Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2008

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford


Σκηνοθεσία: Andrew Dominik
Παραγωγής: USA/ 2007
Διάρκεια: 160'

Πριν αναφερθώ στην ταινία θα 'θελά να μιλήσω λίγο για το voice over. Την αφήγηση δηλαδή πάνω στην ταινία και την λεκτική διάδοση νοημάτων, σκέψεων κλπ. Το voice over εμφανίστηκε ευρέως αλλά και καθιερώθηκε σε ταινίες noir του παρελθόντος. Και αυτό γιατί τα film noir από την φύση τους είναι βουτηγμένα στο λυκόφως της μυστηριακής τους θεματολογίας. Η voice over αφήγηση ήταν η αποκάλυψη βαρυσήμαντων στοιχείων πάνω στα επακόλουθα ή η αποσαφήνιση του γριφώδες finale! Αυτή η τεχνική έφερε αναταράξεις στον κόσμο του κινηματογράφου και αρχικά κέρδισε τον θεατή. Ήταν το βάρος της λογοτεχνικής του καλαισθησίας κυρίως αυτό που κέρδιζε και διαμόρφωνε τον θεατή, καθώς και το νεανικό της ιστορίας του. Τώρα, στον 21ο αιώνα το voice over θεωρείται κυρίως η αδυναμία του σεναρίου και της εικόνας να αφηγηθεί κινηματογραφικά τα τεκταινόμενα. Ενώ ακόμα μια κατηγορία που το βαραίνει είναι η επιτήδεια νουθέτηση του θεατή στα ακριβή πρότυπα του σεναριογράφου, κάτι που αναιρεί τον "κοινωνικό" ρόλο της τέχνης μεταξύ δημιουργού και κοινού. Πάνω κάτω τα ίδια ισχύουν και για τα εντυπωσιακά flash back. Θα ήθελα τώρα να ξεκαθαρίσω και την θέση μου σε όλα αυτά. Νομίζω πως όπως ήταν σφάλμα ο πρώιμος εντυπωσιασμός μας από αυτές τις τεχνικές στο παρελθόν, στο ίδιο σφάλμα υποτασσόμαστε με την ολοσχερώς αποκύρυξή τους. Ναι, το voice over και τα flash back μπορεί να έχουν δημαγωγικό χαρακτήρα, μπορεί να δηλώνουν την αδυναμία της εικόνας να κοινωνήσει τα νοήματα με τον λεπτό και έμμεσο κινηματογραφικό τρόπο, αλλά μπορεί να είναι και χρήσιμα, ως και εκστατικά μέσα, ανάλογα τις ανάγκες και την θεματολογία της κάθε ταινίας. Το καθένα από αυτά το καθορίζει η χρήση του. Θέλω να δώσω και ένα παράδειγμα από την πρόσφατη μου «αποξένωση». Όπου το finale περιέχοντας ένα ονειρικό, αποκαλυπτικό και αναμνησιακού ύφους flash back γοητεύει και διευρύνει τον κινηματογράφο. Χωρίς ίχνος υπόνοιας επιτήδευσης...

Σκοπός μου δεν ήταν να μακρηγορήσω αλλά μάλλον το έκανα. Ας μιλήσουμε για αυτή την επική ταινία που έφτιαξε ο Andrew Dominik. Ο τίτλος συνοψίζει την υπόθεση αυτής της κινηματογραφικής οντότητας. Αλλά μην περιμένετε να δείτε μια ταινία δράσης για την ζωή του θρυλικού Jesse James, γιατί τότε θα απογοητευθείτε! Η ταινία χαρακτηριστικά σημαδεύει ως αφετηρία της το τέλος δράσης της συμμορίας των αδερφών James. Και οριοθετεί ως σταθμό εκκίνησης ένα άλλο πιο (αυτό)περιγραφικό και συναισθηματικό σημείο. Τους ήρωες δεν περιγράφουν οι γεμάτες μπαρούτι κάνες τους αλλά τα βλέμματα, τα συναισθήματα που χαίρουν άψογης υποκριτικής έκφρασης από τους ερμηνευτές τους. Τόσο ο Brad Pitt στον ρόλο του Jesse, ο Casey Affleck σε αυτόν του Robert Ford αλλά και ο Sam Rockwell σε αυτόν του αδερφού του, είναι εντυπωσιακοί.

Ο Jesse ως φιγούρα της εποχής του περιέχει φωτιά και ύδωρ. Έχει την πλήρη αναγνώριση από την αστική τάξη την οποία συνήθιζε να ευεργετεί με μέρος των κλοπιμαίων αλλά και την ολοσχερή αποδοκιμασία από τους κρατικούς φορείς. Για αυτούς η ανεξέλεγκτη δράση του, αναιρούσε την φιλάρεσκη επιδίωξη τους να νιώθουν απόλυτα κυρίαρχοι της εξουσίας.

Ο Robert Ford όπως μαρτυρά ο τίτλος και όπως αφηγείται το finale κατακτά επάξια την θέση του δειλού. Ενός δειλού, μέσα στο πλήθος των ανθρώπων, που όμως το μοιραίο γεγονός τον έκανε αναγνωρίσιμο. Αν και όχι με την τόσο καλή έννοια! Μες στην εφηβική του ματιά δείχνει να κρύβει χιλιάδες συναισθήματα. Μια μικρή ηδονή που στιγμιαία λάμπει στο πρόσωπο του, καθώς θαρρείς πως είναι φυλακισμένη εκεί και καταδικασμένη στο να μη βρει ανταπόκριση. Ένας πολύ μυστηριακός χαρακτήρας που οι πράξεις του ξεδιπλώνουν την καλά κρυμμένη προσωπικότητα του. Δεν ήταν έρωτας αυτό, που όταν οι αδερφοί του ανακάλυψαν τoν έντυπο θησαυρό που κρατούσε για την συμμορία των James, τα έβαλε με Θεούς και Δαίμονες; Δεν ήταν η φιλοδοξία της διαδοχής, όταν κοιτούσε ξεγυμνώνοντας τον μυθικό James παρατηρώντας και την πιο μικρή λεπτομέρεια στην ζωή του; Δεν ήταν "κουφή" και αυτάρεσκη πίστη στην τρανότητα που κάποια μέρα θα αποκτήσει όταν σχεδίαζε το αύριο με μοναχικότητα ερημίτη; Δεν ήταν Δέος όταν το δάχτυλο είχε στη σκανδάλη και το αστραφτερό όπλο του σημάδευε το παραδομένο κορμί του Jesse; Όμως η αλήθεια αποκαλύπτεται για αυτόν στο τέλος.

Ο Jesse ήταν ήρωας. Ένας ήρωας αλλά και ένας άνθρωπος με τα σφάλματα όλων μας. Στην οθόνη του μυαλού του και στο βλέμμα του είχε την όψη του θνητού. Καχύποπτος για το προδιαγραφόμενο μέλλον, γνωστικός για το βάρος των πράξεων του αλλά και συνηδειτοποιημένος για την κάθε στιγμή. Άλλωστε από αυτή την βαθύτερη συνείδηση προέκυψε και η δολοφονία-αυτοκτονία του. Από την έλλειψη βούλησης σε ένα μέλλον όπου μόνη διέξοδο θα ήταν το φευγιό, από την παράδοση δυνάμεων αυτής της πληγωμένης μοναχικότητας που έκφραζε το έργο του…

Η αλήθεια όμως αποκαλύπτεται στο finale. Όπου η κυνηγημένη ζωή του Jesse μνημονεύεται σε έναν ένδοξο θάνατο. Μια αλησμόνητη φιγούρα, που με την δύναμη της μνήμης και της ανάμνησης όσων μένουν, κατακτά την αιωνιότητα! Για τον Robert όμως τα πράγματα είναι εξαιρετικά αλλιώτικα. Ο ένδοξος βίος που επιθυμούσε δεν είναι παρά ένας εφιάλτης. Κανείς δεν θυμάται τον Robert, αλλά κανείς δεν μπορεί να λησμονήσει τον James. Είναι η ιστορία που καλά φυλάει λευκές σελίδες για τα τέκνα της... Και για τον Robert πριν άδοξα θανατωθεί, του κράτησε το δοκίμιο των δειλών.

Μια μυθική ταινία, η σκηνοθεσία είναι παραπάνω από επιβλητική. Αποφασίζει περίτρανα να σταματήσει για λίγο τους δείκτες, και να εστιάσει πάνω στις ζωές και στα συναισθήματα. Οι ερμηνείες είναι αντάξιες της φήμης των καραμπινιέρων τους, και μια μαγική φωτογραφία κρατάει το εκστατικό εικαστικό αποτέλεσμα με κυρίαρχο στοιχείο με αυτό του μελαγχολικού φωτισμού. Οι δικές μου ενστάσεις πηγαίνουν στο απροκάλυπτο voice over. Όπου νιώθω τουλάχιστον στο ήμισυ των φορών που επιστρατεύθηκε, όσα μου διαβάζει ο αφηγητής να 'χει χρέος να μου τα δώσει ο σκηνοθέτης στην ταινία. Ενώ έντονες αντιθέσεις έχω να εκφράσω και για το τέλος. Όχι για την αψεγάδιαστη νοηματική του ροή, αλλά το νουθετικό του ύφος. Λέγοντας και διατυμπανίζοντας την δειλία του Robert, χωρίς να αφήνει χώρο και αέρα στον θεατή. Για μένα το finale βρίσκεται στον θίασο του παραλόγου και οι τίτλοι τέλους πέφτουν όταν σε έναν ψίθυρο περικλείεται η λέξη "δειλός".
Αλλά ναι, το να κρίνουμε με αυτό τον τρόπο είναι πολύ πιο εύκολο και αντικηνηματογραφικό απ' το να δημιουργούμε.
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2008

Red Road


Σκηνοθεσία: Andrea Arnold
Παραγωγής: UK / Denmark/ 2006
Διάρκεια: 113'

Αυτή η Βρετανό-Δανέζικη συνύπαρξη με τα σκήπτρα παραδομένα στην ανερχόμενη Andrea Arnold έφερε στην επιφάνεια μια πιο νεανική έκφραση του Trierικού δόγματος. Δηλαδή κάμερα στο χέρι που σε αρκετά σημεία μεταδίδει την στιγμιαία ένταση με μορφή ταραχής στον θεατή. Ενώ προηγουμένως έχουν επιστρατευθεί "σφιχτά" υποκειμενικά κάδρα για να συνθέσουν τις συμπαγής προσωπογραφίες των ηρώων! Τέλος έντονη σκηνογραφία που αποπνέει μια extreme teenage ατμόσφαιρα, η οποία ίσως είναι και αδικαιολόγητη ως προς την έκταση της!

Η Andrea Arnold έχει φροντίσει να γράψει ένα συμπαγή σενάριο. Το οποίο χαρακτηρίζεται από την απουσία λόγου και από μια ανατροπή που θα κάνει ολοφάνερη την αλήθεια του κειμένου μόνο στο τέλος, στην τελευταία κρίσιμη σκηνή. Βρισκόμαστε σε μια ελαφρών ηθών συνοικία της Σκωτίας. Η ηρωίδα μας είναι μια μισθωμένη αστυνομικίνα με "χρέος", μυστικά να παρακολουθεί την πόλη, για λόγους ονομαζόμενους ως λόγους ασφαλείας. Η συνοικία παρουσιάζεται επιμελώς ως ένα περιθωριακό στέγασμα αμφιβόλου ηθικής ανθρώπων, τόσο περιθωριακό ώστε να έχει νόημα η παρακολούθηση τους! Έτσι βουβά μαζί με την ηρωίδα βρισκόμαστε πίσω από μια σειρά monitor να παρακολουθούμε σχεδόν ηδονοβλεπτικά τις κινήσεις των ανθρώπων.

Η ηρωίδα μας είναι μια σκοτεινή φυσιογνωμία. Που πριν αποκαλυφθεί το τέλος φαίνεται να περιέχει το ειρωνικό σχόλιο της Andrea προς το αστυνομικό σώμα. Σχετικά με την ολοένα καλπάζουσα καταπάτηση των "δημοκρατικών" μας δικαιωμάτων, με πρόφαση λόγους υψίστης ασφαλείας. Και το θέμα είναι τόσο απτό, με την προοπτική να αγγίξει τους πάντες και να τους αποπλανήσει προς την "προφανή" τροχιά. Τον προβληματισμό που πηγάζει από την ολοένα μεγαλύτερη δύναμη της αστυνομίας και του κράτους πάνω μας. Όμως όχι, η ταινία δεν οδεύει προς τα εκεί!

Η ταινία ακολουθεί το βλέμμα της πρωταγωνίστριας Kate Dickie πίσω από τα monitor. Η Kate κάνει μια βουβή μα πολύ δυνατή ερμηνεία. Εξ' αρχής το βλέμμα της δείχνει να στερείται του επαγγελματισμού που θα επέβαλλε μια τέτοια δουλειά. Δείχνει να ταΐζει την κενή ψυχή της(όπως έχει σκοπίμως παρουσιαστεί) με τις ζωές καθημερινών ανθρώπων. Σε αυτή την διαδικασία της άπραγης παρακολούθησης ένας χοντρός σκύλος κλέβει το ενδιαφέρον της καθημερινά, ενώ την βλέπουμε να αλλάζει έκφραση κατά την διάρκεια μιας εξωπραγματικής σεξουαλικής πράξης επί δημοσία οδού. Πλέον έχουμε καταλάβει, πως αυτή η γυναίκα δεν είναι ο φρουρός της ασφάλειας μας. Αλλά μια αδύναμη προσωπικότητα που από αυτή την δουλειά βρίσκει νόημα στην ταλαιπωρημένη και άδεια ζωή της. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο πλέον, όταν το βλέμμα της καρφώνεται σε αυτόν που για προσωπικούς λόγους της έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα ένα κορίτσι μαχαιρωμένο άδικα χάνει την ζωή του. Την ζωή που καμία κάμερα δεν μπορεί να ασφαλίσει, αλλά ούτε καν να καταγράψει τον ένοχο. Η Andrea Arnold με την σιωπηρή και αργή σκηνοθεσία της καταφέρνει να χτίσει μια πολύ δυνατή ατμόσφαιρα θρίλερ. Απ' την οποία κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο κέρδος είναι πως πιάνουμε τον εαυτό μας, έντρομο, να ταυτίζεται με αυτό το αδιάκριτο βλέμμα της ηρωίδας.

Όπως προανέφερα η ζωή της πρωταγωνίστριας μοιάζει με μια κενή και ανασφαλή ζωής δίχως νόημα ύπαρξης. Καθώς την βλέπουμε κολλημένη πίσω από τα monitor αλλά και στην πραγματική της ζωή να παρακολουθεί αυτά που της αποκαλύπτει η επαγγελματική. Οι σχέσεις της με τους ανθρώπους είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Η μόνη αναφορά που γίνεται σε αυτές είναι ο σεξουαλικός σύντροφός της. Μια σχέση που τους αποτυπώνει σαν ψυχρά σεξουαλικά αντικείμενα ανήμπορα ακόμα να βιώσουν ηδονή. Ενώ και στις λιγοστές φορές που η Kate χρειάζεται να αναπτύξει τις κοινωνικές της σχέσης δείχνει να μην μπορεί να απαλλαγεί από το ψυχρό ύφος του αστυνομικού. Όμως μετά τα μισά της ταινίας θα αρχίσουμε να ψιλιαζόμαστε πως η ζωή της Kate δεν είναι τόσο κενή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ρημαγμένη ζωή όπως μαρτυράει η κουβέντα με τον πατέρα της(αν θυμάμαι καλά) Alfred.

Και η εμμονή της στο να παρακολουθεί τον σχεδόν αρχέγονο Tony Curran, τόσο εντός επαγγέλματος όσο και εκτός, δεν είναι η περιέργεια της άλλα κάποιοι ανοιχτοί λογαριασμοί απ' το παρελθόν. Όπου στο τέλος η δημιουργός θα μας χαρακτηρίσει τον Tony ως φονιά της οικογένειας της, ως φονιά συζύγου και γιου. Και η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της δικαιολογείται από τον πόθο της για εκδίκηση. Έτσι μέσα από ένα σατανικό σχέδιο, και μάλλον τραβηγμένο σεναριακά σχεδιασμό ως προς το μινιμαλιστικό της ταινίας, θα προσπαθήσει να ενοχοποιήσει τον Tony για τον βιασμό της. Έναν βιασμό που δεν έγινε ποτέ! Ωστόσο καταλαβαίνει πως η λύτρωση δεν περιέχεται σε καμιά αντιδραστική συμπεριφορά. Αυτή είναι μάλλον το περιεχόμενο της γνώσης της αλήθειας, της ανθρώπινης αλήθειας, όπως μαρτυράει και το χαμόγελο της στην τελευταία των σκηνών.

Αυτή η ανατροπή ξαφνιάζει τον θεατή. Είναι μάλλον μια απροσδόκητη εκδοχή που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί, όμως είναι σαφή πως στερείται πληροφοριών και επιχειρημάτων. Από την άλλη όμως, τα σφιχτά πορτραίτα, η δύναμη της αφήγησης, οι άρτιες υποκριτικά ερμηνείες, η έντονη σκηνογραφία και το αργό mood φτιάχνουν μια πολύ ολοκληρωμένη ταινία άξια προς θέαση. Σε μια μάλλον πιο σύγχρονη αλλά και επιπόλαια έκφραση του Trierικού δόγματος.
Βαθμολογία 7,5/10

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Izgnanie


Σκηνοθεσία: Andrei Zvyagintsev
Παραγωγής: Russia/ 2007
Διάρκεια: 150'

Μετά την αριστουργηματική Επιστροφή, ο Andrei Zvyagintsev επιστρέφει με αυτή την σπαραχτική και αριστοτεχνική Αποξένωση!

Ο άνθρωπός απομακρυσμένος από τις ρίζες του. Απομακρυσμένος από την φύση του, την ίδια την Φύση! Και οι καιροί που έχουν χαρακτηριστικά αλλάξει υπό το βάρος της προόδου και της εξέλιξης. Μιας οπισθοδρομικής εξέλιξης που ολότελα μας κατευθύνει στην εκμηδένιση της ανθρώπινης οντότητας! Και μας δένει στους τσιμεντένιους ρυθμούς των εκάστοτε πόλεων. Παγώνοντας καρδιά και ψυχή, περιθωριοποιώντας το ίδιο το άτομο σε μια νοσηρά εγωκεντρική ατομικότητα. Μια ατομικότητα που μας αποξενώνει από οτιδήποτε γύρω μας, από ανθρώπους που δεσμά αγάπης μας είχαν ενώσει. Μα κυριότερα μας αποξενώνει από τον ίδιο μας τον εαυτό, και οι μέρες μας είναι μια τυφλή περιπλάνηση που τίποτα δεν μας κάνει αίσθηση, που όλα άνευρα και άχρωμα προσπερνιούνται χωρίς σταγόνα ανθρώπινης κρίσης και σκέψης. Αφού εμείς κατευθυνόμαστε με άλλους κώδικες στο μέλλον.

Και αυτή η αποξένωση, η καθημερινή αποξένωση αποκτά γιγάντιες διαστάσεις στο μουντό σύμπαν του Andrei Zvyagintsev. Σε ένα σύμπαν που η λεκτική ύπαρξη είναι αισθητά περιορισμένη και η εμφάνιση της είναι ολότελα υπαινικτική αλλά και συμβολική. Σε ένα σύμπαν όπου το αρχικό σπίτι του Ανθρώπου, η Φύση, μελαγχολική αποτυπώνεται σε εξαίσια κάδρα παρατημένη και αποξενωμένη από τον προκάτοχο και Κύριο της. Σε ένα σύμπαν όπου ο άνθρωπος αποξενωμένος αποτυπώνεται απ' οτιδήποτε και φρουρημένος στην δική του ατομικότητα. Πόσο άλλαξε μακριά από την μητέρα Φύση; Πως φρουρήθηκε στους γοργούς, κενούς και ανταγωνιστικούς ρυθμούς της πόλης.

Τα πρόσωπα:

Ο Alex τον οποίον υποδύεται ο εκπληκτικός Konstantin Lavronenko. Τον παρακολουθούμε κυρίως αφού εγκαταστάθηκε στην ύπαιθρο με την οικογένεια του. Το κορμί του είναι εκεί, αλλά αυτός δεν βρίσκεται εκεί. Για την ακρίβεια δεν βρίσκεται πουθενά. Είναι ένας άνθρωπος διαρκώς σκυθρωπός και δυστυχής, με την αδυναμία να επικοινωνήσει με τον περιβάλλον χώρο, με τους περιβάλλον ανθρώπους. Κάτι που αποτυπώνεται στην ματιά του. Όπου το βλέμμα του αδυνατεί να αγγίξει τα μάτια οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Μα η νόσος έχει φτάσει στο ύστατο σημείο, η αδυναμία του έχει γίνει έλλειψη οποιασδήποτε βούλησης για επικοινωνία. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο η επικοινωνία έχει νόημα είναι ο αδελφός του ο Mark. Και οι δυο κυμαίνονται στα όρια του υποκόσμου. Το έχει υπογραμμίσει ήδη η γυναίκα του Alex, η Βέρα. Τα πιστόλια, οι σφαίρες και οι λέξεις που αιωρούνται στην μυστηριακή αυτή ατμόσφαιρα το τεκμηριώνουν. Μα πιο μεγαλύτερο επιχείρημα από τον τρόπο σκέψης τους; Άνθρωποι που στις αποφάσεις τους στιγματίζουν την έλλειψη οποιουδήποτε ηθικού, ανθρωποκεντρικού κριτηρίου. Ίσως και οι κουβέντες τους περιέχουν το διακριτικό ειρωνικό σχόλιο του Andrei Zvyagintsev. Ο Alex έχει μετατραπεί σε ένα άβουλο ον, και οι πράξεις του θα τιμωρηθούν. Αφού το τραγικό γεγονός ξεπαγώσει την συνείδηση του, το πλήγμα θα 'ναι καίριο στην μέχρι πρότινος πέτρινη καρδιά του.

Ο Mark, και αυτός άλλο ένα ηχηρό παράδειγμα αποξένωσης. Κινείται περιθωριακά σε όλο του το ρόλο. Ο εγωκεντρισμός ξεχειλίζει από παντού. Άλλος ένας άντρας που αποξενώθηκε υπό την δύναμη της πόλης. Αυτό μαρτυράει και η δική του αφανής οικογενειακή ιστορία, ενώ χαρακτηριστική και η στιγμή στο τραίνο που ούτε καν χαιρετάει τον δεκάχρονο ανιψιό του φεύγοντας επιδεικτικά επιταχύνοντας το αυτοκίνητο του.

Η Vera, είναι η γυναίκα! Η γυναίκα και μητέρα που "λεπτά" υποδύεται η Maria Bonnevie. Το αγγελικό της πρόσωπο, σε μια ταινία που εξ' ορισμού τα κλισέ είναι άγνωστη λέξη, ορίζει την θέση της σε αυτό το Θείο δράμα. Είναι το πρόσωπο που κινεί το δράμα. Με ένα ψέμα στις ψεύτικες συνθήκες του κόσμου, καταδυκνείοντας ολοφάνερα την αλήθεια και ό,τι ουσιώδες στο μεθυστικό finale που με flashback ξεγυμνώνει ο δημιουργός. Ενώ είναι το πρόσωπο που προειδοποιεί και πληροφορεί τον θεατή. "Είμαστε δυο ξένοι πια" έχει πει, και ξέρει πως αυτό κάνει ξένο και ότι έχουν μαζί. Όλα στοιβαγμένα σε δυο αποξενωμένες ζωές, όπου η οικογένεια είναι ξένη, το σπίτι τους είναι ξένο, τα συναισθήματα είναι ξένα, ξένος ακόμα και ο καρπός που κυοφορεί. Η ίδια είναι αδύναμη να αποτρέψει το μοιραίο. Αυτή την εφιαλτική πορεία προς την αποξένωση. Και θα εγκαταλείψει πρόωρα αυτόν τον κόσμο που δεν είναι όπως φαντάστηκε, που δεν είναι όπως ο Δημιουργός οραματίστηκε. Η Βέρα είναι το πρόσωπο που μεταδίδει τους πλέον θρησκευτικούς συμβολισμούς του Andrei Zvyagintsev.

Τα παιδιά και κυρίως ο Kir που παρακολουθούμε. Είναι η ελπίδα. Η ελπίδα πως αν αφήσουμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας όλα μπορούν να ξαναχτιστούν. Τον παρακολουθούμε "οικονομικά" όμως η διαφορά της συμπεριφοράς του με την επίσκεψη στην ύπαιθρο είναι παραπάνω από ορατή. Τα παιδιά δεν έχουν λοξοδρομήσει τόσο όσο οι ενήλικες. Ο χρόνος κινεί ανάλογα αυτή την μυστήρια λοξοδρόμηση. Και δεν είναι τυχαίο που παρακολουθούμε τον Kir, ως ένα ευαίσθητο παιδί, έναν αληθινό άνθρωπο καθώς βρίσκεται στα χωρικά όρια της μάνας Φύσης! Ενώ αντίθετα στο μοναδικό του πλάνο στην πόλη τον βλέπουμε σε ένα δαιμόνιο και αδικαιολόγητο σχεδόν ξέσπασμα. Μια επίθεση στον θείο Ρόμπερτ. Ένα ξέσπασμα ποτισμένο από το φθονερό σύμπαν της πόλης!

Ο ιατρός. Ο ιατρός είναι και ο διεκπαιρεωτής αυτού του θείου δράματος. Μυστικός, πολλές φορές ως και απρόσωπος είναι αυτός που θα προσανατολίσει τον θεατή στην αλήθεια και συναρμολογεί τις αιωρούμενες πληροφορίες σε αυτού του μυστηριακού κόσμου της ταινίας Θα δώσει την αληθινή μορφή στην Vera, μορφή αγγέλου. Θα βαρύνει τον Alex με την ολοσχερώς καχύποπτη ματιά του θεατή, και θα στρέψει τον μύθο προς την λύτρωση.

Τέλος οι άνθρωποι της υπαίθρου. Ίσως ο θεατής σε αυτούς θα περίμενε μια πιο ξεκάθαρη αναφορά. Θα περίμενε να δει πάνω τους καθάριο τον αντίκτυπο της φύσης. Αλλά ο σκηνοθέτης δεν το κάνει. Θα τους αποτυπώσει σαν ευδιάθετους και ανοιχτούς ανθρώπους μεν, αλλά χωρίς να δώσει κάποια ιδιαίτερη σημαντικότητα στην ύπαρξη τους. Ο ρόλος τους κυρίως απαλύνει την πλημμυρισμένοι από συναισθήματα ψυχή του θεατή. Ίσως επειδή ο Andrei Zvyagintsev θέλει να παγιδεύσει το διψασμένο μάτι του θεατή αποκλειστικά στην εξέλιξη της ιστορίας.

Και σε όλα αυτά η μελαγχολική φύση. Αποξενωμένη εντελώς, δρα με ολότελη ανεξαρτησία και μοναχικότητα στην ταινία. Ίσως ο διψασμένος θεατής για το story αποπροσανατολιστεί μ την ύπαρξη της, αλλά αν δε μπει μέσα της νομίζω πως κινδυνεύει να δει άλλη ταινία! Τα πλάνα της είναι αισθητικά τέλεια, νομίζω πως άγγιξαν ως και τα αντίστοιχα του Sokurov στο "Μητέρα και γιος".

Έτσι αυτό το 150λεπτο του Andrei Zvyagintsev μας μυεί ευλαβικά σε αυτήν την αποξένωση που παντού γύρω μας παρατηρούμε. Μα κύρια μες στον εαυτό μας. Κρούει κώδωνες και καμπάνες επισημαίνοντας την έσχατη πορεία, αλλά το αισιόδοξο τέλος προτρέπει σε καλύτερες μέρες. Η ταινία σε κάποια σημεία δείχνει να μην αναπνέει όσον αφορά την ροή της. Καθώς ο θεατής εύκολα αποπροσανατολίζεται από το δύσκολο της ερμηνείας της. Όμως φθάνοντας στο finale η λύτρωση είναι κατάκορφη. Μια ταινία που σκέφτεσαι για μέρες. Χαράζεται στην σκέψη σου, που σαν μαγιά φουσκώνει τα αισθαντικά σου ερεθίσματα και ικανή να χαραχτεί ακόμα ανεξίτηλα στην μνήμη. Στα συν η ψυχοπλακωτική μουσική που δημιουργεί υπέροχη ατμόσφαιρα!
Βαθμολογία 9/10


Πολύ ωραία τα είπαν και οι φίλοι Αχιλλέας
και Γιώργος