Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Sweet Movie


Σκηνοθεσία: Dusan Makavejev
Παραγωγής: English / French / Polish / Spanish / Italian / 1974
Διάρκεια: 98'


Στεφανωμένες πόρνες μπαίνουν στο Ναό, ανοίγουνε τα σκέλια στο βωμό, και ανταγωνίζονται την εικονική αγνότητά τους. Βλέπεις, ο Πατερούλης μπορεί να απαγόρεψε τον έρωτα, αλλά τις ευλόγησε με την αρετή του αυνανισμού! Ο παρθενικός υμένας διατηρήθηκε άθικτος. Ο ανέγγιχτος κόλπος συνώνυμο της αγνότητας. Κι άλλα οξύμωρα! Ο Dusan Makavejev, από το πρώτο κιόλας πλάνο του Sweet Movie έχει μια φρενήρη διάθεση να ειρωνευτεί αυτόν τον κόσμο. Αυτό τον τραγικό κόσμο μας.


Οι ήρωες στο Sweet Movie συναντιούνται σε τρισμέγιστα συμπόσια με περιττώματα, και σε κρεβάτια φετιχιστικών σεξουαλικών επιθυμιών. Τραγουδάνε, διασκεδάζουν, αυτό που με ευκολία θα χαρακτηρίζαμε με πνευματικό ξεπεσμό και παρακμή. Υπάρχει όμως μια παγίδα! Οι ήρωες του Sweet Movie μπορεί να υπακούουν σε ζωώδη ένστικτα, κι εν τέλει να φέρονται σαν ζώα, όμως υπάρχουν πολλές εκφάνσεις στη συμπεριφορά του ζώου.

Υπάρχει μια παγίδα στο να αναγνωρίζεις τι είναι ηθικό, τι αποκρουστικό, τι αηδιαστικό και να υψώνεις τον δείκτη απέναντί του. Κι ο θεατής, ο σύγχρονος άνθρωπος, πέφτει πολύ εύκολα σε αυτή την παγίδα. Την παγίδα των προδιαγεγραμμένων αντιλήψεων και των λοιπών βεβαιωτήτων.


Αναμφίβολα, το Sweet Movie απέχει πολύ απ' το να είναι μια λάγνα ταινία που αποσκοπεί στην πρόκληση. Ο Dusan Makavejev τοποθετεί το φιλμ σ' ένα πολύ στιβαρό και συμπαγές περιβάλλον, τόσο πολιτικά όσο και ιστορικά όσο και κοινωνιολογικά. Ένα συμπαγές περιβάλλον, όχι μόνο για το σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και για την ανθρωπότητα.


Ο Dusan Makavejev μέσα σε αυτό το αντιαφηγηματικό φιλμικό περιβάλλον και τα οξύμωρα, αλλά και ακριβή, υπερρεαλιστικά διαλογικά μέρη μας υποσημειώνει ότι ο άνθρωπος είναι το λάθος την Ιστορίας ή της (αν)ιστορικότητας. Μιας Ιστορίας, που ως γνώση, αποτέλεσε το μεγαλύτερο εργαλείο ελέγχου και μόρφωσης των ανθρώπων. Το ό,τι αναγνωρίζουμε ως ηθικό προέκυψε άρρηκτα από τα κατάλοιπα της χριστιανικής ηθικής με την οποία διαποτιστήκαμε. Ή όποιας άλλης πολιτισμικής ηθικής στην οποία υποδουλωθήκαμε. Η απογοήτευσή μας για την ανεπιτυχία της επανάστασης ήταν άλλη. Πειστήκαμε/μας πείσανε για την αποτυχία, μέσα από την αδυναμία της πραγμάτωσής της επανάστασης. Μα η αποτυχία ήταν άλλη. Το ό,τι πάτησε σε ιδεώδη και ιδανικά που στη συνέχεια μετουσιώθηκαν σε ακλόνητους και αδιαμφισβήτητους λίθους. Ακλόνητοι λίθοι που με τη σειρά τους διεκδίκησαν το δικό τους μερίδιο στη θρησκεία και την ηθική. Κάπου μας σερβιρίστηκε υπογείως το μελλοντικό καπιταλιστικό όραμα. Φάγαμε. Μα αυτό το όραμα δεν ήταν ποτέ στα αλήθεια μελλοντικό. Άρρηκτα συνυφασμένο με την εγωτική φύση του ανθρώπου που διψούσε για επέκταση(πόλεμοι) και προσωπική ανάδειξη(ματαιοδοξία). Κάπου εκεί διαμορφωθήκαμε. Βέβαιοι για το ορθό και το λάθος. Πεποισμένοι για το αποδεκτό και το απαράδεκτο, ζήσαμε γλεντώντας τον δικό μας πνευματικό ξεπεσμό, την ολοδική μας ήττα της παρακμής. Λάθη της ιστορίας που ήπιαμε. Ακολουθήσαμε σαν υπνωτισμένοι τρόπους άλλων. Τρόπους άλλων που δεν έγιναν ποτέ δικοί μας, γιατί προλάβαμε να υποδουλωθούμε εγγύτερα στην ιδιοκτησία τους. Σ' όλα αυτά, τελικά, μοιάζουμε με τους χαρακτήρες του Sweet Movie. Μα η υπερβολική ομοιότητα δεν αφορά τους τρόπους. Προκύπτει από την κοινή αδυναμία μας -άκρο ασυνειδησίας- να αναγνωρίσουμε την κατάστασή μας και να αναγνωριστούμε.

Υπάρχει ζωή στη γη; Υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση;


Και λίγο πριν το τέλος, ο Dusan Makavejev, σε μια σκηνή ασύλληπτης κινηματογραφικής ευστροφίας διδάσκει το αυτονόητο: Σε μια εποχή που τα πάντα είναι επιχρυσωμένα ή πασπαλισμένα με ζάχαρη, στην εποχή των μεταμφιέσεων, ο θάνατος μοιάζει με μοναδική σωτηρία. Όχι σαν λύτρωση. Μα, καλείσαι να εξέλθεις απ' το σύμπαν των μεταμφιεσμένων ειδώλων, να διανύσεις τον μοναχικό σου Γολγοθά, και να φονεύσεις ό,τι έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στην παρακμή. Με οποιοδήποτε κόστος. Αναζητώντας ένα σημείο πλησιέστερο στο οριακό σημείο μηδέν. Όχι για μια νέα αρχή. Ανεπανόρθωτη η βλάβη του ό,τι υπήρξαμε σαν Ιστορία, σαν Ανθρωπότητα. Οφείλεις να αναζητήσεις ένα σημείο πλησιέστερο στο οριακό σημείο μηδέν. Όχι για συγχώρεση. Μα για μια πιο καθαρή ανάσα.

Υπάρχει ζωή στη γη; Υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση;

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Faust


Σκηνοθεσία: Aleksandr Sokurov
Παραγωγής: Russia / 2011

Διάρκεια: 134'


Δεν είναι η τροφή που μας τρέφει αλλά η πείνα μας για αυτή. Εν αρχή ην ο λόγος.


Εν αρχή ην ο λόγος. Ο Faust, όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό, γνωρίζει τα πάντα για την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και τα ελάχιστα για την ανθρώπινη ψυχή. Αν μπορούσε ποτέ να εντοπίσει την ανθρώπινη ψυχή θα αντιλαμβανόταν πως αυτή εμπεριέχει και λίγο διάβολο εντός της. Το κακό υπάρχει, το καλό δεν ξέρουμε. Πολύ διάβολο, εδώ που τα λέμε! Στο Faust του Sokurov, o εωσφόρος είναι πιο θνητός από ποτέ. Ελάχιστα μεταφυσικός, περίσσια τσαλακωμένος και καταπονημένος. Δεν περπατάει πλάι στον άνθρωπο για να τον αποπλανήσει ή για να τον διαφθείρει. Εμπεριέχεται αναπόσπαστα στα ανθρώπινα και εμφανίζεται πλάι του σαν σκιά.


Ο Sokurov γράφει-σβήνει το κείμενο του Γκαίτε. Διαβάζει φωναχτά. Κοιτάει εντός εκτός και επί τα αυτά. Μεταφέρει κινηματογραφικά. Εδώ ο Faust δεν είναι ένας ευάλωτος -ελέω θετικιστικής λαιμαργίας- επιστήμονας που εξαπατάται από τον διάβολο. Όχι. Εδώ ο Faust είναι μια απειροελάχιστη κουκκίδα, χαμένη μέσα στο γιγαντιαίο σύμπαν των πόθων του. Εδώ ο Faust επιβεβαιώνει μια θεμελιώδη ανθρώπινη συνθήκη: την ολοκληρωτική αδυναμία μας να αναλογιστούμε το [απειροελάχιστο] βάρος που μας αναλογεί. Εδώ ο διάβολος δεν είναι επισκέπτης εξωτερικός. Αναδύεται εκ των έσω ως απείκασμα της εγωτικής ψευδαίσθησης.


Όμως, εν αρχή ην ο λόγος. Και ο Ρώσσος auteur επιτυγχάνει κάτι αξιοπρόσεκτο. Στις μέρες μας, πιο πολύ από ποτέ, ο διάλογος για την κινηματογραφική γλώσσα μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί πλήρως. Να έχει εγκαταλειφθεί ως μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Ο Sokurov, απεναντίας, ανοίγει τουλάχιστον μια χαραμάδα σε αυτή την κλειδαμπαρωμένη πόρτα. Ο σχεδόν τετραγωνισμένος φιλμικός καμβάς του, που υπό τη φωτογραφία του Bruno Delbonnel μοιάζει με μεσαιωνική ελαιογραφία που λιώνει, χτίζει μια μεταφύσια ατμόσφαιρα. Ο Sokurov διαλέγει περίτεχνες και διαγώνιες γωνίες λήψεις. Όμως η προοπτική εξαφανίζεται. Καθώς η εκτεταμένη χρήση (παραμορφωτικών) ευρυγώνιων φακών, μετουσιώνει την προοπτική εξ' ολοκληρου σε μια νέα διάσταση. Σε μια ασαφή διάσταση, οπτικά ρευστή, που φτιάχνει μια απροσδιόριστη αντιστοιχία με την Άγνωστη ψυχή. Ένα μοντέρνα καινοφανή οπτικό αποτέλεσμα που μας μυεί προκλητικά σε μια μεταφύσια εσωτερική θέαση.

Όμως, εν αρχή ην ο λόγος. Ο λόγος του Γκαίτε. Ο μη-λόγος του Γκαίτε. Ο λόγος με κεφαλαία, ο λόγος με μικρά. Ο αφηρημένος λόγος. Ο Λόγος. Κάτι που το Faust του Sokurov μοιάζει να ασπάζεται πλήρως. Εδώ ο λόγος δεν εκφέρεται. Στη συντριπτική πλειοψηφία, ο ήχος που ακούμε προκύπτει από χαρακτήρες που βρίσκονται εκτός κάδρου. Ενώ όταν βρίσκονται στο κάδρο, υπάρχει ένας καθαρός αχρονισμός μεταξύ χειλιών και λέξεων. Το κείμενο του Faust δεν εκφέρεται. Προκύπτει εκ των έσω. Σα να πυροδοτείται μέσα από ένα όνειρο που κοιμόμαστε και δε ξέρουμε να πούμε. Και δεδομένου ότι οι αναντίστοιχες λέξεις φτάνουν στον θεατή από εκτός κάδρου σημεία, θα μπορούσαμε να μιλάμε για έναν οικουμενικό Λόγο. Για έναν αφηρημένα εσωτερικό λόγο.

Ο κινηματογράφος -και στη θέση του βάλε ό,τι θες- έπεται. Εν αρχή ην ο λόγος.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Apartment Zero


Σκηνοθεσία: Martin Donovan
Παραγωγής: UK / Argentina / 1988

Διάρκεια: 124'


Ο κύριος LeDuc(Colin Firth) είναι ένας ελαφρώς διαταραγμένος νεαρός αιθουσάρχης κινηματογράφου με εμφανή προβλήματα κοινωνικοποίησης. Ζει στο διαμέρισμα μηδέν -ούτε θετικά ούτε αρνητικά πρόσημα- κάπου στην Αργεντινή. Για την ακρίβεια, ζει προσπαθώντας να απομακρύνει τους ιδιότροπους γείτονες από τη φιλήσυχη ζωή του. Προτιμά να συμβιώνει με λατρεμένους κινηματογραφικούς σταρ, οι οποίοι τον έχουν καταλάβει ολοκληρωτικά. Βρίσκονται στο πανί, στο μυαλό του και στολίζουν με περίοπτα κάδρα το διάκοσμο του σπιτιού. Ένας κινηματογραφικός σταρ μοιάζει ο τέλειος σύντροφος! Είναι ένας τέλειος άγνωστος. Χωρίς προσδοκίες. Δε διεκδικεί κανένα μερίδιο από τη ζωή σου. Αφήνεται ελεύθερα στην ωραιοποιητική φαντασία σου να τον πλάσει όπως ποθεί! Τα προβλήματα για τον κύριο LeDuc εκκινούν όταν, ελέω οικονομικών προβλημάτων, θα αναγκαστεί να μοιραστεί αυτό το ιδιόρρυθμο κρησφύγετο του.


Κάπου εκεί, ως συγκάτοικος, εισάγεται ο εντυπωσιασκός Jack(Hart Bochner). Ο Martin Donovan μας κλείνει το μάτι. Μας συστήνει τον Jack με έναν αισθητικό περφεξιονισμό κι ένα ταπεραμέντο που θα άρμοζε μόνο σε κινηματογραφικό σταρ. Ο Jack μπορεί να μην είναι ηθοποιός, όπως αποσαφηνίζει εξ' αρχής, αλλά έχει άπειρους λόγους για να παίξει τον ρόλο του τέλειου αγνώστου. Είναι αναγκασμένος να είναι ο άνθρωπος δίχως ταυτότητα. Να μένει αφανής. Μια τέλεια μάσκα. Υπό αυτή την οπτική, θα έλεγε κανείς, πως οντολογικά συγγενεύει με τους κινηματογραφικούς σταρ που τόσο αγαπά ο LeDuc. Κι όντας ο τέλειος άγνωστος γίνεται περιζήτητος απ' όλους. Απ' τον LeDuc ως τους ιδιότροπους γείτονές. "Μόνο ένας άγνωστος μπορεί να δώσει άφεση αμαρτιών", λέει ο Jack κάποια στιγμή στην ευάλωτη Vanessa. Κι αυτός είναι ο λόγος που γίνεται ανάρπαστος. Η άγνωστη, η ασχημάτιστη υφή του, μοιάζει σε όλους το ιδανικό υλικό -ένα υλικό που προσαρμόζεται κατά περίσταση και προσδοκία- για να καλύψει τις ευάλωτες πλευρές τους. Ένας ξένος είναι ένας ελεύθερος τόπος. Δεν υπάρχει τίποτα που να νομίζεις πως γνωρίζεις για αυτόν, ώστε να περιορίζεσαι. Ούτε σε ευνουχίζουν εκείνα που φαντάζεσαι πως γνωρίζει εκείνος.


Το Apartment Zero είναι ο τόπος συνάντησης του σχεδόν πρωτάρη Martin Donovan με τον σχεδόν πρωτάρη Colin Firth. Σε ένα αυστηρά προσωπικό φιλμικό περιβάλλον. Ένα φιλμικό περιβάλλον που ξεχειλίζει από κινηματογραφικές αναφορές. Από το κλασσικό σινεμά ως το πιο συγγενή του David Lynch. Εδώ η θέαση μοιάζει με μια εμπειρία μύησης σ' έναν ακατέργαστο αισθησισμό(σαν αυτόν που συναντάμε στις πρώτες δουλειές του Pedro Almodovar) και σε μια διαρκή πειραματική εκζήτηση(συναφή με τη γλώσσα του Nicolas Roeg). Όλα αυτά τα στοιχεία δημιουργούν ένα υπερρεαλιστικό κράμα. Ένα υπερρεαλιστικό περιβάλλον που μετατρέπει αυτό που θα αποκαλούσαμε σεναριακή υπερβολή και ερμηνευτική αμηχανία σε δομικά στοιχεία της αφήγησης. Σε νήματα που ξετυλίγουν τη δράση.


Στο διαμέρισμα μηδέν, χωρίς θετικά ή αρνητικά πρόσημα, καλούμαστε να αποβάλλουμε τις μάσκες που φορέσαμε στα αντικείμενα και στα πρόσωπα που αγαπάμε για να εξαγνίσουμε τις δικές μας ζωές. Στο δωμάτιο μηδέν καλούμαστε να απαλλαγούμε από τις προφασισμένες ωραιοποιήσεις και τις επικρίσεις μας. Καλούμαστε να απογυμνώσουμε τον πλησίον μας. Να δεχτούμε τη γύμνια του. Όχι για να τον γνωρίσουμε με όλους αυτούς τους τρόπους που συντηρούν την άγνοιά μας. Αλλά για να δώσουμε στην αφή το αδιάκοπο άγγιγμά σε χρόνο απείρου.