Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tony Gilroy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Tony Gilroy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Duplicity



Σκηνοθεσία: Tony Gilroy
Παραγωγής: USA / Germany / 2009
Διάρκεια: 125'


Αν αποδίδαμε έναν όρο στο Αμερικάνικο σινεμά των studio, αυτός θα ήταν συμβιβασμένο cinema. Υπό την έννοια ότι τα προϊόντα, οι ταινίες δηλαδή, είναι συμβιβασμένες με συγκεκριμένα εκφραστικά μέσα και με επίσης συγκεκριμένα δραματουργικά τεχνάσματα. Ακολουθούν τη λεγόμενη κλισέ σημειολογία, η οποία είναι ηθικά αποδεκτή στο ευρύ κοινό, και ταυτόχρονα συχνά υπαγορεύει και την εισπρακτική επιτυχία μιας ταινίας. Υπό την έννοια ότι τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του Αμερικάνικου σινεμά, κυρίως ως προς τον τρόπο ξεδίπλωσης της πλοκής, αναπτύσσουν εθιστικούς δεσμούς με το κοινό. Το οποίο πλέον δύσκολα αποχωρίζεται την γνωστή και εύκολη υφή των συγκεκριμένων ταινιών για τις λεγόμενες πρωτοποριακές (μη συμβιβασμένες) ταινίες. Για να μην παρεξηγηθώ όμως, δεν θα ήθελα να αναγάγω ολόκληρο το Αμερικάνικο σινεμά των studio στο προαναφερθέν σχόλιο. Κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον επιπόλαιο.

Νομίζω πως είναι αυτονόητο πως πάσης φύσης συμβιβασμοί λειτουργούν περιοριστικά για τα δημιουργήματα και για τον καθολικό χαρακτήρα της Τέχνης. Και για να μη γενικολογώ μιλώντας για συμβιβασμούς θα ήθελα να δώσω μερικά παραδείγματα. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε Αμερικάνικες ταινίες να υπάρχουν "θετικές" ερωτικές σχέσεις, πάντα σε ρομαντικό πλαίσιο, και αποτυπωμένες με έναν σεξουαλικά αποδεκτό τρόπο. Στο άλλο άκρο μια ταινία περιπετειώδης θεματολογίας "παντρεύεται" υπερβολικές σκηνές δράσης(η βία ωστόσο είναι πάντα περιορισμένη). Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με δεκάδες άλλες "κλισέ" πτυχές μιας "Αμερικάνικης" ταινίας. Αλλά ας έρθουμε στο Duplicity. To Duplicity δείχνει να ξεχωρίζει των ανάλογων ταινιών της σειράς. Όχι δεν πρωτοστατεί πουθενά. Αντιθέτως θα λέγαμε! Απλά καταφέρνει να ενσωματώσει τις απαραίτητες υπερβολές με τον λιγότερο δυνατό ζημιογόνο τρόπο. Και σε μεγάλο βαθμό οι υπερβολές αυτοαναιρούνται μέσα απ' το πρίσμα μιας screwbal οπτικής. Και όταν μιλάω για ταινίες της σειράς, μιλάω για ταινίες που εφάπτονται σε σοβαρά θέματα του καιρού μας, με μια αναπόφευκτα(το αναπόφευκτο αιτιολογήθηκε παραπάνω) περιορισμένη-ξόφαλτση προσέγγιση. Πρόχειρα μου έρχονται τα Body Of Lies, Michael Clayton, Slumdog Millionaire κλπ.


Το Duplicy είναι μια κατασκοπική ταινία. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο απαρτίζουν οι δημοφιλής Julia Roberts, Clive Owen. Οι οποίοι υποδύονται το κατασκοπικό προσωπικό πολυεθνικών εμπορικών εταιριών. Μέσα σε ένα καθεστώς λυσσαλέας ανταγωνιστικότητας, αφερεγγυότητας και ανειλικρίνειας αναπτύσσεται και μια σχέση μεταξύ τους. Το ίδιο αφερέγγυα. Και οι δύο τους, εργαζόμενοι για ανώτερα αφεντικά, θα κυνηγήσουν τα πολλά λεφτά, προσπαθώντας να είναι οι πρώτοι που θα αποκτήσουν τα ακριβά μυστικά. Από εξαπατητές, εξαπατημένοι. Από πρωταγωνιστές, κομπάρσοι. Και το αντίστροφο. Σε μια ανατρεπτική κομεντί.


Ο Tony Gilroy θα εσωκλείσει την πλοκή του σε μια χρονική ασυνέχεια. Ο χρόνος άλλωστε αποτελεί απλά το συστατικό των σχολαστικών λυτών του γρίφου. Η ταινία μες στην χρονική ασυνέχεια της δίνει μια ατέρμονη αίσθηση σε αυτόν τον νέο "σιωπηλό" πόλεμο που γνωρίζει ο αιώνας μας. Κάτι που ενδυναμώνεται και με τα split screens κάδρα, τα οποία αποσκοπούν στο να δώσουν ευρύτερο χαρακτήρα στα γεγονότα. Κινηματογραφικά παρατηρούμε μια ασυνήθιστη εναλλαγή, για ταινία αυτής της κόπιας, ευρυγώνιων φακών και τηλεφακών. Που εναρμονίζεται με την γενικότερη ανατρεπτική τάση.

Το Duplicity, έστω και με αυτόν τον επιφανειακό τρόπο, ρίχνει μια απολαυστική ματιά στο σύγχρονο επιχειρησιακό γίγνεσθαι. Τη στιγμή που ο πολιτισμός (και η διπλωματία) έχουν αναιρέσει τη βία (δεν υπάρχει η παραμικρή σκηνή βίας), έχουν εκστασιαστεί τα υποκατάστατα φαινόμενα. Το τεχνολογικό έγκλημα γνωρίζει τα φόρτε του, οι υποκλοπές και η κατασκοπία ανθίζουν, η ειλικρίνεια είναι εξαφανιστέα και η εμπιστοσύνη απλά άγνωστη. Και το οξύμωρο, σε έναν τέτοιο ανιαρό κόσμο, οι προτεραιότητες της ανθρωπότητας είναι η εύρεση μαγικών σαμπουάν που θα καταπολεμούν την φαλάκρα! Για αυτό το σαμπουάν, πολυεθνικοί πόλεμοι γίνονται. Έστω και σιωπηλοί.


Μια καυστική ματιά θα εντοπίσουμε επίσης στην στάση της εξέλιξης του ανθρώπινου πνεύματος. Όπως μας λέει ο Tony Gilroy, το πνεύμα έχει πάψει πλέον να εξελίσσεται. Μόνο περιορίζεται σε πονηριά και πανουργία, στοιχεία που αποτελούν και μοναδικό ανταγωνιστικό αποτέλεσμα στους κολοσσιαίους εμπορικούς οργανισμούς. Ο "σιωπηλός" πόλεμος, σε έναν ανέπαφο και απρόσωπο κόσμο, έχει ρίξει παντού τα δίχτυα του και έχει υποκαταστήσει τη βαρβαρότητα άλλων πολέμων(όχι ότι αυτοί εκλείπουν). Η βία έχει υποκατασταθεί απ' την ανουσιότητα και ο επεκτατικός ιμπεριαλισμός απ' τις καπιταλιστικές ορέξεις για κυριαρχίας στην αγορά. Με τους άρχοντες και τα ιστάμενα υψηλά πρόσωπα να βαυκαλίζονται με τρίχες, να συντηρούν την ανοησία και να τη μεταχειρίζονται προς όφελος τους, πλαταίνοντας τη φιλαργυρία τους.
Βαθμολογία 6,5/10

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008

Michael Clayton


Σκηνοθεσία: Tony Gilroy
Παραγωγής: USA/ 2007
Διάρκεια: 119'


Πολύς λόγος έγινε το χειμώνα που μας πέρασε για την ταινία του σεναριογράφου και πρωτάρη στα σκηνοθετικά χωράφια Tony Gilroy. Επί της ουσίας πρόκειται για μια ταινία καταγγελίας του άνευ φραγμών κερδοσκοπικού επιχειρηματικού κόσμου, ιδωμένη απ' τα μάτια του κεντρικού ήρωα του τίτλου.

Ποιος είναι όμως ο Michael Clayton(George Clooney); Είναι ένας δικηγόρος που εργάζεται για πολυεθνική δικηγορική εταιρεία. Ωστόσο, για τους σκοπούς της εταιρείας έχει απαλλαχθεί απ' την τυπικότητα του επαγγέλματος και εργάζεται παρασκηνιακά στις ανάγκες κάθε δίκης. Μέσω αυτής της ιδιότυπης θέσης, εμείς ως θεατές θα περιηγηθούμε στον υπόγειο κόσμο των επιχειρήσεων, τις οποίες εκπροσωπεί η δικηγορική καμπάνια. Έναν κόσμο γεμάτο πλεκτάνες, ίντριγκες και δολοπλοκίες για χάρη του χρήματος. Έτσι σε αυτό το ευρύτερο περιβάλλον ο Michael Clayton βρίσκεται ως ένας ενδιάμεσος διεκπεραιωτής. Σύντομα ο Michael Clayton θα γίνει ηθικός συμπαραστάτης του θεατή, χάρης μιας εκβιαστικής μεταστροφής του ήρωα που "επιτυγχάνει" το σενάριο.


Το Michael Clayton εκ πρώτης όψης βαδίζει στα χνάρια ενός άλλου Insider. Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί τόσο ο καταγγελτικός του τόνος, η μουντή φωτογραφία στα πλαίσια του απρόσωπου επαγγελματικού κόσμου, η στιβαρή επιμέλεια της σκηνοθεσίας, η πυκνή γραφή του σεναρίου και η ελλειπτική αφήγηση της ιστορίας. Ωστόσο εν συνεχεία δυσκολεύεται να προσανατολιστεί σε μια βαθύτερη δήλωση. Ο George Clooney, παρά την πληθώρα των γλυκερών υποκειμενικών κάδρων, δεν μπορεί να σκορπίσει το ρίγος της παρουσίας του Al Pacino του Insider. Όχι μόνο ως ερμηνεία, αλλά κυρίως ως ρόλος. Ενώ ακόμα η εμμονή της αφήγησης και της δραματουργίας να υλοποιηθεί με αποκλειστικό σημείο αναφοράς τον κεντρικό ήρωα οδηγεί σε κάποιες αναπόφευκτες απλουστεύσεις.

Το αρχικό ύφος της ταινίας εγκαταλείπεται για χάρη ενός ηθικού εμπλουτισμού του ήρωα Michael Clayton. Τέτοιου που θα επιτρέψει στον θεατή να ταυτιστεί μαζί του και να τον οδηγήσει σε ένα αχρείαστο, κατά την άποψη μου, happy end. Έτσι στο ευρύτερο απλουστευτικό κλίμα παραγκωνίζεται η καταγγελτική υφή της ταινίας ενώ και το γενικότερο πολιτικό σχόλιο στέκει εξαιρετικά ανολοκλήρωτο. Αρνητική εντύπωση ακόμα προκαλεί και η χρήση "σκηνών-σοφισμάτων" που επιστρατεύονται για τη λύση του μύθου και την έξοδο της ταινίας απ' τα σεναριακά αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει.


Πάντως παρά τα όσα αρνητικά αναφέρω, η ταινία έχει μια καταπληκτική πρώτη ώρα. Με αποκορύφωμα την αποδόμηση του επιχειρησιακού κόσμου. Ένας κόσμος που καταφέρνει να διαμορφώνει την δομή ολόκληρου του κοινωνικού status χάρις την σχέση που αναπτύσσει με το κεφάλαιο. Η μουντή φωτογραφία αποτυπώνει κάλλιστα τη μιασματική και δολοπλόκα πραγματικότητα των επιχειρήσεων, ενώ η σκηνοθεσία εφάπτεται αριστουργηματικά της θεματικής της. Τέλος, στα θετικά περιλαμβάνεται το αποτέλεσμα που επιτυγχάνει το cast(George Clooney, Tom Wilkinson, Sydney Pollack, Tilda Swinton) ως καρπός ομαδικής συνεργασίας.


Έτσι η προσωπική μου άποψη είναι πως πρόκειται για μια ταινία που αδυνατεί στο να βρει ισορροπία, εξαιτίας και της εμπορικότητας που επιδιώκει. Ενώ αξιοπρόσεκτο είναι πως ο σεναριογράφος Tony Gilroy στέκεται καλύτερα στο σκηνοθετικό απ' το οικείο προς αυτόν σεναριακό κομμάτι.
Βαθμολογία 6/10