Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Funny Games U.S.


Σκηνοθεσία: Michael Haneke
Παραγωγής: UK / USA / France / Austria/ 2007
Διάρκεια: 107'

Αστεία παιχνίδια; Ή παιχνίδια που διαστέλλουν τα όρια της πιο εφιαλτικής φαντασίωσης μας; Ο Haneke 10 χρόνια μετά επιστρέφει κάνοντας την ίδια ταινία, πανομοιότυπη σεναριακά-ιδεολογικά-χωροταξικά-κινηματογραφικά-οντολογικά, δηλαδή ένα ακριβής ομοίωμα με τα Funny Games του 1997 με μοναδικό πρόσχημα την σύσταση της ταινίας στο Αμερικάνικο κοινό. Για αυτή την πολιτική θα αναφερθώ εκτενέστερα στο δεύτερο μέρος του κειμένου μου. Για αρχή θα πω κάποια πράγματα, που μάλλον αχρείαστα είναι για όσους έχουν δει την προ ετών ταινία.

Το Funny Games ως γνωστόν είναι μια ταινία για την βία. Κάθε μορφή βίας(σωματική, ψυχολογική, κοινωνική, εγκεφαλική) και την θέση του ατόμου απέναντι σε αυτή. Όχι απαραίτητα του ατόμου που την υφίσταται, αλλά και του καθένα που αποτελεί με την ύπαρξη του μέρος του κοινωνικού συνόλου. Αυτού του καθένα που δυνητικά μπορεί να υποστεί άμεσα την βία που ούτως ή άλλως την αποδέχεται εμμέσως. Μα κυριότερα αυτού του καθένα που πολύ παρταλιστικά αντιμετωπίζει την ζωή του και με την αδιαφορία του βάζει τα θεμέλια και επικυρώνει τις προϋποθέσεις για να ασκούνται από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον πολλές και άλογες δυνάμεις βίας. Το Funny Games επίσης με αυτό το αναπόφευκτο της βίας, όπως εμβρόντητα το δηλώνει, και με το «λευκό-χειρουργικό» της μορφής του υποδηλώνει πως η βία περισσότερο απ' όλα βρίσκεται στα χέρια των δυνατών, των εξυψωμένων στο κοινωνικό βάραθρο, ακόμα και στο κράτος.

Για να τα πετύχει όλα αυτά η ταινία επιστρατεύει μια αντιπροσωπευτική οικογένεια(πατέρας-μητέρα-γιος) η οποία τελείως απροσδόκητα βρίσκεται υπό των ζυγό δυο συμβολικών ασπροφορεμένων φιγούρων οι οποίες επιδίδονται σε εφιαλτικά παιχνίδια βίας. Βία όχι μόνο ως προς την σοκαριστική σωματική της μορφή αλλά κυρίως προς την ψυχολογική. Οι φιγούρες αυτές στο εσωτερικό τους δε δείχνουν να διέπονται από καμία λογική ανθρώπινη δομή. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι κάτι ανώτερο, κάτι άυλο, είναι ιδέα. Που παρά την παραπλανητική τους λευκή αμφίεση είναι έτοιμοι να σκορπίσουν το μαύρο, τον φόβο, τον πόνο και τον εφιάλτη στα τυχαία επιλεγμένα θύματα τους. Κάτι που ξέρει να κάνει τέλεια ο Haneke με αυτή την μινιμαλιστική ατμόσφαιρα που επιβάλλει η αριστοτεχνική κινηματογράφηση του.

Αλλά ας μιλήσουμε λίγο αναλυτικότερα και κριτικά για αυτή την κινηματογράφηση. Τα κύρια σημεία με τα οποία ξεδιπλώνεται η ιστορία. Ο Haneke και σε αυτή την ταινία παραχωρεί εξέχοντα ρόλο στο σημείο εκτός κάδρου. Ένα σημείο απομακρυσμένο από την σεναριακή δράση που υποδηλώνει κυρίως την θέση του καθημερινού ανθρώπου. Η βία εξελίσσεται τόσο κοντά του αλλά αυτός δεν δύναται να δράσει για να την σταματήσει.. Μια τέλεια παρομοίωση για την κλειστοκοσμική αλήθεια του καθένα. Επίσης αυτή η τεχνική μινιμαλιστικότητας που έχουμε συνηθίσει, είναι αυτή που δίνει τις πιο αγωνιώδης νότες του θρίλερ. Η βία υπάρχει, αλλά είναι αδιόρατη από την κάμερα όσο από τον καθημερινό άνθρωπο. Ο οποίος δυστυχώς είναι καταδικασμένος να βλέπει τηλεοπληκτικά τα αποτελέσματα της, όπως δηλώνει και η σκηνή του μόνου αιματηρού θανάτου. Δεύτερον τα κοντινά πλάνα είναι αυτά που επιτρέπουν την εξάπλωση μιας μεγάλης γκάμας συναισθημάτων όσο εναλλάσσονται τα πρόσωπα. Από την αρρωστημένη ψυχραιμία των θυτών ως τον ανεξέλεγκτο τρόμο, την καρτερική προσμονή, την μάταιη ελπίδα των θυμάτων. Αυτή η ψυχολογική έκφραση που κυρίαρχο ρόλο επωμίζεται στην ταινία, είναι νομίζω και το σημείο που δίνει μεγάλο βάθος στα δρώμενα. Γιατί οι ρόλοι είναι κάτι περισσότερο από τα πιόνια μιας σκακιέρας που αποσκοπεί σε κάτι συγκεκριμένο. Στην ταινία ο θεατής θα βρει και ένα πλήθος στοιχείων, αλληγορικών και καλά κρυμμένων, που υπαινίσσονται τις κύριες πηγές αυτής της νοσηρής αναπόφευκτης κατάστασης!

Μάλλον κάπου εδώ θα μπω στο δεύτερο κομμάτι του κειμένου μου. Τα ριμέικ των ταινιών συνήθως είναι κάτι που αδιάφορο με αφήνουν. Κυρίως γιατί τελευταίως παγιώνουν μια εμπορευματική πολιτική, εφάμιλλη με αυτή των σίκουελς, που αποσκοπούν στο άρμεγμα και το ξεχείλωμα της επιτυχίας της πρωταρχικής ταινίας. Ωστόσο θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως δεν θεωρώ τα ριμέικ αναίτια ύπαρξης. Ωστόσο προσδοκώ από αυτά την επαλήθευση του ορισμού και της θέσης που υπαγόρευε(ι) η γέννηση τους. Δηλαδή τα ριμέικ να αποσκοπούν στην ολοκληρωτική αναδημιουργία μιας ταινίας της υπάρχον φιλμογραφίας, με στόχο την τόνωση κάποιων "αχνών" πτυχών ή και την ολοκληρωτική μετατόπιση των νοητικών-δραματικών αξόνων της πρωτεύοντας ταινίας. Ενώ εννοείται πως αυτές οι διαδικασίες γίνονται με ειλικρινή σεβασμό ως προς το πρωταρχικό δημιούργημα.

Τώρα θα ήθελα να εστιάσω στο Funny Games το οποίο είναι μια αλλιώτικη περίπτωση. Εξ' αρχής μου κινείσαι το ενδιαφέρον πως ο αξιολάτρευτός Haneke αποφασίζει να κάνει κάτι ίσως ανεπανάληπτο και λειτουργικά δυσνόητο. Δηλαδή να κάνει το ριμέικ της ίδιας του της ταινίας 10 χρόνια μετά. Όμως τελικά οι υψηλές προσδοκίες μου πληγώθηκαν. Γιατί ο μεγάλος Αυστριακός έκανε ακριβώς την ίδια αριστουργηματική ταινία με μοναδικό σκοπό να την "πλασάρει" στο κοινό της Αμερικής. Κάτι που επιβεβαιώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα προηγούμενα εμπορικά κριτήρια! Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως ιδιαίτερα ευεργετική θεωρώ την εξάπλωση του σινεφίλ κόσμου στο ευρύτερο κοινό. Είναι κάτι πολύ επιθυμητό ο θεατής να γίνει περισσότερο "κινηματογραφοποιημένος" και από τρόφιμος της βιομηχανίας να εξελιχθεί σε έναν ανώτερο "κριτικά" θεατή. Άλλωστε και ο κινηματογράφος εκτός όλων των άλλων είναι μια ασχολία, για αυτούς που ασχολούνται μαζί του υπό οποιαδήποτε σκοπιά. Και από κάθε ασχολία την μεγαλύτερη ευχαρίστηση την αντλείς μόνο όταν έχεις τις βασικές γνώσεις. Ας παρομοιάσουμε για χάρη του κειμένου τον κινηματογράφο με το άθλημα της καλαθοσφαίρισης. Το μπάσκετ λοιπόν είναι ένα άθλημα ανοιχτό προς όλους, μπασκέτες υπάρχουν παντού. Όσο "θαυμαστό" και αν είναι το πρωταρχικό στάδιο γνωριμίας σου με αυτό, η εξέλιξη θεωρείται αναγκαία. Καμία ευχαρίστηση δεν αντλείς όταν συνεχίζεις να ντριμπλάρεις με τα δύο χέρια, κάνεις 100 σουτ για να βάλεις το ένα, δεν γνωρίζεις τους κανόνες κλπ επ' αορίστου χρόνου. Μετά λοιπόν από αυτή την πολύ γοητευτική γνωριμία σου έχεις ανάγκη μια ευρύτερη γνώση για να απολαύσεις το παιχνίδι σε ένα υψηλότερο επίπεδο. Γιατί στο καθετί που ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον καθένα απαραίτητες είναι οι βασικές γνώσεις. Έτσι θεωρώ πως και στον κινηματογράφο είναι απαραίτητη μια εξέλιξη στον τρόπο που τον αντιμετωπίζουν οι θεατές. Αυτή η εξέλιξη ωστόσο δεν έχει πολλά περιθώρια πραγματοποίησης με την επανάληψη υπάρχον ταινιών σε ευρύτερα κοινά. Η μονή πιθανή πραγματοποίηση της, κατά την ταπεινή άποψη μου, είναι εφικτή με την εξάπλωση της βασικής κινηματογραφικής κουλτούρας!

Άνευ βαθμολογίας!

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Διόρθωση


Σκηνοθεσία: Thanos Anastopoulos
Παραγωγής: Greece/ 2007
Διάρκεια: 87'

Κάθε φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να σχολιάσω μια ελληνική ταινία καταλαμβάνομαι από μια επιθυμία για να γράψω για το πλαίσιο που κινείται ο κινηματογράφος στην Ελλάδα. Αυτό το απαισιόδοξο πλαίσιο, που απ' τις θεσμικές δομές εξωθούμενο αλλά και από το ελληνικό κοινό, μετατρέπει τον ελληνικό κινηματογράφο σε μια φτηνιάρικη πραγματικότητα. Κατ' αρχάς θέλω να εκφράσω τα καλύτερα για αυτή την ταινία, την Διόρθωση, που με ελάχιστα παλεύει να κάνει, και κάνει, ένα μάχιμο cinema.

Κατ' αρχάς νομίζω πως θα 'πρεπε να προσκομίσομε ιδιαιτέρως τα συγχαρητήρια μας σε τέτοιες ταινίες που προσπαθούν να "διορθώσουν" μάλλον άνισα τις σχέσεις του κινηματογράφου με την χώρα μας. Σχέσεις που έχουν πληγεί βαθέως από την λαϊκή απαίτηση και συντήρηση του φτηνιάρικου τηλεσκουπιδιού ως cinema (βλέπε μόλις χώρισα κλπ) αλλά και από άλλες ταινίες που καθόλου ανιδιοτελής και αθώες δεν είναι, και παρ' ότι υποστηρίζουν και έχουν την δυνατότητα να ανεβάσουν ποιοτικά το επίπεδο της κινηματογραφικής παραγωγής εμμένουν πιστά στις οδούς που θα εξασφαλίσουν την επιθυμητή για αυτούς εμπορευσιμότητα( βλέπε El Greco). Αυτές οι στάσεις μόνο επιζήμιες είναι για εμάς που λαχταρούμε ένα ανεβασμένο ποιοτικά ελληνικό cinema. Λοιπόν άλλη μια φορά μπράβο σε αυτή την Διόρθωση που αν μη τι άλλο κρύβει πίσω της μια τεράστια προσπάθεια. Μια μοναχική προσπάθεια, καθώς το Ε.Κ.Κ(Ελληνικό κέντρο κινηματογράφου) όλο και λιγότερο ρίσκα παίρνει να βοηθήσει τέτοιες ταινίες που παρουσιάζονται πιο "underground". Έτσι ο Θάνος Αναστόπουλος με μια ελάχιστη χρηματική υποστήριξη και με τακτική κλεφτοπολέμου(ελάχιστος χρόνος γυρισμάτων, προσεκτικά επιλεγμένες σκηνές, τεχνολογίες, συνεργεία κλπ) κατάφερε να κάνει ένα πολύ ανταγωνιστικό cinema. Άλλωστε η αναγνώριση ήρθε από την συμμετοχή της "Ελληνικής" αυτής ταινίας στο forum του φεστιβάλ του Βερολίνου. Και τονίζω τον όρο Ελληνική γιατί νομίζω πως η ταινία απευθύνεται περισσότερο σε εμάς από οποιονδήποτε άλλο. Κάνοντας μια στυγερή καταγραφή της ελληνικής κοινωνίας που πλήττεται από εθνικόφρονες συμπεριφορές, ρατσισμούς, εκτόξευση μεταστατικού πληθυσμού που βιώνει την κοινωνική περιθωριοποίηση κ.λ.π.

Για την ταινία τώρα. Σημείο εκκίνησης είναι ένα υπαρκτό γεγονός. Ο φόνος ενός Αλβανού από έναν Έλληνα φίλαθλο, στους μεθεόρτιους πανηγυρισμούς, στα πλαίσια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα που είχε αναδείξει νικήτρια την εθνική της Αλβανίας. Ένα θέμα που χειρουργικά παραγκωνίσθηκε από την δημόσια γνώμη, αλλά καθόλου αδιάφορο δεν άφησε τον δημιουργό της ταινίας. Όχι από γεγονοτολογικής άποψης, αλλά ως έδαφος εξόρυξης του θέματος της βίας, του εθνικού ρατσισμού, του κοινωνικού περιθωρίου των μεταναστών αλλά κυρίως των δομών της ελληνικής κοινωνίας που επιτρέπουν και υποθάλπουν τέτοιες συμπεριφορές. Συμπεριφορές κατάλοιπα του προ σαρανταετίας φασιστικού καθεστώτος που ποτέ δεν σβήστηκαν από τις λαϊκές συνειδήσεις. Όπως είπαμε το γεγονός είναι απλά η αφορμή. Άλλωστε όσα ακολουθούν καθόλου εμπνευσμένα δεν είναι από αληθινά γεγονότα και απλά υπηρετούν δραματουργικά τους στόχους της ταινίας.

Ας δούμε τώρα λοιπόν αυτά τα αόριστα και υποθετικά γεγονότα. Ο Γιώργος Σημαιοφορίδης(ω, ειρωνεία!) φονιάς αποφυλακιστέος πλέον βασανίζεται από το βάρος των πράξεων του. Σαν να δραπέτευσε από τις σκιές απόκληρος και αυτοεξορισμένος από το παρελθόν του αποφασίζει να διορθώσει ένα άλλο παρελθόν. Αυτό της Αλβανίδας συζύγου και του ανήλικου παιδιού της. Περιφέρεται λοιπόν και αυτός δίχως σπίτι στους εθνωτικούς δρόμους της Αθήνας και στους πολυπολιτσμικούς "μαχαλάδες" των ημιζώντως μεταστατικών πληθυσμών. Έχει ανάγκη να γίνει το θύμα, όμως αυτή η χώρα είναι ο μόνος θύτης. Ευτυχώς για την ταινία, ο Αναστόπουλος καθόλου δεν συνεπαίρνεται από το μελοδραματικό θέμα του που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο. Άλλωστε από την δέση του μύθου η αδυναμία του σεναρίου είναι εμφανής στο να πατήσει η ταινία σε αυτή την αοριστόλογη ιστορία συγχώρεσης. 'Έτσι η ζωή του Σημαιοφορίδη είναι πρωτίστως η άμαξα που ο θεατής μεταφέρεται στους πεπαλαιωμένους και εθνωτικά ντοπαρισμένους δρόμους της Αθήνας. Διαγράφοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ιστορία της "διόρθωσης" που καθόλου αδιάφορη δεν είναι, αλλά αδυναμωμένη σεναριακά εμφανίζεται...

Έτσι ο θεατής με κινητήριο μοχλό τον Γιώργο Σημαιοφορίδη τον οποίον απαράμιλλα ενσαρκώνει ο Γιώργος Συμεωνύδης έχει μια μοναδική ευκαιρία να περιπλανηθεί στην όχι και τόσο καλαίσθητη αλήθεια της Αθήνας. Η απειλή της επιβίωσης, η αγωνία της ανέχειας, η προσήλωση σε μια καταπατητική εργασία είναι οσμές που επίπονα αναδύονται και ταλανίζονται από τα πληγμένα κορμιά των πολυάριθμων μεταναστών. Η απαρχαιωμένη αντίληψη του "Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια" ριζωμένη στις αντιλήψεις των Ελλήνων ποτίζουν το εθνικό σχόλιο. Έλληνες που το νου τους καθόλου δεν έχουν στην τίμια εργασία, και καθόλου δεν δείχνουν να επικοινωνούν αλλά και να ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Ενώ η βία, σωματική είτε ψυχολογική είναι έτοιμη προς άσκηση απέναντι στους ανυπεράσπιστους που συνειδητά και υποσυνείδητα έχουν χαραχθεί ως κάτι μη ανθρώπινο στους εθνικοφρονούντες εγκεφάλους τους. Μια τολμηρή καταγραφή της υπαρκτής εικόνας του αστικού κέντρου που ο Έλληνας επιμελώς αγνοεί...

Η κάμερα του Αναστόπουλου πολύ λιτή εμφανίζεται στην καταγραφή της. Ενώ κερδίζει και ένα μεγάλο στοίχημα, αυτό της φορητής κάμερας που επιστρατεύεται σε πολλές σκηνές χωρίς να αλλοιώσει ούτε στο μηδαμινό την δυναμική των εικόνων του. Ο κοινωνικός ρεαλισμός βρίσκεται στο απόγειο, δίχως ίχνος επιτήδευσης. Ένας κοινωνικός ρεαλισμός σε τόσο υψηλό επίπεδο που μας παραπέμπει στις αυθεντίες του είδους όπως ο Ken Loach. Επίσης ο θεατής βλέποντας έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια υποδειγματική χρήση σκληρών τηλεφακών. Οι οποίοι εναλλασσόμενα εστιάζοντας σε διαφορετικά υποκείμενα μετατοπίζουν τους δραματουργικούς άξονες και το κέντρο εξιστόρησης του μύθου.

Μια πολύ δυνατή ταινία ως προς την σύνθεση της Ελληνικής τοιχογραφίας. Οι όποιες αδυναμίες της εντάσσονται στην αδυναμία του σεναρίου να ολοκληρώσει αλλά και να αφηγηθεί μια ιστορία συγχώρεσης και μετάνοιας...
Βαθμολογία 7/10

Letyat zhuravli


Σκηνοθεσία: Mikhail Kalatozov
Παραγωγής: Soviet Union/ 1957
Διάρκεια: 97'

Ο Kalatozov με αυτό το "Όταν πετούν οι γερανοί" προχωράει σε μια κινηματογραφική πρωτοπορία. Αποφασίζει σε αντίθεση με τις ταινίες της εποχής του, αλλά και μεταγενέστερες να ορίσει την θέση του ατόμου στον πόλεμο ως σημείο οδύνης. Θα αρνηθεί δηλαδή το ειπωμένο cinema των εφέ πάνω στις πολεμικές σκηνές, θα αρνηθεί την γεγονοτολογική (παρά)πληροφόρηση και θα εστιάσει κάπου βαθύτερα. Στο άτομο. Θα αρνηθεί την αντιμετώπιση του καθενός με την συλλογική πολιτική της εποχής και θα διαφωτίσει τις δυσδιάκριτες ατομικές πλευρές του καθένα. Τονίζοντας πως κανείς δεν γνωρίζει την ιστορία του άλλου, η οποία εξελίσσεται πάνω σε πολύ λεπτές και αδιόρατες ισορροπίες, οι οποίες τελικά είναι που τον διαμορφώνουν ως θύτη ή θύμα στο στίβο της κοινωνίας. Και όχι η μυωπική άποψη που κριτικολαγνικά εκφέρεται τόσο από κράτος αλλά και τους πολίτες.

Ο Victor Rozov που έγραψε το σενάριο θα τοποθετήσει μια ερωτική ιστορία στο χρονοπλαίσιο του Β' Παγκόσμιου πολέμου. Ο Boris και η Veronica είναι ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι με την εφηβική ανεμελιά της ηλικίας τους. Μόνο που ο Boris επηρεασμένος απ' το κοινωνικοπολιτικό status της εποχής αποφασίζει περήφανα να υπηρετήσει εθελοντικά την πατρίδα στον πόλεμο. Το ζεύγος χωρίζεται, η Veronica περίλυπη, αλλά και υπομονετική, καρτερεί τον καλό της.

Και ο χρόνος κυλά πολύ βαριά και για τους δύο. Αυτή θα χάσει τους γονείς της σε μια πολεμική τραγωδία. Δεν υπάρχει για αυτόν τον κόσμο. Το βλέμμα της απλανή στοχεύει
στο άγνωστο, στο μακρινό. Στα εχθρικά εδάφη που μάχεται ο καλός της, τίποτα άλλο δεν μπορεί να κάνει από το να του χαρίζει την σκέψη του και όλη την ύπαρξη της. Δεν υπάρχει για αυτό τον κόσμο, θα υποφέρει και τα μάτια της θα ψάχνουν να τον σώσουν απ' τον εφιάλτη. Μοναδικό σημείο ανάπαυσης το μοναδικό γενέθλιο του δώρο. Αυτός καμιά συναίσθηση δεν έχει για το που βρίσκεται. Μόνο από την αγάπη του για αυτή τρέφεται. Δεν καταλαβαίνει, μια φωτογραφία της ιερό κειμήλιο. Σύντομα θα βρεθεί αδύναμος απέναντι στο μαύρο του πολέμου.

Αυτά τα συναισθήματα υπόθεση ατομική είναι μονάχα. Κανείς δεν μπορεί να μπει σε αυτή την αλήθεια όσο και αν το θέλει. Όμως μπορεί να την μαυρίσει. Όλα σαρώνονται και λογαριάζονται μόνο με δύσκαμπτα κριτήρια. Αυτά που ζυγιάζουν τους ανθρώπους βάση του φαίνεσθαι, το "είναι" πολύ βαθύ εστί για να το φτάσουν. Και έτσι σε μια κοινωνία που δεν αποδέχεται, αυτή απόκληρος θα γίνει και θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια ολόπλευρη δυστυχία. Όμως ποτέ δεν θα πάψει να ψάχνει την ελπίδα εκεί που έχει χαθεί...

Οι εικόνες του Kalatozov είναι βαθύτατα συγκινητικές. Λυρικές που καθηλώνουν τον θεατή σε αυτό το ανελεύθερο ανθρώπινο σύμπαν. Το πολιτικό σχόλιο πολύ αιχμηρό είναι για το κομουνιστικό καθεστώς. Καταδεικνύει το άτοπο του να θέτεις εαυτό υψηλότερο όλων και να βάζεις τα πάντα σε ένα τσουβάλι με μοναδικό σκοπό την κατάκριση. Αφού τόσο υψηλά μόνο οι γερανοί πετούνε, όχι για να δουν κλειδαροτρυπικά αλλά για να αγκαλιάσουν με τα τεράστια φτερά τους τα άτομα. Η ειρωνεία και η αλήθεια είναι τα εργαλεία τόσο στην αφηγηματικά όσο και στην αναπαραστατική πλευρά της ταινίας. Σε πλάνα που ενώνονται υπό το εννοιολογικό μοντάζ που έθεσε σε λειτουργία ο Αϊζενστάιν. Και από αυτά τα πλάνα δραπετεύει η φιγούρα της τραγικής ηρωίδας που στωικά υποδύεται η σπουδαία Tatyana Samojlova. Επίσης βλέποντας την ταινία δεν μπορείς να μείνεις αδιάφορος στις μαγικές εικόνες λήψης και στις "εφιαλτικές" σεκάνς που διευρύνουν τον κινηματογράφο ως μέσο.

Το τέλος είναι αισιόδοξο και υπαινιχτικότατο. Η ηρωϊδα είναι πλέον ελεύθερη από το καταπιεστικό σχόλιο της κοινωνίας την στιγμή που οι πάντες έχουν μια αγάπη για να δώσουν ή μια λύπη για να μοιραστούν. Δια της αποδοχής λοιπόν και των ηλιόλουστων ακτινών ο Kalatozov θα δώσει το στίγμα και την πρόταση για το αλλιώτικο αύριο...
Βαθμολογία 9,5/10