
Σκηνοθεσία: Ki-duk Kim
Παραγωγής: Japan / South Korea / 2006
Διάρκεια: 97'
Οι Ιάπωνες και οι Κορεάτες, παραδοσιακή δύναμη στην ιστορία του σινεμά πρόσφεραν στέγη στον ταλαντούχο και 47αρη πλέον Ki-duk Kim για να δημιουργήσει με το δικό του προσωπικό ύφος μια ταινία για τον χρόνο και τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από ένα κοινωνικοψυχολογικό συμβόλαιο.
Όμως και αυτή τη φορά ο Ki-duk Kim μοιάζει κάπως αναποφάσιστος! Η ταινία έχει ως θέμα του ένα ζευγάρι. Η αρχική εμβριθής αναφορά στην γυναίκα κερδίζει τον θεατή. Μια ηττοπαθή παρουσία, καταθλιπτική σε μια σχέση παθολογικής αγάπης με το άλλο της μισό, μιας αγάπης αδερφής της φθονερής ζήλιας και αγγίζοντας, ίσως και ξεπερνώντας τα όρια της παράνοιας. Από την άλλη ένας μάλλον καθημερινός άντρας, ηπίων τόνων, αδύναμος ρυθμιστής της ζωής του, που ακολουθεί τις εξωτερικές τάσεις του περιβάλλοντός του.
Η γυναίκα παγιδευμένη από τις εμμονές της και τους αυτοκαταστροφικούς φόβους της, έχοντας απέναντι της τον φθοροποιό χρόνο, πανικόβλητη και άνευ ίχνους αναστολής αποφασίζει χωρίς δισταγμό μα με αλλοφροσύνη να αλλάξει κυριολεκτικά πρόσωπο. Να σταματήσει τον χρόνο, και μετέπειτα να επιστρέψει για να κερδίσει τον κατά τα άλλα δικό της σύντροφο! Να τον κερδίσει μα με άλλο πρόσωπο, με άλλη ύπαρξη. Αποστομοτική δήλωση σε αυτό το σημείο από τον σκηνοθέτη για την ανθρώπινη ματαιοδοξία.
Από την άλλη όσο η κοπέλα εξαφανισμένη βρίσκεται στο κρεβάτι της ανάρρωσης, ο σκηνοθέτης περνάει σε μια άοσμη περιγραφή της σύγχρονης κοινωνίας. Μιλώντας για την επιφάνια των πραγμάτων. Μιλώντας για απροσωπεία, και αδύναμους ανθρώπους να κινήσουν τα νήματα της ζωής τους. Παγιδευμένοι επί της ουσίας από διαφημιζόμενα αναίμακτα πρότυπα. Ωστόσο μάλλον ο σκηνοθέτης αδυνατεί να περιγράψει τις λεπτές αυτές ισσοροπίες, πλαισιώνοντας το σινεμά του μάλλον με "χοντρή" αμηχανία.
Με την επιστροφή της γυναίκας ως την σταδιακή αποκάλυψη της αλήθειας έχουμε ένα συνοθήλευμα των στοιχείων που αναφέρθηκαν. Η επιφάνια των πραγμάτων, και οι υπόνοιες για το πόσο αναίμακτη είναι η αλλαγή ενος τυπικού προφίλ, οι απρόσωπες σχέσεις και οι αδύναμοι άνθρωποι παραστρατούν από τον δρόμο της αλήθειας που διακριτικά στοχεύει ή λευκή ξελογιάστρα απόχρωση στη φωτογραφία της ταινίας.
Τελικά, αφού πέσουν τα προσωπεία, τοποθετώντας στο τελευταίο καρέ τον φαύλο κύκλο των πραγμάτων κλείνει μια μάλλον άρρυθμη ταινία! Στο σινεμά του Shi gan ο Κi duk-Kim χρησιμοποιεί τρία κύρια τεχνάσματα για την εξέλιξη και την εδραίωση της ιστορίας του. Χρησιμοποιεί έντονα τα αντικείμενα, με το προσωπείο και τον υπολογιστή να είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό, χρησιμοποιεί τις φωνές, τους καυγάδες ως ένδειξη νοσηρής πραγματικότητας ενώ με το λευκοβαμμένο περιτύλιγμα της φωτογραφίας απαιτεί την θετική σκέψη του θεατή.
Τελικά το απροσδιόριστο μάλλον αυτό έργο βρίσκεται μεταξύ της μεγαλειώδης ευφυίας των τεσσάρων εποχών και του άοσμου και "παχιού" Samaria. Με τον φορμαλισμό να ξεδιπλώνει το αλληγορικό κομμάτι και έναν ισχνή νατουραλισμό να αδυνατεί να αναπαραστήσει τον φυσικό κόσμο. Τελικά, αν και περνάει αξιοθαύμαστες σκηνές τόσο ερμηνευτικά όσο και αισθητικά, αποτυγχάνει στο σύνολό του να εκτιμηθεί ως "μεγάλη" ταινία.
Βαθμολογία 6,5/10

