξιά. Το αγόρι είναι αμεταχείριστο. Το αγόρι είναι αχάιδευτο. Το αγόρι είναι απροστάτευτο. Το αγόρι αρνείται να τραφεί. Το αγόρι αρνείται το ξένο σώμα. Το αγόρι τραγουδάει. Το αγόρι ρουφάει την καρδιά του μοιρολογιού. Το αγόρι το σκεπάζει η μοναξιά. Το αγόρι κλαίει από μέσα του. Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού. 


13. Blancanieves

Κοιτάζει το ζώο στα μάτια. Θέλει να αγγίξει τον ταύρο στο πρόσωπο. Θέλει να τιθασεύσει την αιχμηρή σκιά του παραμυθιού. Το ζώο σφαδάζει. Οι ηττημένοι επευφημούν. Αυτή δαγκώνει την ερυθρή καλοσύνη τους. Αυτή αιμορραγεί. Το σώμα της μεταρσιωμένο αγναντεύει το κενό. Αυτοί προσκυνούν. Αυτή χαμογελάει. Αυτοί φωνάζουν. Αυτοί δοξάζουν. Λόγια βρώμικα. Προσευχές βρώμικες. Πρόσωπα της κακίας. Πρόσωπα όμοια. Πρόσωπα καθημερινά. Ετοιμάζονται να την κάνουν παραμύθι.


12. Teddy Bear

Οι σάρκες του είναι ραγισμένες. Το σώμα του δεν τον χωρά. Τα κλαδιά του συστρέφονται. Προς τα μέσα. Μαμά ο κήπος που με φύτεψες δεν έχει ήλιο. Δεν έχει ουρανό. Μέσα στην κεραμική σου μήτρα ασφυκτιώ. Μαμά κλάδεψε τον κήπο. Μαμά κόψε τα κλαδιά. Θέλω να γεννηθώ. Να γεννηθώ σε άλλο κήπο. Τα στήθη σου δεν έχουν γάλα. Οι ρίζες μου έχουν τα στήθη σου. Ξεχύνονται έξω απ’ το σώμα μου. Οι ρίζες μου, τα στήθη σου, γίνονται θηλιά. Αγκαλιάζουν τις ραγισμένες μου σάρκες που –εδώ που με στρίμωξες- με καταπίνουν. 


11. Pieta
Τώρα με σέρνει στο δρόμο.
Θέλει να με πάει μακριά.
Θα με πάει μακριά.
Μακριά θα μ’ αγαπάει;
Θα είμαστε αμόλυντοι μακριά;

Στην αρχή ήμουν άγιος.
Αλλά με είχαν συγχωρήσει;


10. Caesar Must Die

Έχουν δυο πόδια σαν όλους. Δυο πέλματα με πέντε δάχτυλα. Θα έπρεπε να ήταν έξω να περπατούν κάτω απ’ τον ήλιο και μέσα σ' ανθρώπινες συναναστροφές από χνούδι. Κανονικά θα έπρεπε να περπατούν ανάμεσα στα δέντρα και η μεγάλη σκιά να δροσίζει την καρδιά τους. Όμως το επισκεπτήριο δεν διαρκεί. Έχουν κορμιά για έρωτα, όπως όλοι. Όμως, τα τείχη είναι ψηλά κι αυτοί είναι θαμμένοι. Οι χειρονομίες τους μαράζωσαν, η φωνή τους σπάει σαν φύλλο ξερό. Ξεχάστηκαν και ξέχασαν να υπάρχουν. Κλεισμένοι σ’ ένα σπίτι χωρίς χρόνο και χωρίς παράθυρα. Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει.


9. La sirga

Τις νύχτες ο βάλτος μας γίνεται λίμνη. Οι αιθέριες φυτεύουν ξανά στο βυθό χρυσόσκονη. Όποιος έμεινε σ’ αυτά τα μέρη κρατάει μαχαίρι για να κοιμηθεί. Τα ψάρια κολυμπάνε ανέμελα, όμως ο αέρας μέσα απ’ τις καλαμιές έχει σκοτάδι και μυρίζει απειλή. Η ομίχλη έρχεται μέσα στο σπίτι μας. Κι απ’ έξω κανείς δε γνωρίζει τι έχει συμβεί. Μα όσο κουρασμένος κι αν είναι ένας τόπος, πάντα βρίσκει τη δύναμη να αναγεννηθεί. Όσο τσακισμένος κι αν είναι ένας άνθρωπος –ποιος ξέρει από ποιο μυστικό απόθεμα;- πάντα βρίσκει τον τρόπο να αναστηθεί.



8. Higuita

Ο νεκρός είναι δεμένος από έναν πάσαλο στα ελαιόλουτρα. Η Ευρυδίκη μυρίζει το σπέρμα του πατέρα. Εφιάλτης είναι το όνομα που ακούμε όταν κάποιος ζητάει βοήθεια. Η Ευρυδίκη περνάει με τη γλώσσα της μια στρώση ζωής στο επιθανάτιο δέρμα. Η ιστορία του νεκρού τους τρομάζει όλους. Η μορφή του πατέρα σβήνει σαν φωνή που μακραίνει σε όνειρο. Οι μύες του προσώπου του μαλακώνουν. Το πέος του εξαγριώνεται. Η Ευρυδίκη γλείφει στο σημείο που στάζει αίμα. Η Ευρυδίκη ρουφάει πιο δυνατά. Ο νεκρός ανασηκώνεται. Ο νεκρός τη γαμάει. Ο θάνατος την παίρνει. Της παίρνει τον θάνατο. Η Ευρυδίκη φωνάζει. Ο ήλιος, που είναι λιγότερο πράσινος, τους καίει τα όνειρα. Τους καίει το σώμα. Η μορφή του πατέρα έχει εγκαταλειφθεί σε μια θάλασσα χωρίς νερό και χωρίς ορίζοντα. Τα παιδιά του πατέρα αφήνουν τις πληγές τους να κοιτάζουν στον ήλιο. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόση άνωση στον πόνο.


7. Paradies: Liebe
Έχω χρήμα. Και επειδή έχω χρήμα επιθυμώ. Και επιθυμώ επειδή μπορώ να επιθυμώ. Μπορώ να επιθυμώ επειδή έχω χρήμα. Κι αφού έχω χρήμα, κι αφού δίνω χρήμα, κάποιος μεσολαβεί για να ικανοποιεί αυτό που επιθυμώ. Κι αφού έχω χρήμα, κι αφού το χρήμα εκπληρώνει αυτό που επιθυμώ, επιθυμώ πιο έντονα, πιο ασύδοτα, πιο λαίμαργα. Πιο αντανακλαστικά. Πιο αυτόματα. Σχεδόν οργανικά. Κι αφού έχω χρήμα, κι αφού το χρήμα εξαγοράζει την ικανοποίηση της επιθυμίας, οι επιθυμίες μου αποκτούν ταυτόχρονα και εξουσία και νομική ισχύ. Συνδυασμός τερατικός. Οι επιθυμίες μου γίνονται πιο ακόρεστες. Πιο ιδιότροπες. Πιο αχαλίνωτες. Πιο τέρατα. Κι αφού έχω χρήμα, κι αφού μπορώ να αγοράζω την ικανοποίηση, υπάρχω μέσα από της επιθυμίες μου και από την ορατότητα της εκπλήρωσης τους. Αυτός είναι ο παράδεισος της επιθυμίας. Ο παράδεισος του έρωτα. Ενός έρωτα χαλασμένου. Ενός έρωτα τέρατος, αλλά καθ’ όλα νόμιμου.


6. Ο Μανάβης
Διαλέγει αποβραδίς τα λάχανα, τα φρούτα, τα όσπρια. Τα βάζει στα τελάρα. Αποβραδίς το φορτηγό φορτώνει. Και ξεκινά ταξίδι ζόρικο. Εκεί που δεν πα κανένας άλλος, αυτός χοροπηδά. Διασχίζει τα βράχια τα σκληρά, τους θάμνους, τα πέτρινα γεφύρια. Για να προσφέρει τους καρπούς σε χέρια ροζιασμένα. Για να προσφέρει τους καρπούς σε πρόσωπα που τα ‘χει φάει η ερημιά, και που κι αυτά γλυκά τη ‘φαγαν. Χαρίζει τη ντομάτα με χαμόγελο. Με μάγουλα ροδιά. Προτείνει το σταφύλι με πονηριά όλο σκάνταλο. Προσφέρει τη γεύση. Προσφέρει συντροφιά. Με πόνο ή χωρίς, mε μοναξιά ή όχι, o άνθρωπος πρέπει να είναι άνθρωπος.


5. Νο

Αυτοί μου ζητούσαν να πάρω το μέρος του ενός ή του άλλου. Μα όσο εισχωρούσα βαθιά καταλάβαινα ότι δεν υπήρχε μέρος. Αυτοί ζητούσαν να μ’ έχουν, να τον έχουν, να μας έχουν με το μέρος τους. Να έχουν το πιο μεγάλο μέρος. Αδίστακτο το πρόσωπο της εξουσίας της πλειοψηφίας. Κι αυτοί που χάνανε, σα να το απολαμβάνανε το χάσιμο. Σα να απολαμβάνανε τη θέση του ηττημένου. Την ήττα του αδικημένου. Οι άλλοι σκοτώνονταν κι αυτοί ανάβανε και το ευχαριστιόνταν για τη δημοφιλία που μπορούσαν να εξαργυρώσουν απ’ το θάνατο. Για την πόλωση και τη συσπείρωση που μπορούσαν να αντλήσουν απ’ τη βαρβαρότητα των άλλων. Η θέση του κακομεταχειρισμένου θύματος είναι χρυσορυχείο. Κι από την άλλη, αυτοί που κέρδιζαν, με όποιον τρόπο, πάλι το ευχαριστιόνταν. Κρυβόντουσαν πίσω απ’ την ισχύ της νίκης, κι εφάρμοζαν και άλλη ισχύ και άλλη εξουσία, πιο δυνατές και πιο ζόρικες, κι έσπερναν κι άλλο τρόμο, για να τους έχουν όλους με το μέρος τους. Μία στρατιά φοβισμένων και υποταγμένων. Όταν τέλειωσε όλο αυτό, δεν πήγα ούτε με τους μεν ούτε με τους δε. Μόνο κατάλαβα, πως για ανθρώπους όπως εγώ, που είμαι με το μέρος μου, το μέρος όλων, δεν υπάρχει τόπος, δεν υπάρχει μέρος.



4. Bella addormentata

Στις μέρες μου ο κόσμος ήταν ασθενής. Αυτό που λέμε κανονική πραγματικότητα ή κοινωνικός ρεαλισμός ήταν χάλια. Πολύ χάλια. Βαριά άρρωστο. Και εμείς κρατούσαμε τον ασθενή διασωληνομένο. Τον κρατούσαμε κακήν κακώς να μην πεθάνει. Με συνεχείς ναρκώσεις. Ο ασθενής σε κώμα. Ούτε νεκρός, ούτε ζωντανός. Σε κώμα. Είναι φορές που ο θεραπευτής έχει μεγαλύτερη ανάγκη τον ασθενή, από ότι ο ασθενής τον θεραπευτή του. Αν ο ασθενής θεραπευτεί ή πεθάνει, αυτό θα ήταν μια κατάληξη. Και ο θεραπευτής θα έβγαινε στη σύνταξη. Όχι, καλύτερα σε κώμα η ζωή. Ωραία κοιμωμένη. Και εμείς χρήσιμοι, πολύ χρήσιμοι, χρήσιμοι για τους εαυτούς μας. Οδηγούμε στο χειρουργείο τη ζωή. Και έπειτα μας πείθουμε πως μας έχει ανάγκη. Μεγάλη ανάγκη.



 3. Amour

Την αγαπούσα πολύ. Την αγαπούσα με μια αγάπη ανθρώπινη. Δηλαδή, την αγαπούσα μέσα από μένα. Δε θα της επέτρεπα να πεθάνει. Να φύγει μακριά, να σπείρει τέτοια ερημιά και τόσο πόνο. Εκεί, εκεί βαθιά στο μέρος όπου την αγάπησα. Εγώ την αγαπούσα, και τα ζεστά της χέρια κρύωναν, φίλιωναν με το θάνατο. Με θύμωνε. Με πρόδιδε για αυτόν. Σιγά σιγά κατέπιπτε. Μαζί πέφταμε ολοένα. Οδηγούταν στη φθορά. Οδηγούταν στην αιωνιότητα. Κι αφού μέσα απ’ την αγάπη μου, τελικά την αγάπησα, αυτή έφυγε, και με πήρε μαζί της, ολόκληρο.


 2. The Master

Ποιος μπορούσε να πάρει την καρδιά του παιδιού και να την κρατήσει ανέγγιχτη; Εκείνο τον καιρό ήμασταν θαμμένοι βαθιά μες το τούνελ. Φοβόμασταν το σκοτάδι. Και το πολεμούσαμε με σκοτάδι. Σκεπάζαμε το σκοτάδι με σκοτάδι. Ιδέες και αξίες που μας ταΐζανε και εμείς κρατιόμασταν και είχαμε ανάγκη και ασπαζόμασταν για να μη φοβόμασταν. Όσο πιο σφικτά κρατιόμασταν τόσο πιο πολύ φοβόμασταν. Όσο πιο έντονα καταφεύγαμε σε ιδεολογίες και αξίες για να σκεπάσουμε τους φόβους μας, τόσο πιο εξαρτημένοι γινόμασταν από αυτούς. Τόσο πιο φανατικά αγκαλιάζαμε τις ιδέες που διαδίδονταν. Οι φόβοι μας καθαγιάζαν τους κύρηκες. Ποιος μπορεί να πάρει την καρδιά του παιδιού και να την κρατήσει ανέγγιχτη; Ποιος μπορεί να φτιάξει ένα ποίμνιο χωρίς πιστούς, χωρίς εντολές και χωρίς θρησκεία;



1. Holy Motors 

 Έχουμε υπάρξει τόσα πολλά πράγματα, που δεν είναι πράγματα, και πάντα θα υπάρχουν. Μοτίβα κινούμενα μέσα στην αδιάκοπη αιμορροή της αθανασίας.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

The Go-Between


Σκηνοθεσία: Joseph Losey
Παραγωγή: England / 1971
Διάρκεια: 118'

Ο μικρός Leo αφήνεται (εγκαταλείπεται) από τη μητέρα του στην έπαυλη μιας αστικής οικογένειας. Εκεί, όταν ο συνομήλικος φίλος του αρρωσταίνει, αναγκαστικά εισέρχεται στον κόσμο των μεγάλων. Κυρίως, έρχεται σ' επαφή με τη Marian την μεγάλη αδερφή του φίλου του, και τον Ted, έναν αγρότη που μένει αρκετά έξω από την αστική έπαυλη. Ο Ted και η Marian τυγχάνει να είναι ζευγάρι, κρυφό και παράνομο. Και ο μόνος που δεν μπορεί να επικρίνει, να καταλάβει και να διαβάλει αυτή τη σχέση (διαφορά τάξεων) είναι ο μικρός Leo. Σύντομα, γίνεται ο μεσάζων, μεταφέροντας γράμματα του ζευγαριού, μέσα απ' τα οποία κανονίζουν τις μυστικές ερωτικές τους συνευρέσεις.


Ο Leo είναι ο ιδανικός ταχυδρόμος του ζευγαριού. Και είναι ιδανικός ταχυδρόμος γιατί δεν μπορεί να μετέχει σε αυτή την ερωτική σχέση. Δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του μέρος ενός τριγώνου. Ο ίδιος δεν έχει καμία σεξουαλική περιέργεια ή προδιάθεση ακόμα. Και ως εκ τούτου δεν έχει καμία ανάγκη να ικανοποιήσει τον εαυτό του, αλλά ούτε και κάποιον τρίτο. Η σεξουαλικότητά του δεν έχει σχηματιστεί. Δεν υπάρχει καμία πηγαία παρόρμηση προς αυτή. Ούτε μια φορά δεν αγγίζει τα γεννητικά του όργανα. Και αν δείχνει μια κάποια περιέργεια, αυτή είναι τελείως ανθρώπινη. Μάλλον μια περιέργια ανθρωπίλας. Τελείως φιλολογική. Είναι η περιέργεια που δεν χωράει το μυαλό του ότι μεταξύ δύο ανθρώπων μπορεί να υπάρχει κάτι περισσότερο απ' το φιλί. Αυτή η άγνοια, αλλά και η ασχημάτιστη ακόμα φύση, τον καθιστά ως ιδανικό διαμεσολαβητή των επιστολών. Δε μπορεί να τις διαβάλλει. Να τις αλλοιώσει με τη δική του μετοχή. Τις μεταφέρει άθικτες.
  

Αλλά και για τον ίδιο, ο ρόλος του ταχυδρόμου είναι ένας ιδανικός ρόλος. Καθώς ο Leo μοιάζει να αισθάνεται εντελώς αμήχανα ανάμεσα στον κόσμο των μεγάλων. Δεν καταλαβαίνει τα ήθη τους, τα έθιμά τους, τα στενά κουστούμια τους, τις σχέσεις τους, τους απαράβατους κανόνες. Δεν μπορεί να αναπνεύσει ελεύθερα μέσα σε αυτό το σφιχτό ρούχο της βικτωριανής ευμάρειας. Ο ίδιος προτιμά να περιφέρεται στις δεξιώσεις με το σχολικό του σακάκι, ακόμα κι αν δέχεται παρατηρήσεις για αυτό. Ακόμα πιο πολύ προτιμά να φεύγει μακριά από τις καλοφροντισμένες αυλές και τα δωμάτια με τα ακριβά έπιπλα. Προτιμά να περπατά στη φύση. (Ο Losey κινηματογραφεί σχεδόν ερωτικά τη φύση χρησιμοποιώντας το στοιχείο της παιδικής ελευθερίας και απεραντοσύνης μέσα σε αυτή.) Η φύση αποκαλύπτεται αβίαστα σε κάθε εξερευνητικό άγγιγμα του Leo. Δεν έχει μυστικά, δεν έχει ίντριγκες. Και όντας ταχυδρόμος του ζευγαριού, είναι υποχρεωμένος να διασχίζει μεγάλες μοναχικές αποστάσεις στην ύπαιθρο. Σε μια ύπαιθρο που τον δέχεται και του δίνεται χωρίς κανόνες. Χωρίς περιστροφές. Σε μια ύπαιθρο που μπορεί να είναι ο εαυτός του.

Βέβαια ο Losey δεν κάνει μόνο μια ταινία-πορτραίτο μιας διαρκούς παιδικότητας. Μέσα σε αυτό το εφαρμοστό βικτωριανό ένδυμα διαγράφει την ανθρώπινη βαρβαρότητα των ταξικών διαχωρισμών και των (αυτ)επινοημένων πολέμων. Περισσότερο υπονοεί, παρά φανερώνει. Υπονοεί έναν τόπο γεμάτο δηλητηριασμένα λουλούδια. Γιατί τα λουλούδια δεν υπάρχουν πια μόνο εκεί που τα φυτέψαμε. Περισσότερο υπάρχουν εκεί που τα μυρίζουμε. Και τα μυρίζουμε παντού καθώς έχουμε διαποτιστεί οι ίδιοι με το άρωμά τους. Οι ιδέες, οι αντιλήψεις, οι άμυνες, το μίσος, οι ανάγκες, οι κανόνες, τα στερεότυπα έχουν ριζώσει βαθύτερα μέσα μας ακόμα κι απ' τον χρόνο. Και καταλαβαίνεις, σχεδόν αντανακλαστικά, ότι κάτι δεν πάει καλά με την ανθρωπότητα, απ' τη στιγμή που μια μητέρα, ντυμένη με το μανδύα της πρόνοιας, εγκαταλείπει(εμπιστεύεται) το παιδί της στους κόλπους μιας αστικής οικογένειας, την ίδια ώρα, που κάποια άλλη γυναίκα και μέλλουσα μητέρα, απαρνούμενη την αστική καταγωγή της και τις πεισματικά βαμμένες φλέβες της, επιλέγει κάποιον αγρότη ως εραστή της. The Go-Between λοιπόν. Γιατί, γνωρίζεις πως η απόσταση απ' το αγέννητο ως την γέννηση, είναι μια άγρια, φθοροποιός και αναπόφευκη βόλτα στους σχηματισμένους κόλπους μιας αμείλικτης και βάρβαρης ανθρωπότητας.

 

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Sotto il segno dello scorpione


Σκηνοθεσία: Paolo Taviani-Vittorio Taviani
Παραγωγή: Italy / 1969
Διάρκεια: 100’


Ερχόντουσαν από την άλλη πλευρά του νησιού. Διέσχιζαν τη θάλασσα κουρασμένοι και τσακισμένοι κατά δεκάδες. Τα μέλη τους κρέμονταν αδύναμα από τα καχεκτικά σώματά τους. Ενώ τα κορμιά τους ήταν γεμάτα βαθιές πληγές μέσα από τις οποίες μπορούσες να αγγίξεις τον θάνατο. Είχαν τα σημάδια μιας τραγωδίας και μετοικούσαν στη δική μας γη.


Τους κοιτούσαμε σκευρωμένους από πόνο και θάνατο. Και τους κρατούσαμε μακριά απ’ τα δικά μας σπίτια. Ουρλιάζαν εντελώς ζαλισμένοι απ’ την πείνα. Πραγματικά αβοήθητοι. Τους ρίχναμε μέσα σε βαθιά πηγάδια τις νύχτες για να σωπαίνουμε τις κραυγές τους. Κάποιοι φωνάζαν πως ο θάνατος δε θ’ αργήσει να ‘ρθει και στα δικά μας μέρη. Διασχίζει τη θάλασσα και καταλαμβάνει τη γη ανοίγοντας ρωγμές στο πετρωμένο έδαφος του εφησυχασμού. Εμείς αδιαφορούσαμε. Τους κρατούσαμε μακριά. Μέχρι που ήταν εντελώς ακίνδυνοι. Έπειτα κλείσαμε όλα τα φώτα. Και κοιμηθήκαμε ήσυχα παίρνοντας αγκαλιά τα όνειρά μας.

Την άλλη μέρα είχαν γλιστρήσει από τη σιωπή του φεγγαριού ως το ξημέρωμα. Με μια πρωτόγνωρη δύναμη -οι σφικτοί μύες της απελπισίας- έτρεχαν μακριά από τα σπίτια μας, μακριά από τη γη μας, μακριά από τη ζωή μας. Είχαν πάρει και τις γυναίκες μας μαζί. Λένε, πως η μακροζωία και η ευημέρια ενός έθνους είναι εξαρτημένες από τις παραγωγικές του διαδικασίες. Για εκείνους, το πρώτο παραγωγικό ζήτημα που όφειλε να διευθετηθεί, ήταν η αναπαραγωγή. 



Τους κυνηγήσαμε μακριά απ’ τα σπίτια μας. Μα οι γυναίκες μας είχαν ήδη μολυνθεί. Όταν τους πλησιάσαμε οι πληγές του θανάτου έμοιαζαν πιο απειλιτικές από ποτέ. Αυτοί είχαν φτάσει ήδη σε μια γη που δεν είχε όνομα, κι έτσι αδυνατούσαμε να τους εντοπίσουμε. Όταν γυρίσαμε βρήκαμε τα σπίτια μας κλειστά. Τα παιδιά μας διαβάζαν μέσα τις παλιές μας ιστορίες, κι έτσι δεν ήμασταν αναγκασμένοι να πούμε καινούριες. Ένα έθνος γεννιόταν κάπου μακριά, κι εμείς έπρεπε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Με τα σώματα συντετριμμένα και διασπασμένα. Μέσα στα σπίτια μας. Δίπλα απ’ τη θάλασσα. Πάνω απ’ τα πηγάδια. Μες το σκοτάδι της νύχτας.