Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Code inconnu: Récit incomplet de divers voyages



Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Παραγωγής: France / Germany / Romania / 2000
Διάρκεια: 118'


Άγνωστος κώδικας. Σε ποιος άγνωστους κώδικες αναφέρεται ο τίτλος του Michael Haneke; Ίσως αυτούς που καλείται να αποκρυπτογραφήσει ένας δημιουργός, για να αναλύσει το πορτραίτο της εκκεντρικής και ραγδαία μεταβαλλόμενης πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Ή εκείνους τους κώδικες που καλείται να σπάσει ο μη συνηθισμένος και κακομαθημένος θεατής, ούτως ώστε να οδηγηθεί στην "Αλήθεια" του δημιουργού. Μπορεί ακόμα να αναφέρεται σε εκείνους τους άγνωστους κώδικες που αναπτύσσονται μεταξύ του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου. Όπου η ανισότητα των θέσεων που καταλαμβάνουν οι δύο κόσμοι στο χάρτη, αλλά και το μεταξύ τους παιχνίδι σε όρους εκμετάλλευσης, ακρωτηριάζει τη διαλεκτικότητα και επιβάλλει το μέλλον. Άγνωστοι κώδικες που πλημμυρίζουν κάθε μορφή γλώσσας, καθιστώντας την επικοινωνία αδύνατη. Πλέον, η κάθε λέξη δεν είναι παρά μια επιγραφή, ή το βαφτιστικό όνομα που προέρχεται από τον υποκειμενισμό και τις εμμονές του εκάστοτε πομπού και του εκάστοτε δέκτη. Αφήνοντας τις θεωρητικά τουλάχιστον κοινές έννοιες, λησμονημένες σε κάποια μακρινή και απρόσιτη άβυσσο.


Ανατρεπτικό στη φόρμα και στο περιεχόμενο τούτο το απαιτητικό αριστούργημα του επίσης απαιτητικού auteur. Ο Haneke θα προσπαθήσει να αποκωδικοποιήσει την πραγματικότητα των μεγαλουπόλεων, και συγκεκριμένα του Παρισιού, με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Ως προς τη φόρμα πρόκειται για ένα κολάζ διαδοχικών, μεσαίου μήκους, μονοπλάνων, τα οποία είναι (σχεδόν) ανεξάρτητα και συνδέονται, ή καλύτερα αποσυνδέονται, μέσω ισάριθμων fade out.


Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος θα εξαπολύσει για άλλη μια φορά μια σφοδρή κριτική στον Δυτικό κόσμο, και τον υπεροπτικό τρόπο που μεταχειρίζεται τις διάφορες ασθμαίνουσες κοινωνικές μειονότητες. Τον Δυτικό κόσμο αντιπροσωπεύει το ζεύγος του φωτογράφου και της ηθοποιού. Ασφαλώς αποπροσανατολισμένοι και οι δύο. Παρά τις υπαρκτές ευαισθησίες τους για τα δεινά που κατακλύζουν τη συλλογική πραγματικότητα, παγιδεύονται αμφότεροι σε ατομικές συναισθηματικές νευρώσεις. Συναισθηματικές νευρώσεις που είναι αποκλειστικό προνόμιο της αστικής τάξης, και που συρρικνώνουν το άτομο εντός του. Πρόκειται επί της ουσίας για αυτοσχέδιους αναισθητικούς μηχανισμούς, που απομακρύνουν το άτομο απ' το να αναλάβει δράση για το συλλογικό "Καλό". Ο Haneke κοιτάζει με δεικτικό, και ενίοτε σατυρικό τρόπο, το πως η μεσοαστική κοινωνία σταδιακά απαρνείται τη συλλογική δράση για την ψευδαίσθηση της ασφάλειας που παρέχει ο καταναλωτικός τρόπος ζωής των καπιταλιστικών οικονομιών(αριστουργηματική η σκηνή στο super market). Σε αυτό το σκέλος εντοπίζουμε πολυάριθμες ομοιότητες με μια άλλη δημιουργία του Haneke, το Cache. Στο οποίο κατά τη γνώμη μου, το σενάριο ήταν εμφανώς πιο συγκροτημένο στους σκοπούς του.


Ο Haneke όμως δε μένει σε μια απλή κριτική στον Δυτικό κόσμο. Παραμένει εξίσου καυστικός κοιτώντας και τον υπανάπτυκτο κόσμο των μειονοτήτων. Τον οποίο αντιπροσωπεύει μια οικογένεια Αφρικανών προσφύγων εντός του Παρισιού. Οι ίδιοι φαίνεται να έχουν εναποθέσει τις ελπίδες σωτηρίας τους σε κάποιο μεταφυσικό χέρι. Αρνούμενοι να αναλάβουν ισχυρή δράση. Ενώ και στο ιδεολογικό σκέλος, κατακλύζονται απ' τα κάλπικα όνειρα του προλεταριάτου για ανέλιξη στη διεστραμέννη κοινωνική πυραμίδα.

Πέραν όμως της οντολογικής σημασίας της ταινίας, ο θεατής θα βιώσει τον ωμό ρεαλισμό των κάδρων. Τα αυτόνομα μονόπλανα-σεκάνς συναρμολογούνται εγκεφαλικά στο εσωτερικό του θεατή. Ο οποίος εκτός από μια σπάνια εμπειρία, θα βιώσει σοκκαριστικά μια διαφορετική και ρεαλιστική όψη των μεγαλουπόλεων.
Βαθμολογία 9/10

Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

Dare mo shiranai





Σκηνοθεσία: Hirokazu Koreeda
Παραγωγής: Japan / 2004
Διάρκεια: 141'


Το "Dare mo shiranai" είναι ο ορισμός του "καλού κοινωνικού δράματος". Και το μεγαλύτερο επίτευγμα του Hirokazu Koreeda είναι ότι κάνει μια ανεξάντλητη ταινία 142 λεπτών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε θα μπορούσε να είναι μικρότερη, τη στιγμή που οποιοδήποτε άλλο film, παρόμοιων καταβολών, θα ισοπεδωνόταν από αυτή τη διάρκεια.


Η ταινία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στο γεγονός της διαβίωσης τεσσάρων (εξαιρετικά) ανήλικων παιδιών, από σπέρματα διαφορετικής πατρικής προέλευσης, και εγκαταλειμμένα από τη μητέρα τους, σε ένα μικρό διαμέρισμα, σε μια μικρή πόλη της Ιαπωνίας, και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναλυτικότερα, νεαρά και άγαμη μητέρα νοικιάζει σπίτι σε μια μικρή πόλη στην Ιαπωνία. Εμφανίζεται μόνο με το μεγάλο της γιο Akira(Yûya Yagira), περίπου 12 ετών, και κρύβει τα υπόλοιπα 3 παιδιά, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το νοίκι. Η μητέρα, σε διαδικασία εύρεσης νέας εργασίας, γαμπρού και ενός ευτυχέστερου βίου, εγκαταλείπει τα παιδιά της, αφήνοντας πίσω ορισμένα χρήματα. Ο Akira επωμίζεται την ευθύνη της ζωής όλων, καθώς τα υπόλοιπα παιδιά ζουν φυλακισμένα στο σπίτι, φοβούμενα μην γίνουν αντιληπτά από τους κατόχους του διαμερίσματος.

Συνυπολογίζοντας τον τίτλο "Κανέις Δεν Ξέρει", η ταινία παρά την ντοκυμαντεριστική καταγραφή και τις ρεαλιστικότατες ερμηνείες, είναι περισσότερο μια αλληγορική χροιά και μια ευστοχότατη κοινωνική κατακραυγή για την συλλογική και καθολική απάθεια της κοινωνίας στα τραγικά που λαμβάνουν χώρο εντός της, παρά ένα ακριβή χρονικογράφημα. Άλλωστε, ως χρονικογράφημα πιθανόν να υπάρχουν αναμφισβήτητες ατέλειες. Για παράδειγμα, δύσκολα ο θεατής πείθεται, πως τα συγκεκριμένα παιδιά στην ταινία μπορούν (πρακτικά και ουσιαστικά) να ζουν ολομόναχα. Ενώ επίσης και το χρονικό διάστημα που πραγματεύεται η ταινία, περίπου 7 μήνες, δε γίνεται αισθητό μέσα στο φιλμικό χρόνο. Όμως τελικά, η υποβάθμιση των λεπτομερειών, καταφέρνει να τοποθετεί την ιστορία σε μια πιο αφαιρετική βάση. Τονίζοντας και αναδεικνύοντας την αιμοσταγή ιστορία των παιδιών, και θεωρητικά κάθε ανθρώπου με ανάλογα προβλήματα, όπως αυτή βυθίζεται στην ακατάσχετη αδιαφορία του κοντινού και μη περιβάλλοντος.


Ο Hirokazu Koreeda, με μια προσεγμένη σκηνοθεσία, και με ιδιαίτερη ευαισθησία στο μοντάζ, κάνει ένα film που αποφεύγει πρωτίστως τον σκόπελο του εύκολου μελοδράματος. Με εικόνες που περιγράφουν στο άρτιο την καθημερινή πάλη των νεαρών ηρώων. Ακολουθώντας διακριτικά των θεσμό της οικογένειας, αλλά και το ευρύτερο περιβάλλον. Τα λυρικά κάδρα δεν εκλείπουν. Ωστόσο, ίσως να επιθυμούσαμε κάποιες λιγότερο ωραιοποιημένες-περισσότερο ωμές εικόνες εντός και εκτός του σπιτιού. Αξίζει επίσης να προσθέσουμε πως δεν είναι και λίγα τα σημεία εκείνα που είναι φορείς μιας πιο βαθυστόχαστης συμβολικής. Όπως ας πούμε ο μη εθελούσιος εγκλωβισμός των παιδιών εντός των τεσσάρων τοίχων, δηλώνει το αδύνατο της απόδρασης από τις προεπιλεγμένες οδούς που ορίζουν οι επιλογές των αρχόντων της οικογένειας. Ενώ μια ακόμα αξιομνημόνευτη σκηνή, είναι αυτή που τα δυο παιδιά σκάβουν στο χώμα, δένοντας εαυτούς βαθύτερα στη γη, τη στιγμή που τα αεροπλάνα αρμενίζουν στη θεωρητική ελευθερία των αιθέρων.


Ο Hirokazu Koreeda κάνει μια αξιοπρόσεκτη ταινία. Ωστόσο, οφείλει τα περισσότερα στους νεαρούς ερασιτέχνες ήρωες του. Με αποκορύφωμα των πρωταγωνιστή, τον Yûya Yagira(βραβεύτηκε στις Κάννες). Του οποίου η ματιά, αλλά και η ψυχοσωματική στάση, ταυτίζεται με την άρνηση και την απόρριψη που βιώνει κοινωνικά. Τέλος, μεταξύ των ανήλικων και των ενήλικων ηρώων, σχηματίζεται μια αντίθεση που έρχεται να απομυθοποιήσει την ωριμότητα ως παραγόμενο της ενηλικίωσης. Τα παιδιά εμφανίζονται τρόπον τινά ωριμότερα, έχοντας βρεθεί ευθέως αντιμέτωπα με το ζήτημα της επιβίωσης. Τη στιγμή που η μητέρα, και οι λοιποί ενήλικες ήρωες, προσπαθούν να προσπεράσουν ανώδυνα την ευθύνη των λανθασμένων επιλογών τους.
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Sunshine Cleaning



Σκηνοθεσία: Christine Jeffs
Παραγωγής: USA / 2008
Διάρκεια: 91'


Τα τελευταία χρόνια δημιουργείται στον κινηματογράφο μια νέα οικογένεια ταινιών, που φιλοδοξεί να δώσει φρεσκάδα στο κινηματογραφικό μέσο. Ενδεικτικά θα μπορούσα να αναφέρω ως κύριους εκφραστές το επιτυχή Little Miss Sunshine, το ελαφρώς αβανταδόρικο Juno, το αυτοβιογραφικό Wackness, αλλά και το Gwoemul σε μια πιο φανταστική προέκταση της εν λόγω οικογένειας. Σε αυτή την οικογένεια εντάσσεται και το Sunshine Cleaning. Επί της ουσίας μιλάμε για ταινίες που διατηρούν ένα ελαφρύ προφίλ/περίβλημα. Το οποίο το επιτυγχάνουν χρησιμοποιώντας κυρίως νέους και φρέσκους ηθοποιούς, ακολουθώντας ταχύτατο ρυθμό στην αφήγηση, και καταπιάνοντας με θέματα teenage κυρίως απήχησης. Ωστόσο, κάτω από την φρέσκια-ανάλαφρη επιφάνεια βρίσκεται ένας πυρήνας άκρως επίπονων θεματικών της οικουμενικής επικαιρότητας. Έτσι, αν υπάρχει κάτι που κάνει ξεχωριστή αυτή την οικογένεια ταινιών, είναι αυτή η κραυγαλέα αντίθεση μεταξύ της κωμικότητας του "φαίνεσθαι" και της δραματικότητας του "είναι". Συνιστώσες που εξασφαλίζουν από τη μία τη mainstream διασκέδαση, και από την άλλη έναν κάποιο "σινεφίλ" προβληματισμό.


Αλλά πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, ας αναφέρουμε ενδεικτικά το story. Νεαρή και ανύπαντρη μητέρα(Amy Adams) διατηρεί παράνομη σεξουαλική σχέση με τον εφηβικό της έρωτα. Εργάζεται ως καθαρίστρια για να τα φέρει βόλτα. Όμως, ο τρόπον τινά περίεργος γιος της(Jason Spevack), της δημιουργεί προβλήματα στο σχολείο. Έτσι, θα επιθυμήσει ένα πιο παχουλό εισόδημα για να τον μεταφέρει σε ιδιωτικό. Θα ιδρύσει με την μικρότερη και απροσάρμοστη αδερφή της(Emily Blunt) ένα συνεργείο καθαρισμού για σκηνές εγκλήματος, αλλά και απομάκρυνσης τοξικών υλικών. Επάγγελμα ασφαλώς πιο προσοδοφόρο. Μόνο που παρά την αρχική επιτυχία, τα πράγματα θα ζορίσουν αναπάντεχα. Και αυτούς τους δύσκολους καιρούς έχουν ως μοναδικό στήριγμα τον ενθουσιώδη πατέρα τους(Alan Arkin) και τον μονόχειρα ιδιοκτήτη(Clifton Collins Jr.) μαγαζιού με είδη καθαρισμού.


Το Sunshine Cleaning έχει όλα τα στοιχεία των ταινιών της οικογένειας του. Έχει μερικούς ήρωες, όπως ο παράξενος πιτσιρίκος και ο ενθουσιώδης παππούς(ο Alan Arkin είναι αυθεντία στο ρόλο), που εγγυούνται ιδιαίτερες κωμικές στιγμές. Έχει μια ενδιαφέρουσα προβληματική, πλαισιωμένη με έντονα κωμικά στοιχεία, όπως αυτά που γεννούνται απ' το επάγγελμα που επιλέγουν οι δύο πρωταγωνίστριες. Έχει ταχύτατο ρυθμό στην αφήγηση. Και έχει και νεαρούς ηθοποιούς, αλλά και φρέσκες ερμηνείες. Συγκεκριμένα βλέπουμε την Amy Adams σε έναν ρόλο που την περιμέναμε καιρό. Στον ρόλο της μητέρας, με μια προσωπική ζωή εγκλωβισμένη στις ελάχιστες επιλογές που δίνει η σύγχρονη πραγματικότητα. Και ασφαλώς απεγνωσμένη, στις επίσης ελάχιστες επιλογές που έχει για την οικονομική ανέλιξη αλλά και την επιβίωση της. Την προσοχή όμως κλέβει η απροσάρμοστη Emily Blunt. Ασφαλώς πιο ευαίσθητη από την αδερφή της. Βιώνοντας τα αδιέξοδα της "τυπικής" ζωής, καλλιεργεί ένα πιο σκληρό προφίλ. Και δέχεται αναπόφευκτα τα χτυπήματα που προκύπτουν από την πάλη της ευαίσθητης φύσης της με τον σκληρό κόσμο της εποχής μας.


Τελικά, η Christine Jeffs καταφέρνει εν μέρη να φωτίζει τους μονόδρομους της εποχής. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις συλλαμβάνεται θύμα των επιθυμιών της να "παντρέψει" κωμικά, δραματικά, ρομαντικά και συγκινητικά στοιχεία. Καθώς μοιάζει να τα ρίχνει όλα μαζί στο μπλέντερ με μια σχετική επιπολαιότητα. Καθιστώντας τη δραματουργία κάπως ανυπεράσπιστη και μη ρεαλιστική. Παρ' όλα ταύτα, σε πρώτο επίπεδο παραμένει αναπάντεχα απολαυστικό, επιτυγχάνοντας μάλιστα να θίξει ορισμένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον "κείμενα" της εποχής.
Βαθμολογία 6/10