Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016
Το Χειμερινό Φως και το παράδοξο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης
Nattvardsgästerna
Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
Παραγωγής: Sweden / 1963
Διάρκεια: 81'
Σε κάποια πρόσφατη προβολή της ταινίας, κάποιος ομιλητής κατέδειξε τον Μπέργκαν ως δηλητηριασμένο από την χριστιανική-θρησκευτική του παιδεία, και γενικότερα χαρακτήρισε αυτή την ταινία κάπως ασταθή, και φιλοσοφικά φτωχή, καθώς όπως είπε καταπιάνεται θρησκευτικά και χριστιανικά με κάποια ζητήματα που έχουν ξεδιαλυθεί από την σκέψη του αρχαϊκού κιόλας κόσμου.
Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Αυτό που με προβλημάτισε είναι ότι αυτή η εγκληματική εισήγηση εισακούστηκε σοβαρά, κι ότι μάλιστα ως ένα βαθμό υιοθετήθηκε κι απ' την συνέχεια της συζήτησης.
Υπάρχει ένα κοινό λάθος των θεατών που συνήθως προκαλείται από συγκεκριμένες ταινίες(σύνηθες παράδειγμα η φιλμογραφία του Dreyer και του Bergman). Κι αυτό είναι γνωστό και ως το σφάλμα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Δηλαδή κάποιος εκλαμβάνει αυτό που βλέπει, τους χαρακτήρες, το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν, και γενικότερα όσα διαδραματίζονται ως πρωτοπρόσωπες δηλώσεις και θέσεις του σκηνοθέτη και του έργου. Όμως κάτι τέτοιο είναι εντελώς παραπλανητικό. Αν έχεις έναν ιερέα στην Σκανδιναβία του 50' ως κεντρικό χαρακτήρα, ασφαλώς θα πρέπει να χτίσεις με συμπάγεια και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτός υπάρχει. Αν ο Kubrick στο Full Metal Jacket έφτιαχνε λοχίες, λοχαγούς, φαντάρους που δεν ήταν στρατόκαυλοι, αλλά ήταν χίπηδες ειρηνιστές πιθανότατα θα κρατούσαμε την κοιλιά μας απ' τα γέλια. Αν ο Sorrentino έδινε προλεταριακή απόχρωση στους αστούς χαρακτήρες του La Grande Bellezza, πιθανόν θα νομίζαμε ότι είναι μεθυσμένος. Αν κάποιος επέλεγε να κάνει μια ταινία μ' έναν ακροδεξιό ήρωα, τότε θα οφείλε να τον προσωπογραφούσε ως τέτοιο, αν ξαφνικά του προέκυπτε διαφωτιστής ιδεολόγος τότε η ταινία μάλλον θα 'χε χαθεί απ' το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο. Και προφανώς κάθε σκηνοθέτης έχει απόλυτο δικαίωμα να επιλέγει τους χαρακτήρες του χωρίς διακρίσεις. Το να απαγορεύεις σ' έναν σκηνοθέτη να 'χει ως κεντρικό ήρωα τον έναν ή τον άλλον υποδηλώνει μια βαθιά συντηρητική άποψη.
Και είναι τουλάχιστον ακραίο, αν όχι επικίνδυνο, να εκλάβεις το Χειμερινό Φως του Μπέργκμαν σαν μια ταινία για την θρησκεία, την Θεοσοφία, ή και ως μια ταινία εξύμνυησης της χριστιανικής πίστης ακόμα. Γιατί πρόκειται για μια ταινία που σημαδεύεται απ' την ολιγόλεπτη αλλά κομβική παρουσία ενός μυστηριώδη χαρακτήρα που λέγεται Ιωνάς. Ενός χαρακτήρα που εξαφανίζεται ακολουθώντας την βαθιά άρνησή του να συνεχίζει να παίζει ένα παιχνίδι που δεν καταλαβαίνει γιατί παίζεται. Μια ταινία που παρ' ότι διαδραματίζεται κατά το πλείστον στον οίκο του Θεού, το μεγαλύτερο δραματουργικό βάρος φέρεται στα λόγια μιας γυναίκας και στην ερωτική εξομολόγησή της κι όχι σε κάποιο θείο κύρηγμα. Σε μια ταινία όπου η "πατρική" πίστη, η χριστιανική πίστη, αποκαλύπτεται ως η αφηρημένη πίστη, η ξελογιάστρα πίστη και κατά συνέπεια προδίδει τις εξιδανικεύσεις και τις παραδοχές που υιοθετεί κάποιος για να χτίσει την υπεροψία του και να οχυρωθεί πίσω απ' αυτήν. Μια υπεροψία που εμφανίζεται άλλοτε ως άλοθι κι άλλοτε ως άμυνα. Μια ταινία που ό,τι χριστιανικό κι ό,τι θρησκευτικό βλέπουμε σ' αυτή, αποτελεί απλά έναν άψογα σφυρηλατημένο διάκοσμο. Και στις ελάχιστες φορές που ξεδιπλώνεται κάποια "κριτική" είναι για να υπαινιχθεί αυτή η θρησκευτικότητα -όπως και όποια θρησκευτικότητα- ως ένας μανδύας που υπογραμμίζει τα σύνορα των ατόμων, και συνεπώς την δυσκολία τους να επικοινωνήσουν και να εκτεθούν γυμνά το ένα απέναντι στο άλλο.
Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015
Κινηματογράφος όπως όνειρο
Πάρα πολλοί καλλιτέχνες (ή μη) στη σύγχρονη ιστορία έχουν παρομοιάσει την τέχνη του κινηματογράφου με την τέχνη του ονείρου. Παρακάτω παραθέτω δύο και μόνο περιπτώσεις:
«Κινηματογράφος όπως λέμε όνειρο, κινηματογράφος όπως λέμε μουσική! Καμία
άλλη μορφή τέχνης δεν πηγαίνει πέρα από το συνειδητό όπως κάνει ο
κινηματογράφος, που χτυπά κατευθείαν στα συναισθήματά μας, εισχωρεί βαθιά στο
λυκόφως της ψυχής μας!»,λέει ο Ingmar Bergman.Ενώ ο D.W. Griffith παρόμοια, «Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι
ντοκουμέντο, είναι όνειρο. Κινηματογράφος σαν όνειρο, σαν μουσική. Καμιά άλλη
τέχνη δεν περνάει όπως ο κινηματογράφος πέρα από την καθημερινότητα της ψυχής
μας, κατευθείαν προς τα αισθήματά μας, βαθιά μέσα στα σκοτεινά δωμάτια.»
Τι εννοούμε όμως όταν λέμε ότι ο κινηματογράφος είναι
όνειρο;

από το Persona του Ingmar Bergman
Συνήθως όταν έννοιες όπως το «όνειρο» προσφέρονται αβίαστα
στην κοινή γνώμη, τότε υποκύπτουν σε μια εύκολη και βολική ποιητική διάθεση και
εν τέλει καταλήγουν στον αυθαίρετο λυρισμό και σε ποίκιλα ωραιοποιημένα ροζ
συννεφάκια.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει το όνειρο να διαφέρει από την
πραγματικότητα; [και θα ήθελα να εστιάσουμε στην όραση, αφού το κείμενο τρόπον
τινά αναφέρεται στον κινηματογράφο]
Όσον αφορά την πραγματικότητα, ο υλικός κόσμος αποκαλύπτεται
στους ζώντες μέσω κάποιων απόλυτων φυσικών νόμων. Π.χ. η βαρύτητα. Αν αφήσω ένα
αντικείμενο από το ύψος του χεριού μου, αυτό θα πέσει. Αν το αντικείμενο είναι
εύθραυστο, αυτό θα σπάσει. Και ούτω καθ’ εξής. Παράλληλα υπάρχουν κάποιες άλλες
αντικειμενικές συνθήκες του πρακτικού ζειν που καθορίζουν εξίσου απόλυτα τον
υλικό διάκοσμο. Ένας άνθρωπος για να ξεδιψάσει, χρειάζεται συνήθως 300-400 ml νερό.
Το αλκοόλ πίνεται σε μιρκότερες ποσότητες. Η ικανή μερίδα καφέ χωρίς να είναι
ευθέως βλατπική για το νευρικό σύστημα είναι περίπου 350ml. Κι ούτω καθ’ εξής. Βάσει τέτοιων
δεδομένων κτασκευάζονται αναλόγου μεγέθους ποτήρια. Ή σ’ ένα άλλο παράδειγμα,
για να γράψω αυτό το κείμενο πρέπει να πληκτρολογήσω αυτά τα γράμματα, οπότε να
υπάρχει μαι συσκευή που να εμπεριέχει αυτά τα γράμματα και να μου επιτρέπει να
τα πληκτρολογώ και ταυτόχρονα μάλιστα να μου επιτρέπει να βλέπω τι
πληκτρολογώ. Συνεπώς χρειάζεται ένα αντικείμενο στο οποίο θα μπορώ να
πληκτρολογώ, και ένα άλλο αντικείμενο, όπου θα στερεώνω το αντικείμενο που
πληκτρολογώ, κι όλα αυτά να 'χουν τις κατάλληλες διαστάσεις και ιδιότητες για να μπορώ εγώ και όλο το υπόλοιπο ανθρωπο-σύμπαν να επιτελεί αυτή τη λειτουργία. Τέτοια
παραδείγματα αποκτούν μια αδιαμφησβήτητη ισχύ στον πρακτικό κόσμο που
καθορίζουν εξίσου απόλυτα με τους απαράβατους φυσικούς νόμους τον τρόπο που
οργανώνεται ο υλικός κόσμος γύρω μας. Είτε αυτό αφορά την ταυτότητα-φύση των
αντικειμένων, είτε αυτό αφορά
τις πρακτικές ιδιότητές τους, όπως το μέγεθος, το χρώμα κλπ. Συνποτικά,
στον πραγματικό κόσμο, τα αντικείμενα και οι σχέσεις αυτών, αλλά και οι ιδιότητές
τους δίνονται από τους φυσικούς νόμους, ή άλλους νόμους με εξίσου απαραβίαστη
ισχύ, καθορίζοντας τον χώρο και κατά συνέπεια την εμπειρία μας σε αυτόν.
Στο όνειρο, αντιθέτως, δεν υπάρχουν κανενός είδους
καθοριστικοί παράγοντες. Τα ποτήρια δεν είναι υποχρεωμένα να αναφέρουν τις
πρακτικές ιδιότητες της ανθρώπινης εμπειρίας, οι ενσώματες μάζες δεν είναι
υποχρεωμένες να υπακούουν στο νόμο της βαρύτητας, η μετατόπιση ενός
αντικειμένου δεν υποχρεούται σε κάποια συμφωνία με την δύναμη που ασκείται πάνω
του, κι ούτω καθ’ εξής. Στο όνειρο οι πιο κρίσιμοι πράγοντες είναι οι άυλοι
παράγοντες. Συναισθηματικοί παράγοντες. Παραδείγματος χάριν, η επιθυμία αυτού
που ονειρεύεται ότι διψάει μπορεί να δημιουργήσει στον ονειρικό κόσμο μια κούπα
με νερό μεγάλη όσο ένας ελέφαντας. Ή το πάθος όταν απευθύνεται σ’ έναν άνθρωπο
μπορεί να τον φέρει μπροστά του χωρίς να χρειάζεται να διανύσει ένα τεράστιο
γεωγραφικό χάσμα. Παρομοίως η νοσταλγία των παιδικών χρόνων, μπορεί να
ζωντανέψει μια παιδική εξοχή, ή μια μητρική αγκαλιά. Αλλά όλα αυτά είναι λίγο πολύ
αστεία όταν μιλάμε για όνειρο. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ να πω ότι έχω δυο κιλά
επιθυμία, ή ένα μέτρο πάθος ή 32 βαθμούς νοσταλγίας. Στο όνειρο, ο ονειρικός
κόσμος καθορίζεται από έννοιες μη μετρήσιμες. Και συνεπώς δεν μπορεί να προσδιοριστεί ο βαθμός επίδρασής τους στο όνειρο. Ο λόγος αυτών των εννοιών
δίνεται από πολύπλοκες συναρτήσεις, με
πολλούς αγνώστους Χ και Ψ και Λ. Αγνώστους που οι τιμές τους και η
μεταβλητότητά τους παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλή ευαισθησία. Κάτι που γίνεται
εξαιρετικά πιο πολύπλοκο αν αναλογιστούμε ότι στον κόσμο του ονείρου αυτές οι
πολυάριθμες και μη προσδιορίσιμες κομβικές συνιστώσες, βρίσκονται μεταξύ τους
σε πολυπλεξία. Έτσι, ο ονειρικός κόσμος μένει εντελώς απρόβλετος, καθόλου
αιτιατός, και ανέφικτα προσδιορίσιμος. Όσον αφορά την όραση, γιατί εκεί
επιστρέφουμε, αυτό που αλλάζει εντελώς στον ονειρικό κόσμο σε σχέση με τον πραγματικό,
είναι η κλίμακα των μεγεθών. Οι αποστάσεις μεταξύ των αντικειμένων δεν
αναφέρονται σε κανέναν λογικό κανόνα, αλλά ούτε και τα μεγέθη των αντικειμένων.
Η βαρύτητα του ονειρικού κόσμου καθορίζεται από συναισθηματικούς παράγοντες.
Για αυτό το όνειρο παραμένει ανέγγιχτο. Και αυτή ακριβώς είναι η ομοιότητά του
με τον κινηματογράφο.
Magdi Sénadji - Untitled
Αλλά ας δούμε τι συμβαινει στον κινημαοτγράφο. Φερ’ τε στο
μυαλό σας μια οποιαδήποτε ταινία. Μπορεί από ένα τρε γκρο πλάνο στα μάτια του
πρωταγωνιστή να γίνει κατ σ’ ένα γενικό πλάνο της φύσης. Κι έπειτα σ’ ένα
μεσαίο πλάνο μιας γυναικείας φιγούρας. Κι έπειτα ένα τρε γκρο πλάνο, που θα
καταλαμβάνει όλη την οθόνη, σ’ έναν αναπτήρα. Ο κινηματογράφος, μέσω της
ενδιάμεσης κινηματογραφικής μηχανής, καταργεί την έννοια της κλίμακας των
μεγεθών όπως την γνωρίζουμε στον πραγματικό κόσμο. Ταυτόχρονα καταλύει και τον
δεσμευτικό παράγοντα των φυσικών αποστάσεων. Σε ένα πλάνο μπορεί να βρίσκεσαι
στον βυθό της Ανταρκτικής και στο επόμενο σε μία από τις κορυφές των Ιμαλαΐων. Αυτή είναι και η λειτουργική που τον συνδέει με την φύση του ονείρου.
Επίσης ο κινηματογράφος έχει συσχετιστεί αξεδιάλυτα με την
έννοια του χρόνου. Στο όνειρο ο χρόνος είναι ελλειπτικός. Όπως και στον
κινματογράφο. Οι κινηματογραφιστές επεμβαίνουν στην έννοια του χρόνου, κυρίως
μέσω του μοντάζ. Αλλά αυτό που είναι ο στυλοβάτης της προ-κινηματογραφικής
διαδικασίας, όσον αφορά την εικόνα, είναι το ντεκουπάζ. Εκεί περιγράφονται
λεπτομερώς τα μεγέθη των πλάνων (γκρο, μεσαίο, γενικό κ.ο.κ) αλλά και η γωνία
λήψης (προφίλ, ¾, πλονζέ, κ.ο.κ.). Γεγονότα που μας επιβεβαιώνουν ξανά τον
προηγούμενο ισχυρισμό: τη συγγενική σχέση του κινηματογράφου με τον κόσμο του
ονείρου.
Σ’ αυτό το σημείο όμως θα ήθελα να επιστρέψω σ’ αυτό που
ανέφερα και νωρίτερα: ότι ο κόσμος του ονείρου είναι εξαιρετικά απρόβλεπτος –αφού
αναφέρεται σε πολυδιάστατους και μη μετρήσιμους συναισθηματικούς παράγοντες-
και σίγουρα όχι λογικά δαμαστός. Κάτι που βρίσκεται σε αντίθεση με το
μεγαλύτερο μέρος του αφηγηματικού κινηματογράφου. Τόσο στα πρώτα της στάδια η 7η
Τέχνη, από το αναλυτικό ντεκουπάζ του Αϊζενστάιν, ως την μετ’ έπειτα εξέλιξη
στον κλασσικό Αμερικάνικο κινηματογράφο αλλά και τον σύγχρονο κινηματογράφο, ο
αφηγηματικός κινηματογράφος μοιάζει να ελέγχει απόλυτα την φιλμογραφική
διαδικασία. Τα μεγέθη των πλάνων, η διαδοχή των σκηνών, η επιλογή των ηθοποιών,
των ρούχων, οι σκηνογραφίες, συνήθως υπακοούν σε εντελώς αιτιατούς και
εξηγήσιμους παράγοντες. Με τέτοιον τρόπο που οι ταινίες δεν μοιάζουν να
γίνονται στον χρόνο του ονείρου, αλλά σ’ έναν χρόνο μετ’ έπειτα απ’ αυτόν, σ’
έναν χρόνο καμωμένο από την «ερμηνεία» του ονείρου.
από τη Nostalgia του Andrei Tarkovsky
Αντιθέτως, μπορούμε να διακρίνουμε ότι υπήρξε και υπάρχει κι
ένας άλλος κινηματογράφος, με τις ρίζες του στον Melies, που στην μετεξέλιξή του
ονομάστηκε avant garde,
video art, πειραματικός, αφηρημένος
(τι άσχημες λέξεις οι 2 τελευταίες), ή arthouse, του οποίου η κατασκευή είναι πολύ χαλαρότερα
συνδεδεμένη με έννοιες όπως η αιτιότητα. Περισσότερο συνδεδεμένη με έννοιες
όπως η αισθητική ή η ατμόσφαιρα, και πάλι όχι με μια κυριαρχική σύνδεση, αλλά
με μια σύνδεση παρόμοια με αυτήν που έχει ο υπνοβάτης. Σε αυτόν τον
κινηματογράφο θα λέγαμε ότι ο κόσμος του ονείρου καταγράφεται αυτοστιγμεί, τη
στιγμή της γέννησής του. Δηλαδή ότι ο κόσμος δεν αναπαριστάται. αλλά βιώνεται. Χωρίς να χρειάζεται να αιτιολογήσει την ύπαρξή του. Ο κινηματογράφος στο χρόνο του ονείρου..
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014
Ο Κινηματογράφος ως Βίωμα
Ο κινηματογράφος, σε μια συγκριτική βάση, αποτελεί μια νεαρή τέχνη. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν απέτρεψε την δογματοποίηση της γνώσης. Κάτι περισσότερο από 100 χρόνια από τη γέννηση του μέσου, μοιάζει να γνωρίζουμε καλά τι συνιστά καλό-κακό, άρτιο-ελαττωματικό, αφηγηματικό-πειραματικό, στρατευμένο ή προσωπικό κ.ο.κ. κινηματογράφο. Γνώση που αντλούμε είτε από θεωρητικά μοντέλα, είτε από επιστημονικές τεκμηριώσεις, είτε από την ιστορία της αισθητικής του μέσου ή την κριτική, ή ακόμα και από πιο επιφανειακά μοτίβα όπως οι οικονομικές κλίμακες και η εμπορικότητα, ή το lifestyle της εποχής. Αυτή η γνώση όμως, αν και πλέον άφθονη στην εποχή της πληροφορίας, δεν παράγει έργο. Αντιθέτως, κατά έναν τρόπο ευνουχίζει το έργο. Σαν θεατές παρουσιαζόμαστε πιο δύσκαμπτοι και πιο σφικτοί στην επικοινωνία, αφού έχουμε προ-υιοθετήσει αντιλήψεις και στάσεις που τείνουν να παγιώνονται. Ενώ και η δημιουργική διαδικασία δέχεται ισχυρό πλήγμα, καθώς στη γενικότητα του φαινομένου, τα έργα που προκύπτουν περισσότερο παράγονται μιμητικά (γνώση) παρά δημιουργούνται από μια εσωτερική (και κατ’ επέκταση καινοφανή) μοναδικότητα.
Θεωρώ πως στις μέρες μας, ο κινηματογράφος δεν έχει ανάγκη καλές ή κακές ταινίες. Αριστουργηματικό σινεμά ή παρωχημένο. Μυημένους θεατές ή γκουρού της 7ης Τέχνης. Ο κινηματογράφος, αυτή τη στιγμή, έχει ανάγκη περισσότερο να βιωθεί. Να υπάρξει ως βίωμα. Χωρίς δικλείδες ασφαλείας. Να αποκατασταθεί η αμεσότητα στη σχέση μας μαζί του. Η γνώση -ως μνήμη της γνώσης- να απομακρυνθεί, να παραχωρήσει (και να παραχωρεί) το απαραίτητο μέρος στη λήθη, που θα μας επιτρέψει να επικοινωνούμε με τον κινηματογράφο προσωπικά, αισθητικά, αντανακλαστικά. Ο κινηματογράφος, όπως όλες οι τέχνες, οφείλει να φέρει ένα μήνυμα από το χάος. Το χάος που δεν είναι γνωστικό. Το χάος που είναι χάος. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Γιατί η τέχνη δεν μπορεί να εκλογικευτεί, και κατά συνέπεια δε μπορεί να οργανωθεί σε γνώση. Ή τουλάχιστον σε μια γνώση, που να αφορά ουσιαστικά το έργο τέχνης, και όχι απλά την ιστορική γραφειοκρατία. Γιατί η τέχνη μας αποκαλύπτει-αναδύει ένα «είναι» που δεν είναι γνωστικό, ακριβώς επειδή το «είναι» φαντάζει δομικό και προηγείται. Ενός «είναι» που λαμβάνει χώρο μόνο εντός του πλαισίου της δημιουργίας που το αποκαλύπτει.
Κλείνοντας, παραθέτω ένα σχετικό χωρίο του Κορνήλιου Καστοριάδη, που θα επιθυμούσα να ξαναδιαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί: «η τέχνη μας φέρνει αντιμέτωπους μ’ ένα ακραίο παράδοξο. Τελείως αυτάρκης, χωρίς να χρησιμεύει σε τίποτα, υφίσταται, επίσης, μόνο διότι παραπέμπει στον κόσμο και στους κόσμους, ως αποκάλυψη του, ως ένα διηνεκές και ανεξάντλητο προς-το-είναι μέσω της ανάδυσης του στοιχείου που μέχρι τότε δεν ήταν ούτε δυνατόν ούτε αδύνατον: του άλλου. Όχι παρουσίαση μέσα στην παράσταση την Ιδεών του Λόγου, μη παραστάσεων δια του διεξοδικού λόγου, όπως το ήθελε ο Καντ, αλλά δημιουργία ενός νοήματος που δεν είναι ούτε Ιδέα ούτε Λόγος, που είναι οργανωμένο χωρίς να είναι «λογικό» και το οποίο δημιουργεί την ίδια του την αναφορά σαν πιο «πραγματική» από καθετί το «πραγματικό» που θα μπορούσε να «αναπαρασταθεί».»
υ.γ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε από το έντυπο περιοδικό ΜΠΟΜΠΙΝΑ του Κινηματογραφικού Τομέα ΠΟΦΠΑ
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008
Της ψυχής απροσδιόριστη φωτιά

Μέρες τώρα, μέσα μου κάτι βράζει.
Λάθος!
Χρόνια τώρα, μέσα μου κάτι βράζει...
Ανομολόγητο μένει, ίσως για αυτό να καίγομαι μαζί του.
Όσο και αν προσπάθησα.
Το εναπόθεσα σε λευκές κόλλες και αυτές γίνανε στάχτη
Με τα μάτια μου το ζωγράφισα πάνω σε ανθρώπινα τείχη.
Κάθομαι πίσω απ' το παράθυρο.
Κάθομαι πίσω απ' το τζάμι του λεωφορείου.
Μέσα στην τρικυμία διαβατάρηδες περαστικοί πατούν το βρεγμένο κράσπεδο του μυαλού μου.
Οι δικοί μου, την πλάτη μου σκουντάνε,
"Μη μαυρίζεις", λένε χαμογελώντας.
"Διασκέδασε, τα χέρια σου άπλωσε τη ζωή να δαμάσεις."
Πάντα απόντες ήσασταν.
Δε σας κρατώ κακία.
Πιο συχνά οι άνθρωποι απουσιάζουν όταν δεν αντέχουν να μην είναι παρόντες.
Οι εχθροί μου φανερώνονται μέσα από τη σκιεράτσα.
Ασφαλής είναι, το καζάνι μου δε τους αγγίζει.
Ένα περιπαικτικό γέλιο μόνο.
Πιο έντονο, πιο έντονο.
Ένα δωμάτιο ο κόσμος όλος.
Ένα δωμάτιο αντηχήσεις χαχάνων που ροκανίζουν τα τύμπανα μου.
Και εσύ που είσαι;
Εσύ που δήλωνες το κορμί απ' την ψυχή μου.
Που μου 'λεγές, "μη φοβάσαι".
"Τον κόσμο εμείς θα αλώσουμε στα γέρικα άλογα μας."
Που;
Και εγώ χαράματα μόνος παλεύω τις πληγές μου...
Πόση παγωνιά να βαστάξουν τα κόκαλα μου;
Και ύστερα φάνηκε εκείνη...
Μια απροσδιόριστη φιγούρα, μα τόσο απτή.
Της ζωής παράξενη ταξιδιώτισσα σε βάφτισα μόλις σε πρωτοείδα.
Ένα της βλέμμα αρκούσε να καεί μαζί μου.
Τα μάτια σαν να διάσχισαν τα χρονολόγια αιώνων...
Μια επαφή στιγμιαία.
Και τα δεσμά μου λύθηκαν.
Και ύστερα έφυγες...
Και η ύπαρξη ανεξίτηλο σημάδι μέσα στην απουσία.
(Πηγή αφίσας: Deviantart
Χρήστης: ~mudakisa)
Χρήστης: ~mudakisa)
Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008
Αχ άγνοιας αγνό μου φως

Βαρέθηκα να τρέχω στις ασφαλστρωμένες τους υποχρεώσεις,
τα ξένα τους μηχανήματα να συντηρώ,
μια άγνωστη ζωή να εξοφλώ σε δόσεις,
και σε κουστούμια παστρικά να ασφυκτιώ.
Βουνοκορφές να ψάχνω να πατήσω,
τα θέλω μου στιγμιαία να αντικρίσω από ψηλά,
καρδιά και ψυχή να εξαπατήσω,
όσο θα σέρνομαι σε αλώνια χαμηλά.
Και αν απ' το σκοτάδι το 'σκαγά μια μέρα,
της παντελής μου άγνοιας θα διάλεγα το φως,
εκεί που μοιάζουν όλα όμορφα και ευτυχισμένα,
και βασιλιάς φαντάζει το αφελές μου σ' αγαπώ...
1-11-07
(Πηγή αφίσσας: Deviantart
Χρήστης: ~Ashlomi)
Χρήστης: ~Ashlomi)
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008
Άσε με να περιμένω

Στο θρυλικό "Όταν πετούν οι Γερανοί" του Mikhail Kalatozov ακούγεται: "Άσε με να ψάχνω την ελπίδα εκεί που δεν υπάρχει...". Αυτός ο στίχος ήταν αφορμή της κάτωθεν προσπάθειας για ένα ποίημα.
Άσε με να περιμένω
Τα χείλη μου είναι μουδιασμένα
και το μυαλό μηχάνημα καυτό,
τα κείμενά μου αλλοιωμένα,
στα χέρια μου λεπίδα το στυλό.
Δρομείς του χρόνου είναι οι δείκτες,
μα η άνοιξη θα μοιάζει μακρινή
και ας τόσα χρόνια πάταγα στις μύτες,
να μη με πείραζε που έφυγες εσύ.
Θα γύρναγα και όπου κοιτώ σκοτάδι,
δε θα με πλήγωνε καθόλου η σιωπή,
ο Ερμής να πέθαινε τούτο το βράδυ
και θα αγκάλιαζα την αιωνιότητα στιγμή.
Τον εαυτό μου θα 'πειθά πως θα 'ρθεις,
στην κόκκινη του ήλιου χαραυγή,
θα αρμάτωνα τα σύννεφα ξενύχτης,
καταμεσήμερο να περιμένω πρώτη αυγή.
27-3-08
(Πηγή αφίσας: Deviantart
Χρήστης: ~Triodante)
Χρήστης: ~Triodante)
Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας

Τα μάτια του πλανιόντουσαν άσκοπα στον χώρο,
Το τσιγάρο στα χείλη του έσβηνε την ακόρεστη δίψα του,
Το ένα δάχτυλο ακολουθούσε το άλλο στο δικό τους επιτραπέζιο τραγούδι,
Και σα φαντάρος φυλούσε σκοπιά πάνω απ' το κινητό του.
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας.
Την λάτρευε αυτή την επιθανάτια λάμψη τους,
Μέχρι να τα απορροφήσει το πηγάδι της σκέψης του.
Η μοναξιά τρελαίνει τις λέξεις του,
Σαν μπεγλέρι στα χέρια του τα κλειδιά του διθέσιου,
Το μουγκρητό του χαϊδεύει τα αυτιά του,
Στο φανάρι ορφανά χαμόγελα διψούν για ανταπόκριση.
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας.
Την λάτρευε αυτή την επιθανάτια λάμψη τους,
Μέχρι να τα απορροφήσει το πηγάδι της ψυχής του.
Οι κόκκοι ελεύθερη πτώση στην πυξίδα της νύχτας,
Παίρνει μάτι τις διαβατάρικες ζωές των περαστικών,
Χωμένος στη θέση του με μια βαθιά έκφυλη έκφραση,
Πατάει γκάζι και μουγκρίζοντας φεύγει για έναν τελευταίο γύρο.
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας,
Πετάει τα αστέρια στο βυθό της θάλασσας.
Την λάτρευε αυτή την επιθανάτια λάμψη τους,
Μέχρι να τα απορροφήσει το πηγάδι της ψυχής του.
1-04-08
(Πηγή αφίσας: Deviantart
Χρήστης: ~olumdenyoksun)
Χρήστης: ~olumdenyoksun)
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008
Νυχτερινές καταδύσεις

Της νύχτας η θάλασσα αλλιώτικη γεύση έχει,
σα να αναστήθηκε στα δάκρυα κάποιου μύθου.
Των οριζόντων η γραμμή διαλύεται σε μια απεραντοσύνη,
καθώς τα πάντα σκεπάζονται από ένα πελώριο μαύρο πέπλο.
Και το καθετί αποκτά την δική του ξεχωριστή σημασία.
Οι παλμοί πέφτουν, τα φώτα της πόλης σβήνουν πάνω στη λεία επιδερμίδα του νερού,
δηλώνοντας την απομάκρυνση από αυτά που αυθαίρετα ονομάσαμε πολιτισμό.
Ο έναστρος ουρανός προβάλει δώθε και κείθε τις διαμαντένιες αντανακλάσεις του,
σαν ερωτικά χάδια που λιγώνουν το κορμί σου.
Το κορμί σου που αιωρείται μέσα σε αυτό τον μυστήριο υδάτινο κόσμο,
ανακαλύπτοντας μια μοναδική αίσθηση ελευθερίας.
Και αυτή η μεθυστική σιωπή,
λες και η ολοκλήρωση πήρε το βάπτισμα της τούτη τη στιγμή!
Σιγή που διακόπτεται μόνο απ' του κύματος τον μαγικό αχό,
που ψιθυρίζει στην ακροθαλασσιά νότες που ταυτίζονται των ανομολόγητων ονείρων σου.
Αυτών με τα οποία χρωματίστηκε η ημίγυμνη σελήνη,
ένας καμβάς γεμισμένος προσωπικές ονειρικές φωτοσκιάσεις.
Αχ θάλασσά μου, πάρε με άλλη μια φορά μαζί σου
και βύθισε με στη γαλήνια μοναξιά του δικού σου υδάτινου κόσμου.
(Πηγή αφίσας: Deviantart
Χρήστης: *goucha)
Χρήστης: *goucha)
Τετάρτη 30 Ιουλίου 2008
Φεύγω, είπε

Ένα ένα τα δάχτυλα πέφταν στο ξεβρασαμένο κομοδίνο της,
άρρυθμοι και αμήχανοι χτύποι που φόρτιζαν την ατμόσφαιρα.
Το μυαλό της ήταν κενό, ένα άδειο μπαούλο που σφυροκοπούσαν οι θύμισες.
Ένας ουρανός γεμισμένος αστέρια,
που καλά κρύβονταν πίσω απ' τα μαυρισμένα σύννεφα.
Διαβατάρικες σκέψεις που κουρασμένη πια δε συγκρατούσε.
Έρχονταν και έφευγαν,
μόνο φούσκωναν λίγο ακόμα την ήδη ξεχειλωμένη μνήμη της.
Στάθηκε για λίγο, μια στιγμή.
Σιωπή...μια τυφλή σιωπή δίχως σύνορα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα στέκονταν έτσι, αμίλητη;
Ποια λύση πάλευε;
αφού ήξερε ότι...
Ήθελε να φυλακίσει εαυτόν στο παρόν της.
Πως το άπειρο άραγε καλουπώνεις;
Δεν είχε επιλογή.
Όταν τα ρολόγια χτυπούν, με αδύναμα πόδια στέκουμε όλοι.
Τώρα δεν μπορούσε να το αρνηθεί.
Δεν μπορούσε να αρνηθεί όσα η κιμωλία του χρόνου σημείωνε στο μαυροπίνακα του μυαλού της.
Λέξεις που χάραζαν την ακόμα παιδική καρδιά της.
Ένα χοντρό δάκρυ έτρεξε στο πρησμένο με πόνο μάγουλο της.
Το βλέμμα έμενε σφηνωμένο στα φθαρμένα της συρτάρια,
εκεί που κείτονταν τα κιτρινισμένα ημερολόγια της,
εκεί που αναπαύονταν οι μνήμες χρόνων.
Σαν να διάβαζε σωρεία σελίδων, που γέμιζαν αδιάκοπα το άσπρο των ματιών της.
Πήρε βαθιά ανάσα...
Φεύγω, είπε!
Με σφιχτό χαμόγελο και από καρδιάς φιλί χαιρέτησε.
Έσφιξε στο χέρι την μεγάλη πράσινη βαλίτσα...
Μα στο κεφάλι της χαρούμενα κρέμονταν
ο αγαπημένος των παιδικών της χρόνων σκούφος...
3-04-08
άρρυθμοι και αμήχανοι χτύποι που φόρτιζαν την ατμόσφαιρα.
Το μυαλό της ήταν κενό, ένα άδειο μπαούλο που σφυροκοπούσαν οι θύμισες.
Ένας ουρανός γεμισμένος αστέρια,
που καλά κρύβονταν πίσω απ' τα μαυρισμένα σύννεφα.
Διαβατάρικες σκέψεις που κουρασμένη πια δε συγκρατούσε.
Έρχονταν και έφευγαν,
μόνο φούσκωναν λίγο ακόμα την ήδη ξεχειλωμένη μνήμη της.
Στάθηκε για λίγο, μια στιγμή.
Σιωπή...μια τυφλή σιωπή δίχως σύνορα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα στέκονταν έτσι, αμίλητη;
Ποια λύση πάλευε;
αφού ήξερε ότι...
Ήθελε να φυλακίσει εαυτόν στο παρόν της.
Πως το άπειρο άραγε καλουπώνεις;
Δεν είχε επιλογή.
Όταν τα ρολόγια χτυπούν, με αδύναμα πόδια στέκουμε όλοι.
Τώρα δεν μπορούσε να το αρνηθεί.
Δεν μπορούσε να αρνηθεί όσα η κιμωλία του χρόνου σημείωνε στο μαυροπίνακα του μυαλού της.
Λέξεις που χάραζαν την ακόμα παιδική καρδιά της.
Ένα χοντρό δάκρυ έτρεξε στο πρησμένο με πόνο μάγουλο της.
Το βλέμμα έμενε σφηνωμένο στα φθαρμένα της συρτάρια,
εκεί που κείτονταν τα κιτρινισμένα ημερολόγια της,
εκεί που αναπαύονταν οι μνήμες χρόνων.
Σαν να διάβαζε σωρεία σελίδων, που γέμιζαν αδιάκοπα το άσπρο των ματιών της.
Πήρε βαθιά ανάσα...
Φεύγω, είπε!
Με σφιχτό χαμόγελο και από καρδιάς φιλί χαιρέτησε.
Έσφιξε στο χέρι την μεγάλη πράσινη βαλίτσα...
Μα στο κεφάλι της χαρούμενα κρέμονταν
ο αγαπημένος των παιδικών της χρόνων σκούφος...
3-04-08
(Πηγή αφίσας: Deviantart
χρήστης: Boomell)
χρήστης: Boomell)
Κυριακή 20 Ιουλίου 2008
Οι χιλιοτρυπημένες τους σημαίες, που (ακόμα) κυριέυουν.

Χρόνιασαν και πάλιωσαν μα όλο δυναμώνουν. Τρεφόμενες με εθελούσια παράδοση εσένα και εμένα. Αυλάκια σκαμμένα είναι αυτές, και εμείς απλές σταγόνες, απαρέγκλιτοι ακόλουθοι σε χαραγμένο ρέμα.
Ένας τόπος γεμισμένος κανόνες. Κοίτα 'κει το καρφωμένο λάβαρο της πίστης. Παρά πέρα σημαίες κόκκινες βαμμένες, επαναστατικές. Ζερβότερα ένας χρυσόστρωτος θόλος, με την πολυτέλεια και τον πλούτο θρονιασμένους. Και αριστερότερα χίλιες ηθικές ξερακιανές να παλεύουν για του υψηλότερου λόφου τη θέα. Και εμείς, εκεί να ψάχνουμε να αγκαλιάσουμε ένα ρημάδι. Σημαδευμένα λαχεία μιας πραγματικότητας δανεικής και ανακυκλώσιμης. Τιμωρία μας της οκνηρίας να πλάσουμε ένα δικό μας κόσμο.
Άραγε θα μου τη λύσεις τούτη την απορία;
Πως ζητιανεύουμε για πρόοδο όταν χρησιμοποιούμε την ιστορία και την υφιστάμενη γνώση μόνο ως ένα συντηρητικό θεσμό φορεμένο σε στατικές αξίες που εγκλωβίζουν νου και σκέψη σε αναπόδραστες παγίδες;
Πως ζητιανεύουμε για πρόοδο όταν χρησιμοποιούμε την ιστορία και την υφιστάμενη γνώση μόνο ως ένα συντηρητικό θεσμό φορεμένο σε στατικές αξίες που εγκλωβίζουν νου και σκέψη σε αναπόδραστες παγίδες;
Και εγώ εδώ, τι δικαιολογίες να προτάσσω που σε κάρφωσα σε πολυθρόνα αναπηρική;
Πως να απολογηθώ, αφού κολυμπώντας στην πισίνα τους θα απαγγέλλω όποιες ανυπόστατες συγνώμες;
Ίσως είναι που πάντα γύρευα έναν διάλογο μαζί σου.
Ίσως είναι που πάντα ικέτευα των ψιθύρων σου.
Ίσως είναι που τώρα στην απουσία σου τρέμω μια οριστική εγκατάλειψη.
Συνείδηση, άραγε μ' ακούς;
Πως να απολογηθώ, αφού κολυμπώντας στην πισίνα τους θα απαγγέλλω όποιες ανυπόστατες συγνώμες;
Ίσως είναι που πάντα γύρευα έναν διάλογο μαζί σου.
Ίσως είναι που πάντα ικέτευα των ψιθύρων σου.
Ίσως είναι που τώρα στην απουσία σου τρέμω μια οριστική εγκατάλειψη.
Συνείδηση, άραγε μ' ακούς;
(Πηγή: Deviantart
Χρήστης: ~FuckYourOppinnion)
Χρήστης: ~FuckYourOppinnion)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



