Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012
Ε (Έψιλον)
Χορογραφία-Ερμηνεία: Αχιλλέας Χαρίσκος – Λαμπετώ Όνσκυ
Δύο ανθρώπινα όντα ξυπνούν μέσα σε σώματα σκύλων. Ούτως ή άλλως είμαστε πάντα φυλακισμένοι σε μία φύση αλλότρια. Πλέον, εξερευνούν τις δυνατότητες και τις κινήσεις αυτού του νέου υλικού απ’ το οποίο αποτελούνται. Διστακτικά. Ψηλαφιστά. Υπακούουν στο ρυθμό του χρόνου που τους αναλογεί. Υποτάσσονται στο ρυθμό του χρόνου που τους δόθηκε. Είναι και οι δύο περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι, γιατί πασχίζουν ομοίως για την εξοικείωση μέσα σε μια φύση ξένη, μέσα σε μια φύση άλλη.
Συντονισμένοι πλήρως. Συντονισμένοι σ’ έναν ρυθμό εξωτερικό. Ακολουθούν τη σκιά τους. Ακολουθούν την ουρά που τους δόθηκε. Η ουρά τους παραπατά. Αυτοί παραπατούν. Στο ενδιάμεσο ανακαλύπτουν την ταλάντωση της ηδονής. Κινήσεις ρυθμισμένες στη μηχανική της απόλαυσης. Στον αλγόριθμο της φύσης που τους δόθηκε. Η αρχαία εμμονή της αναπαραγωγής. Τα πάντα διαιωνίζονται. Τα πάντα διαιωνίζονται για να διασπαστούν. Τα πάντα διασπώνται για να διαιωνιστούν.
Οι σάρκες ενώνονται για να απογειώσουν την ατομικότητά τους. Χρησιμοποιούν την αλλότρια σάρκα για να αγγίξουν το θεϊκό νέκταρ του οργασμού. Του ατομικού οργασμού. Οι σάρκες ενώνονται για να διχαστούν. Για να διασπαστούν. Οι σάρκες ενώνονται, καθώς ενώνονται αποκτούν τη συνείδηση του περιγράμματος τους. Τη συνείδηση της ιδιόκτητης ατομικότητας. Πλέον, οι δυο τους περιφέρονται μέσα σε μια φύση νέα και αλλότρια. Μακριά απ’ τη φύση του σκύλου. Περίπου ίδιοι, περίπου διαφορετικοί. Διαφορετικοί γιατί είναι άλλοι. Ίδιοι γιατί είναι μονωμένοι μέσα σε μια παρόμοια τυφλή ατομική μοναξιά.
Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012
Holy Motors
Σκηνοθεσία: Leos Carax
Παραφωγή: France / Germany / 2012
Διάρκεια: 115'
Αυτός είναι ηθοποιός. Αυτός αλλάζει ρόλους διαρκώς. Κατευθύνει τις συσπάσεις του προσώπου. Αλλάζει ενδύματα. Φορά σάρκες στη σάρκα του. Χωρίς λόγο. Αυτός χορεύει ένα μελάγχολο χορό στο πάρτι των μεταμορφώσεων. Αυτό το πάρτι, δε λαμβάνει χώρο σε κάποια κοσμική έπαυλη. Δεν εξελίσσεται σε κάποιο μποέμ στέκι. Αυτό το πάρτι λαμβάνει χώρο στην οικεία του κινηματογράφου. Διαδραματίζεται μπροστά από την κάμερα στα πιο απίθανα μέρη. Αυτό το πάρτι είναι ο κινηματογράφος.
Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Πηγαίνεις από μέρα σε μέρα, από χώρο σε χώρο, αλλάζοντας εαυτό. Κάποτε ωφελιμιστικά. Προσδοκώντας σε κάτι. Άλλοτε χωρίς λόγο. Απλώς κινείσαι. Μαζί με τα ακαθόριστα ενδύματά σου. Μιλάς έτσι ή αλλιώς για να ανακαλύψεις ποιος είσαι. Παρουσιάζεσαι, κάποιος που δεν είσαι, με σκοπό να μπερδέψεις. Για να φτιάξεις λίγο χώρο μεταξύ εσένα κι εσένα. Ή εσένα κι εμένα. Όμως κινείσαι. Ρευστός. Αλλάζεις πρόσωπα, αλλάζεις σχήματα. Για να προσαρμοστείς. Να επιβιώσεις. Εσύ αλλάζεις ρόλους διαρκώς. Εσύ είσαι άνθρωπος.
Οφείλεις να παραδεχτείς πως εσύ κι αυτός μοιάζετε λιγάκι. Και στο Holy Motors δε μπορείς να διακρίνεις αν αυτό που βλέπεις είναι ζωή ή ταινία. Αν αυτό που βλέπεις είναι ηθοποιός ή άνθρωπος. Κινηματογράφος, σημαίνει γράφω με κινούμενες εικόνες. Κι εμείς δεν είμαστε παρά η κίνηση της εικόνας μας στον κόσμο. Άλλωστε, αν κάπου χρωστάμε την εξέλιξη του είδους, δεν είναι παρά στη συνήθεια της μεταμόρφωσης, σ’ αυτή τη συνεχή υπόδηση των εαυτών του εαυτού μας. Στο παιχνίδι αυτό, ο κινηματογράφος μας χάρισε άπειρα πρόσωπα. Εμείς του χαρίσαμε περισσότερα. Εν αγνοία μας, είμαστε ο κινηματογράφος!
Σ΄αυτό το ξέφρενο πανυγύρι που λέγεται Holy Motors, ο Leos Carax, το πάλαι ποτέ μαγικό παιδί του γαλλικού σινεμά, κάνει μια ταινία για την κίνηση. Μια ταινία για τη ρεούμενη εικόνα. Μια ταινία για τον κινηματογράφο. Μια ταινία καμωμένη απ' τα σπλάχνα του κινηματογράφου. Με όρους σινεφιλίας καταφέρνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να αγγίξει εκ νέου, όπως είχε κάνει η νουβέλ βαγκ 50 και 60 χρόνια πριν, την έννοια του cinematography. Μπορεί οι ταινίες να φτιάχνονται για τους θεατές. Κι αυτή να είναι μια ταινία που αισθάνεσαι αμήχανα. Όμως, είναι καλό να θυμόμαστε, πώς ο κινηματογράφος –και επαναλαμβάνω σκοπίμως ξανά και ξανά κινηματογράφος και όχι σινεμά- φτιάχνεται από τις ταινίες…
Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012
Quintet
Σκηνοθεσία: Robert Altman
Παραγωγής: Usa / 1979
Διάρκεια: 118'
Στη μακριά φιλμογραφία του Altman υπάρχουν ορισμένες ταινίες που αντιμετωπίστηκαν με βαθιά απαρέσκεια. Τόσο από κριτικούς κινηματογράφου, όσο κι από θεατές. Μία από αυτές είναι και το Κουιντέτο. Μια ταινία που κατηγορήθηκε, όσο λίγες, για την "φτηνή" ποιότητά της. Και είναι αλήθεια, πως είναι καμωμένη με τα πιο φθηνά υλικά. Ο Robert Altman δεν το κρύβει. Όσον αφορά τη φωτογραφία, αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη -αν εξαιρέσεις τα αφελή τρυκάκια με τη βαζελίνη. Τα σκηνικά είναι φολκλόρ. Οι ηθοποιοί παίζουν κακό θέατρο. Οι διάλογοι είναι μια σειρά από αποφθέγματα. Ο ήχος γρατζουνισμένος. Ε, και; Το Quintet είναι ο ορισμός του b-movie. (Για τη "χρησιμότητα" των b-movies θα ήθελα να σας παραπέμψω σ' ένα σχετικό άρθρο του Αλέξανδρου Βούλγαρη στο 17ο τεύχος του περιοδικού Κοντέινερ στην 35η σελίδα ).
Πίσω στο Quintet, τώρα. Το να μην επιτρέπεις σε μια ταινία, να είναι καμωμένη με τα πιο φτηνά υλικά, δεν υποδεικνύει την αγάπη σου για τον κινηματογράφο, αλλά τα ενοχοποιημένα ένστικτα που σου έχουν επιβληθεί. Και συνεπώς τη μικρή ανοχή σου στο απαράδεκτο, και πιο συγκεκριμένα, αφού μιλάμε για κινηματογράφο, στο b-movie. Το να απαιτείς απαρέγκλιτα από μια ταινία να είναι κατασκευαστικά άρτια, είναι άκρως περιοριστικό. Γενικότερα, το να απαιτείς: είναι μια συμπεριφορά που ταιριάζει περισσότερο στην κατανάλωση παρά στην τέχνη. Χμ, κατανάλωση τέχνης. Η απαίτηση για μια κατασκευαστικά άρτια ταινία δεν είναι καν ζήτημα ευαισθησίας ως προς τη φόρμα. Ακόμα και ο φορμαλισμός, εξερευνά την κατασκευή, όχι μεμoνωμένα, αλλά με μια ενότητα, αποσκοπώντας σε μια αισθητική εκζήτηση. Υπό αυτή την άποψη, η ακατέργαστη όψη μιας "φτηνής" ταινίας, αποτελεί συνειδητή επιλογή. Το να κατακερματίζεις τις πτυχές που συνθέτουν το "είναι" μιας ταινίας, και να απαιτείς μεμονωμένα, ένα ποιοτικό κριτήριο, δεν είναι πια ζήτημα φόρμας -αφού η φόρμα αφορά την ενότητα- αλλά ζήτημα μορφής. Ένα έργο, συνήθως, αδιαφορεί για το πως λειτουργεί μία συνιστώσα (φωτογραφία, σκηνογραφία, υποκριτική, κ.ο.κ.) ως προς τον εαυτό της. Αντιθέτως, τοποθετεί τις επιμέρους συνιστώσες σ' έναν διάλογο. Όχι για να επιτύχει κάποια καλλιτεχνική αρτιότητα. Υπάρχουν τόσες "κομψές" ταινίες που ξεχάσαμε, γιατί ήταν απλά κομψές. Μια ταινία συνήθως, επιθυμεί να λειτουργεί συνολικά. Να είναι ένα επικοινωνιακό έργο. Βέβαια, το τελευταίο, σ' έναν βαθμό, προϋποθέτει και την ύπαρξη επικοινωνιακών θεατών...
Και το Quintet είναι μια επικοινωνιακή ταινία. Σε βυθίζει απ' το πρώτο πλάνο, σ' ένα παγωμένο σύμπαν. Σ' έναν κόσμο σε κορεσμό. Εδώ, τα σκυλιά μαδάνε ανενόχλητα τις σάρκες από τους πεθαμένους. Οσφραίνονται με ακρίβεια τους μελλοθάνατους. Εδώ, τα παιδιά έπαψαν να γεννιούνται. Καμία καινούρια εισροή. Τα πάντα έχουν ακινητοποιηθεί κάτω απ' το δύσκαμπτο κέλυφος ενός μόνιμου παγετού. Τα πάντα εξαντλήθηκαν. Τα πάντα επαναλήφθηκαν. Απολιθώθηκαν. Και επαναλαμβάνουν την απολίθωση αυτή.
Γιατί στο σύμπαν του Κουιντέτου τα δεδομένα είναι δεδομένα. Έχει επέλθει κορεσμός. Όλα είναι γνωστά πια. Όλα μοιάζουν κανονισμένα. Κανονισμένα απ' τη συνήθεια. Εκτελούν την απαράλλακτη μηχανική του κάθε μέρα. Χωρίς ανατροπή. Χωρίς κανένα περιθώριο ανατροπής.
Οι άνθρωποι έπαψαν να γονιμοποιούνται. Και αυτό το σύμπαν έπαψε να είναι γόνιμο. Όλοι ζούνε από κάποιο άγνωστο είδος υποχρέωσης. Σα να είναι αναγκασμένοι να ζούνε. Κι αφού ζούνε, παίζουν παράξενα παιχνίδια. Πλησιάζουν την οριακή γραμμή του θανάτου. Μερικές φορές την προσπερνούν. Έτσι όπως έχουν πεθάνει στο δοκιμασμένο, ψάχνουν, μάταια, τον τρόπο να αισθανθούν την έξαψη της ζωής. Ξανά και ξανά. Ακόμα και το παιχνίδι έχει κορεσθεί.
Για να αποδράσουν από αυτόν τον παγετώνα, το άγνωστο πρέπει να ξαναγίνει άγνωστο. Να εισέλθει κάτω απ' το ψύχος, να ξαφνιάσει. Να καταλύσει την ακινησία. Να μολύνει -νεκρούς και ζώντες- με νέα σπέρματα. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Ένα διαρκές σημείο φυγής. Το άγνωστο πρέπει να μένει άγνωστο. Αν αφομοιωθεί, γίνεται δεδομένο. Καταναλωτό. Δεν είναι άγνωστο. Όμως το άγνωστο είναι άγνωστο. Αλλόκοτο. Ανερμήνευτο. Ερωτεύσιμο. Ζωντανό. Αέναη κίνηση των άστρων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








