Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Repulsion


Σκηνοθεσία: Roman Polanski
Παραγωγής: England / 1965

Διάρκεια: 105'



Εναρκτήρια σκηνή: Τα βλέφαρα σμίγουν. Ο οφθαλμός κλείνει. Ο περιβάλλων χώρος μένει εκτός του οπτικού μας πεδίου. Τα βλέφαρα ανοίγουν ελεύθερα. Ο οφθαλμός ανοίγει. Οι εικόνες εισβάλλουν ακατάπαυστα εντός μας. Μια τόσο μικρή κίνηση, πλήρως ελεγχόμενη, που μας επιτρέπει την επιλεκτική εισροή των πληροφοριών του περιβάλλοντος μας. Ξανά και ξανά. Ωστόσο, η εσωτερική μας διαμόρφωση δεν είναι μια τόσο ελεγχόμενη διαδικασία. Κάθε στιγμή και ένα ερέθισμα εντός μας. Η εισβολή των ερεθισμάτων είναι ακατάπαυστη και ανεξέλεγκτη. Η φύσις της ύπαρξης μας είναι συνεχόμενη, δε γνωρίζει διακριτές στιγμές όπως το ανοιγοκλείσιμο του ματιού μας. Η διαμόρφωση μας -ή η παραμόρφωση μας- είναι μια συνεχής και ανεξέλεγκτη διαδικασία.


Το αριστουργηματικό Repulsion μπορεί εκ πρώτης άποψης να μοιάζει με το σχιζοφρενικό πορτραίτο της εκπληκτικής (εδώ) Catherine Deneuve. Η Catherine Deneuve ασφαλώς είναι στο επίκεντρο, όμως οφείλουμε μια πιο προσεκτική ματιά σε ό,τι την περιβάλλει. Η αδερφή της, και συγκάτοικος της, έχει μια παράνομη σεξουαλική σχέση μ' έναν παντρεμένο. Ο παντρεμένος ρίχνει θολές ματιές από επιθυμία στην εκθαμβωτική Catherine Deneuve. Ο χώρος εργασίας της είναι ένας οίκος ομορφιάς, δηλαδή ο κατ' εξοχήν θάλαμος προετοιμασίας του ερωτικού παιχνιδιού. Μια παρέα τριών ανδρών, κλασσική χαζο-ανδροπαρέα, που αντιμετωπίζει το γυναικείο φύλο ως το τρόπαιο μιας σεξιστικής κατάκτησης. Ένα μοναστήρι, το κάστρο της σεξουαλικής καταπίεσης. Και τέλος, ένας ενοικιαστής, υποβολέας ερωτικής εξουσίας.

Στοιχεία που συνθέτουν λεπτομερώς τον ιστό των κοινωνικών αντιλήψεων γύρω απ' την σεξουαλική πράξη. Ο ερωτισμός και η σεξουαλικότητα πλέον φαντάζουν ως κοινωνικά παραγόμενα προϊόντα, μιας συλλογικότητας που αγνοεί την βιολογική φυσικότητα της σεξουαλικής πράξης(φυσικότητας ανάλογης με την ανάγκη για ύδωρ και τροφή), δίνοντας έτσι στην ερωτική πράξη την ταυτότητα μιας μεταφυσικής πράξης. Αυτή η κοινωνικά παραγόμενη μεταφυσικότητα επιδρά στον εσωτερικό κόσμο της πρωταγωνίστριας. Της Catherine Deneuve. Η οποία αποστρέφεται την ερωτική πράξη, ως υποσυνείδητη αλλά και αιτιατή αντίδραση στη μεταφυσικότητα που έχει επιβληθεί στην πράξη συνουσίας. Ωστόσο, αυτή η αποστροφή λειτουργεί καταπιεστικά ως προς την αυθύπαρκτη φυσική-βιολογική σεξουαλική ανάγκη του ατόμου. Και κάπου, σε αυτό το contrast, ο δαιμόνιος Polanski μας παραθέτει το χρονικό μιας ψυχικής διάλυσης. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο που το Repulsion κλείνει με μια ψυχολογικά χρωματισμένη παιδική φωτογραφία της πρωταγωνίστριας. Υποστηρίζοντας την ψυχολογική διαμόρφωση του ατόμου ως μια συνεχή διαδικασία, πλήρως συσχετισμένη με την αδιάκοπη ανταλλαγή ερεθισμάτων με το περιβάλλον.


Πέραν όμως όλων των παραπάνω το Repulsion κινηματογραφικά είναι ένα αριστούργημα! Η αργή κινηματογράφηση, η απειλητική ατμόσφαιρα και το ηχητικό background συνθέτουν μια αριστοτεχνική δημιουργία. Οι γωνίες λήψεις του Polanski στο ντεκουπάζ προδίδουν το βάθος μιας απύθμενης κινηματογραφικής ιδιοφυΐας. Ενώ η φόρμα ακολουθεί μια εξπρεσιονιστική τροχιά. Με ευρυγώνιους φακούς, σαν αυτούς του Lynch, με μια γοτθική σκηνογραφία και ένα ψυχεδελικό σενάριο, στοιχεία που συνάδουν αρμονικά με την προαναφερθείσα μεταφυσικότητα. Τέλος, οφείλουμε να πλέξουμε το εγκώμιο και του φωτογράφου Gilbert Taylor. Τόσο για τις σκιές, την ομιλούσα ασπρόμαυρη φωτογραφία όσο και για το βάθος πεδίου που επιτυγχάνει. Όλα αυτά κάνουν το Repulsion μια από τις σημαντικότερες ταινίες της 7ης Τέχνης, και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ψυχεδελικά πορτραίτα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Βαθμολογία 9,5/10

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

The Men Who Stare at Goats


Σκηνοθεσία: Grant Heslov
Παραγωγής: USA / UK / 2009
Διάρκεια: 93'


Το "Οι Άντρες Που Κοιτούσαν Επίμονα Κατσίκες", όπως διαφαίνεται απ' τον τίτλο του, είναι μια επίμονη και ξέφρενη σάτιρα. Μια (κατα)μαύρη κωμωδία! Τυπικά αναφέρεται στον πόλεμο των Αμερικανών στο Ιράκ. Αλλά αν έχει κάποιο πρόβλημα αυτή η σάτιρα, αυτό είναι η έλλειψη στόχευσης και συγκρότησης! Και όσο και αν ακούγεται παράξενο, το σενάριο είναι βασισμένο στο "σοβαρό" ομώνυμο βιβλίο του Jon Ronson.


Ο Bob Wilton(Ewan McGregor), αποτυχημένος δημοσιογράφος και σύζυγος, ξενιτεύεται στο Ιράκ για να αποδείξει σε εαυτό και σύζυγο το περίσσευμα τόλμης και δημοσιογραφικής ικανότητας που τον διακατέχει, καλύπτοντας το επικίνδυνο χρονικό του πολέμου. Κάπου εκεί, σε πολυτελή ξενοδοχείο, θα συναντήσει τον Lyn Cassady(George Clooney). Έναν Αμερικάνο στρατιώτη που έχει λάβει τη μεταμοντέρνα εκπαίδευση του New age. Δε διστάζει να αποκαλύψει τις μεταφυσικές του ικανότητες, αλλά και ανάλογες εμπειρίες, όπως εκείνη σύμφωνα με την οποία έχει σκοτώσει μια κατσίκα με τα μάτια. Bob και Lyn δένονται. Με τον Bob να ακολουθεί τον δεύτερο, στην ψύχωση του οποίου να εντοπίσει τον λατρεμένο του εκπαιδευτή Bill Django(Jeff Bridges). Και κάπου εκεί ξεκινάει μια ανελέητη σάτιρα, με την αφήγηση να διαφεύγει σε συχνά flash back, περιγράφοντας κωμικοτραγικά τη "μεταφυσική" Αμερικάνικη εκπαίδευση του στρατού. Εκεί που η τηλεπάθεια συναντάει τα ναρκωτικά και το κίνημα των χίπηδων! Οι μεταφυσικές δυνάμεις των ηρώων εμπίπτουν στα αόρατα νήματα της ένωσης τους με τη συμπαντική δύναμη. Θα μπορούσαμε να το αναγνώσουμε και ως μια τίμια στηλίτευση του Αλχημιστή του Coelho!


Για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, το The Men Who Stare at Goats είναι ξεσαλωτικά διασκεδαστικό! Τίγκα στην ατάκα και στις ξεκαρδιστικές σεκάνς. Λογικά δε θα κοπιάσει να σας μεταδώσει το mood του. Έναν απολαυστικό George Clooney που δε θα απογοητεύσει το κοινό του. Και τον υπέρ του δέοντος ακαδημαϊκό Grant Heslov να υπηρετεί με πειθαρχία τη "μαμά ταινία" του. Όμως αρκούν όλα αυτά για να έχουμε μια καλή ταινία; Τυπικά ναι, ουσιαστικά όχι. Και η προλεγόμενη άρνηση επικεντρώνεται στην ανεπάρκεια του "The Men Who Stare at Goats" να βρει το στόχο. Η σάτιρα διαβαίνει αναίμακτα πάνω απ' το αντικείμενο σάτιρας, το οποίο θεωρητικά και μόνο είναι ο πόλεμος, λειτουργώντας έτσι αναιρετικά ως προς τον εαυτό της. Προσδίδοντας έναν άκρως εφήμερο τόνο στα λεχθέντα.

Συμπέρασμα; Οι Άντρες Που Κοιτούσαν Επίμονα Κατσίκες ήταν τίγκα στη μαριχουάνα!
Βαθμολογία 4,5/10



Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Η άνοιξη του ελληνικού κινηματογράφου και άλλα οξύμωρα σχήματα.

Είναι διαδεδομένο εδώ και κάτι χρόνια, η κατοχυρωμένη δημοσιογραφία να κατασκευάζει ανεύθυνα σχήματα-πυροτεχνήματα. Άλλο ένα είναι και αυτό περί άνοιξης, άνθισης και λοιπών μεταφυσικών κολακευμάτων του ελληνικού κινηματογράφου. Όχι δε θέλω να μειώσω με αυτές τις θέσεις τις αριστουργηματικές ελληνικές ταινίες που είδαμε αυτή την περίοδο. Όμως τόσο ο Λάνθιμος, ο Τσίτος, ο Κούτρας, αλλά και οι υπόλοιποι αξιοποίησαν (μόνο) τα δικά τους ταλέντα και τις προσωπικές τους ικανότητες για να ποιήσουν της δημιουργίες τους. Και αν η παραγωγή των συγκεκριμένων ταινιών επετεύχθη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αυτό είναι περισσότερο τυχαιοκρατικό παρά στηριζόμενο σε κάποιος απτούς αιτιοκρατικούς παράγοντες.


Πρωτίστως πρέπει να αντιληφθούμε πως η Τέχνη δεν έχει εθνική ταυτότητα. Η Τέχνη είναι πανανθρώπινη, απευθύνεται καθολικά, ανεξαρτήτως των δημογραφικών χαρακτηριστικών του εκάστοτε κοινού. Και αν κάποιος επιθυμούσε μια εθνικότροπη κατάταξη της Τέχνης ανάλογη του γλωσσικού αλφαβήτου, τότε θα ήταν χρήσιμη η παρακάτω διαπίστωση: «Η Τέχνη γεννάται απ’ την ανεξέλεγκτη ορμή και ώθηση μιας μύχιας ανησυχίας, ενός ή περισσότερων ατόμων, που πασχίζει να βρει έκφραση σε κάποιο απτό καλλιτεχνικό πεδίο έκφρασης. Όμως αυτές οι ωθήσεις, οι ανησυχίες και τα ερεθίσματα, που βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, είναι άυλα, και ως τέτοια, άυλα δηλαδή στοιχεία, είναι ανεξάρτητα του γλωσσολογικού φορμαλισμού του εκάστοτε έθνους.» Ασφαλώς, το πρωτόλειο υλικό που μορφώνει τον αόρατο έσω κόσμο μας, και προφανώς και του καλλιτέχνη, είναι η πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Η πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το εξωτερικό μάτι, είναι το πρωτογενές υλικό βάση του οποίου το εσωτερικό μάτι απεικονίζει τον νέο υποκειμενικό του κόσμο. Και μόνο αν δεχτούμε κάπως αυθαίρετα και απλουστευτικά να τεμαχίσουμε την πραγματικότητα σε εθνικά γεωγραφικά χωράφια, μπορούμε να επιδώσουμε κάποιον εθνικό χαρακτήρα στην Τέχνη.


Η ταινία όμως εκτός από Τέχνη, είναι και οικονομικό προϊόν. Και μάλλον το ακριβότερο καλλιτεχνικό προϊόν. Και τον οικονομικό χαρακτήρα του, τον εντοπίζω στη διαδικασία παραγωγής του, αλλά και σε αυτή της διάθεσης του. Ωστόσο στα πλαίσια του κειμένου θα αναφερθούμε στη διαδικασία της παραγωγής. Μια ταινία για να παραχθεί χρειάζεται οικονομικά κεφάλαια. Τα οποία διατίθενται είτε από κάποιον ιδιώτη, είτε από την Πολιτεία. Η οικονομική χρηματοδότηση από τους ιδιώτες είναι ένα γενικόλογο κεφάλαιο, που δεν έχει κάποιο νόημα να το συζητήσουμε την παρούσα στιγμή. Ασφαλώς και εξαρτάται από την κινηματογραφική παιδεία του εκάστοτε ιδιώτη, αλλά και κυρίως από τα επενδυτικά κίνητρα που παρουσιάζει η χρηματοδότηση μιας συγκεκριμένης ταινίας. Τα επενδυτικά κίνητρα καθορίζονται από την προδιαγραφόμενη εμπορική επιτυχία της ταινίας, η οποία με τη σειρά της καθορίζεται από τις προτιμήσεις και την κινηματογραφική παιδεία του κοινού. Αλλά ας επιστρέψουμε στα κεφάλαια που αντλούνται από την Πολιτεία, τα οποία αποτελούν (θεωρητικά) ένα μεγάλο ποσοστό της χρηματοδότησης. Η διάθεση των κεφαλαίων απ’ την Πολιτεία, ως προς τον τρόπο αλλά και την ποσότητα, ρυθμίζεται απ’ τη συγκεκριμένη (κινηματογραφική) νομοθεσία του εκάστοτε έθνους. Αν ανατρέξουμε στα σχετικά νομοπλαίσια της Ελλάδος είναι εύκολο να αντιληφθούμε τον ελαττωματικό τρόπο με τον οποίο θεωρητικά υποβοηθάται η παραγωγή μιας ταινίας. Αλλά και να διαπιστώσουμε το ανεφάρμοστο του νόμου. Ένας καλλιτέχνης βάσει της εθνικότητας του, ή καλύτερα της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται, είναι αναγκασμένος να λειτουργήσει –ή καλύτερα να υφίσταται- εντός των εθνικών του νομοπλαισίων. Και να λοιπόν πως υφίσταται ελληνικός κινηματογράφος! Όχι ως προς την Τέχνη, η οποία όπως είπαμε είναι πανανθρώπινη, παγκόσμια και πανσυμπαντική! Αλλά ως προς την υλοποίηση και την παραγωγή, η οποία δεν είναι καλλιτεχνική διαδικασία. Αλλά επιχειρηματική! Και να ο λόγος που οι ελληνικές ταινίες είναι φτωχές. Όχι ως προς τη σύλληψη και την Τέχνη τους, αλλά ως προς την παραγωγή τους.


Έτσι η ορθολογικά δίκαιη ύπαρξη των «πολιτικά» δραστήριων «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη», μόνο άνοιξη του ελληνικού κινηματογράφου δε σημαίνει. Για αυτούς που τους αρέσουν τα οξύμωρα σχήματα, σημαίνει βαρυχειμωνιά. Καθώς αυτή η ύπαρξη τους, υποκαταστάτρια των συνδικαλιστικών οργάνων, υποκινείται απ’ την καταναγαστικότητα του σχηματισμού μιας συλλογικότητας που θα έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τα μηχανιστικά γρανάζια, τη νομοθετική μεμβράνη και το εξουσιοδοτημένο σύμπλεγμα που συγκροτούν αυτό που λέμε ελληνικός κινηματογράφος!Και όχι την Τέχνη.


Επιτρέψτε μου να πω πως με τη μη ανάλογη κινητοποίηση του κινηματογραφικού κοινού, και την έλλειψη της στοιχειώδους κινηματογραφικής παιδείας αργεί να ξημερώσει…Γιατί αν η Πολιτεία δε θέλει να χρηματοδοτήσει, ο επόμενος άμεσος χρηματοδότης είμαστε εμείς!