Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Paprika



Σκηνοθεσία: Satoshi Kon
Παραγωγής: Japan/ 2006
Διάρκεια: 90'


Το Paprika, που αν δεν απατώμαι ήρθε στη χώρα μας μόνο ως dvd, είναι ένα animation(που καταρρίπτει τα στεγανά του όρου) σχεδόν προφητικό, που καταπιάνεται με την καθημερινά αυξανόμενη υποταγή του ανθρώπου στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Την τεχνολογία και την επιστήμη.


Επιστημονικό Ινστιτούτο ψυχοθεραπείας έχει παράγει μια μηχανή, το Dc Mini, μέσω του οποίου μπορείς να εισβάλλεις και να επηρεάσεις τα όνειρα ενός άλλου, αλλά ίσως και πολλών άλλων μαζί. Όταν το Dc Mini πέφτει σε λάθος χέρια, και όταν η Τεχνολογία και η επιστήμη ορέγεται να υποδουλώσει τον κόσμο, ένα χαοτικά άναρχο σύμπαν κυριαρχεί. Ένα κράμα ονειρικών παραισθήσεων με λήμματα στέρεας πραγματικότητας. Αυτή την κατάσταση επιθυμεί να διορθώσει η Paprika, το υποσυνείδητο της Chiba, και η παρέα της. Η οποίοι μοιάζουν ως τα εναπομείναντα ανθρώπινα οχυρά, και η μάχη που θα δοθεί είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια μάχη μεταξύ καλού και κακού!


Ο κινηματογράφος, ως προς τη φόρμα του, ίσως αποτελεί ένα εξ ορισμού μέσω ψυχοθεραπείας. Από τη γέννηση του, και αξιοποιώντας τις απεριόριστες δυνατότητες, επιχείρησε να ρίξει φως στον ακόμα άγνωρο κόσμο της Ψυχολογίας. Ωστόσο τα πράγματα έχουν μείνει εξαιρετικά στάσιμα, πλην ορισμένων εξαιρέσεων(όπως του David Lynch). Ο Satoshi Kon εδώ, φλερτάροντας επικίνδυνα με το χαοτικά άναρχο cinema του Lynch, γεμίζωντας με εκτυφλωτικά πολύχρωμα και παράτονα σχήματα τα κάδρα του, και με εμφανή σουρεαλιστικά και εξπρεσιονιστικά δάνεια, υπογράφει μια βαθύτερη ξενάγηση στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο τα οποία αντιπαραβάλλονται με αυτό που στεγνά ορίζουμε πραγματικότητα. Η αφήγηση είναι κινηματογραφικότατη και η μορφή του animation μοιάζει περισσότερο από ποτέ ως συνειδητή επιλογή. Καθώς, απ' όσα βλέπουμε στην οθόνη, μας γεννάται η βεβαιότητα πως ο Ιάπωνας δημιουργός θα μπορούσε να πραγματευτεί την ίδια ταινία και με πραγματικούς ηθοποιούς και σκηνικά.


"Δε σου φαίνεται ότι τα όνειρα και το Διαδίκτυο είναι παρόμοια; Είναι και τα δυο περιοχές όπου ξεθυμαίνουν οι καταπιεσμένες συνειδήσεις." Κάπως έτσι ξεκινάει η ταινία. Μόνο που στο internet τα πάντα είναι ελεγχόμενα. Στα όνειρα όχι! Το "Paprika" είναι τραυματικά επίκαιρο. Καταπιάνεται με την παρακολούθηση, τον έλεγχο και τη διαμόρφωση των ονείρων από εταιροπροσδιόριστες για το άτομο μονάδες. Πως μπορεί αυτό το θέμα να μην μας αγγίζει; Σε έναν κόσμο που η διαμόρφωση και η επιβολλή των ονείρων μας γίνεται εταιροπροσδιόριστα, μέσω της διαρκής μας έκθεσης στην τρομακτική κουλτούρα του lifestyle, των media και της οικονομικής αίγλης. "Η εμφύτευση ονείρων στα κεφάλια άλλων ανθρώπων είναι τρομοκρατία" ακούγεται χαρακτηριστικά. Και αν όλα αυτά μέχρι σήμερα γίνονται κάπως "έμμεσα", οι κεντρικές εξουσίες έχουν εκφράσει επαναλαμβανομένως τις επιδιώξεις τους για αμεσότερη παρεμβατικότητα. Οι κάμερες ασφαλείας οργώνουν πιθαμή προς πιθαμή τις πόλεις, ενώ η έλευση του περίφημου chip βρίσκεται στον δρόμο. Και αν ο ιδεαλιστής Satoshi Kon οριοθετεί τα ανθρώπινα όνειρα ως το τελευταίο οχυρό που έχει απομείνει σε αυτόν τον κόσμο της απάνθρωπης πραγματικότητας, τότε το ρομποτικά αυτοματοποιημένο μέλλον που μας ετοιμάζουν, επιφυλάσσει την οριστική νέκρωση του "ανθρώπου".

Και μέσα σε αυτό το σύμπαν, της μανιακής επιδίωξης για έλεγχο, ο Satoshi Kon δε θα μπορούσε να φερθεί ευγενικά στους υπαίτιους. Η τεχνολογία και η επιστήμη, τα δύο υπέρογκα μεγέθη της εποχής που συνεχώς ενοποιούνται. Η υπερβολική αυτοπεποίθηση που επιφέρουν τα επιτεύγματα οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη μανία. Η απόσταση του "κοινού θνητού" επιτρέπει στον μεταμοντέρνο τεχνολογικό κόσμο να γιγαντώνεται σαν παράσιτο ενάντια στο σύγχρονο άνθρωπο. Και τα όνειρα είναι καταδικασμένα σε πρόωρη καταστροφή. Σαν ένα είδος πρώιμης έκτρωσης που προηγείται όχι μόνο της κυοφορίας, αλλά και της σύλληψης. Ο Ιάπωνας δημιουργός θα καυτηριάσει υπαινικτικά και τον χώρο της πολιτικής. Έναν χώρο που φυτοζωεί και που ματαίως προσπαθεί να προσεταιριστεί τις εξελίξεις.


Αυτή η λοξοδρόμηση και η λυσσαλέα επιθυμία για έλεγχο των ονείρων των άλλων καυτηριάζεται με πολλούς τρόπους. Δεν είναι τυχαίο που σχεδόν όλα τα όνειρα που παρακολουθούμε στο "Paprika" καταλήγουν σε μια κινηματογραφική ταινία ή σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Άλλωστε ο κινηματογράφος στην ιστορία του έχει δηλωθεί και ως η πατέντα μέσω της οποίας πολλοί άνθρωποι μοιράζονται το ίδιο όνειρο. Μόνο που στον σύγχρονο κόσμο της μεγαλομανίας δεν αρκεί αυτό. Καθώς ο κινηματογράφος και η Τέχνη δεν επιτρέπει ούτε ενθαρρύνει την κτητικότητα πάνω στα όνειρα και τον κόσμο των
άλλων.

Εν τέλη, το "Paprika" παρά το γεγονός ότι διαθέτει ορισμένες ανήλικες κορώνες, αποδεικνύεται ένα τρομακτικά προφητικό έργο και μια στιβαρή περιγραφή στη βαθύτερη ψυχολογία του σήμερα...
Βαθμολογία 9/10

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Sciuscià



Σκηνοθεσία: Vittorio De Sica
Παραγωγής: Italy/ 1946
Διάρκεια: 93'


Στα χέρια του Vittorio De Sica ο καθημερινός βίος γίνεται μια κινηματογραφική ποίηση. Και εδώ, πιστός σε αυτό που αποκαλούμε νεορεαλισμό, παίρνει μια απλή ιστορία βγαλμένη απ' την καθημερινή Ιταλία της εποχής, και ακροβατώντας με τα όρια του μελοδράματος σκηνοθετεί μια σπουδαία ταινία.


Οι ήρωες είναι δύο ανήλικα παιδιά. Εργάζονται ως λούστροι παπουτσιών και έχουν ως όνειρο να αποκτήσουν ένα άλογο. Η επιθυμία τους αγγίζει την πραγματικότητα, όταν ο αδερφός ενός εκ των δύο προσφέρει στα παιδιά εύκολα, αλλά μάλλον όχι και τόσο νόμιμα, χρήματα. Με αποτέλεσμα, οι δύο πρωταγωνιστές να οδηγηθούν σε φυλακές ανηλίκων, όπου οι συνθήκες και οι καταστάσεις αντιστρέφουν την προγενέστερη φιλία σε αντιπαλότητα και εχθρότητα!


Καθώς οδηγούμαστε στις φυλακές, διαπιστώνουμε πως οι φρουροί δεν είναι τόσο βίαιοι όσο θα αναμέναμε. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν είναι σωφρονιστές. Μάλλον το επίθετο αδιάφοροι θα τους περιέγραφε καλύτερα. Τα παιδιά, αν και αγρίμια, σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζονται ως εγκληματίες. Το γεγονός της παρουσίας τους στις φυλακές μοιάζει φυσικό, ως προέκταση της γενικότερης κοινωνικής αδιαφορίας. Ο Vittorio De Sica παρομοιάζει ευθέως τις φυλακές ανηλίκων με τον ευρύτερο κόσμο. Σε μια εποχή που αδιαφορεί για τα παιδιά της και έχει εδραιώσει την απάθεια προς το καθετί. Χαρακτηριστική είναι και η γενικότερη απουσία των κηδεμόνων. Τα παιδιά στην πλειοψηφία τους βρίσκονται φυλακισμένα δίχως το παραμικρό γονεϊκό ενδιαφέρον. Ενώ όταν αυτό υπάρχει, όπως στην περίπτωση του Giuseppe, η οικογένεια υποθάλπει και καλλιεργεί τεχνηέντως χαρακτηριστικά όπως η αντιπαλότητα, το μίσος και ο ανταγωνισμός.

Ωστόσο ο Ιταλός σκηνοθέτης δεν θα μείνει τόσο επιεικής ως προς τους κοινωνικούς θεσμούς της χώρας του. Διατυμπανίζει πως αυτή η απάθεια που καλλιεργείται μέσα στα σπάργανα της κοινωνίας είναι η απαρχή για την καταστροφή των αυθεντικών ανθρώπινων σχέσεων και εν συνεχεία ο παράγοντας που εδραιώνει ένα μπρουτάλ περιβάλλον μίσους. Χαρακτηριστική η (μελοδραματική) σκηνή, όπου οι φύλακες σπάνε την ανθρώπινη αλυσίδα που έχουν φτιάξει τα δύο παιδιά καθώς τα τοποθετούν σε διαφορετικά κελιά. Ενώ, εν συνεχεία βλέπουμε πόσο ανήθικα η εξουσία εκμεταλλεύεται την αγάπη του Pasquale για τον Giuseppe, ώστε να αποκομίσει τα επιθυμητά για αυτήν μυστικά. Μια αγάπη που σε αυτόν τον κόσμο εκλαμβάνεται σαν αδυναμία. Σε έναν κόσμο που το μίσος μεταδίδεται με την δύναμη παλιρροϊκού κύματος. Και που σχηματίζει μια εξωφρενικά παράλογη αλληλεγγύη αντιπαλότητας. Μια αλληλεγγύη μίσους που θα καταστρέψει όποια εναπομείναντα ψήγματα θετικών συναισθημάτων, κατασπαράσσοντας πάντα τον κοινωνικά ασθενέστερο.


Ο Vittorio De Sica δε θα αφήσει στο απυρόβλητο ούτε τις παιδικές επιθυμίες. Τις οποίες στοιχειοθετεί ως προέκταση μιας καλομαθημένης ανατροφής. Που συμβαδίζει μάλιστα με τα Δυτικοφερμένα πρότυπα. Χαρακτηριστική η σκηνή που τα παιδιά συζητάνε αφού έχουν δοκιμάσει τα άλογα. Με τον στρουμπουλότερο Giuseppe να ομολογεί με έπαρση "είναι πολύ γρήγορο, μόλις το χτύπησα έφυγε σαν Αμερικάνικο αυτοκίνητο". Άλλωστε για τον Vittorio De Sica, η επιθυμία των παιδιών για την αγορά ενός αλόγου χωρίς χρηστική αξία, δεν είναι παρά οι πρόποδες της κίβδηλης ευτυχίας των "μεγάλων" ονείρων. Μια ευτυχία που αποκτά την αρμόζουσα θέση στο επιβλητικό φινάλε.

Το "Λούστρο Παπουτσιών" κινηματογραφήθηκε δυο χρόνια πριν τη μεγάλη επιτυχία "Κλέφτης Ποδηλάτων" του Ιταλού σκηνοθέτη. Τα δύο έργα εμπεριέχουν τεράστιες ομοιότητες, τόσο ως προς την αφήγηση όσο και ως προς την θεματολογία τους. Ρίχνοντας φως με την κουτάλα στο μεταπολεμικό πορτραίτο της Ιταλίας, αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης!
Βαθμολογία 9/10

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Κινηματογραφικής κριτικής ταρίχευση


Η απαξίωση που γνωρίζει η κινηματογραφική κριτική στις μέρες μας είναι διαρκώς αυξανόμενη. Οι αδυναμίες στο να παράσχει μια επαρκή κινηματογραφική παιδεία, να μυήσει τον θεατή σε πιο απαιτητικά "καλλιτεχνικά" έργα και να εντρυφήσει αγάπη και δίψα για τον κινηματογράφο, καθιστούν την κριτική ως έναν άνευ αποδοχής θεσμό στο διασχισμένο κινηματογραφικό κοινό.

Κάνοντας μια ενδοσκόπηση στη σημερινή μορφή της κινηματογραφικής κριτικής, είναι πολλοί αυτοί οι παράγοντες στους οποίους εντοπίζουμε τον ποιοτικό ξεπεσμό της. Αρχικά, η εκτίναξη του αριθμού των Μ.Μ.Ε (free press, blogs, διαδικτυακά media κλπ) έχει ως αποτέλεσμα την μαζική παραγωγή κινηματογραφικών κριτικών οι οποίες στο σύνολο τους στερούνται ποιότητας αλλά και φιλότεχνου προσανατολισμού. Ακόμα, ο τρόπος που αντιμετωπίζεται ο κινηματογράφος από διάφορα έντυπα είναι πολλάκις απρεπής . Με ελάχιστους κινηματογραφικούς κριτικούς, ελάχιστο χώρο για εποικοδομητική κριτική και ραγδαίως αυξανόμενες στήλες περί lifestyle και λοιπών κουτσομοπολίστικών προσεγγίσεων που πλήγουν την Τέχνη. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι σχεδόν αδύνατη η αποφυγή της απεμπόλησης και της διάσχισης του θεσμού της κριτικής.

Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά μόνο ορισμένοι παράγοντες στους οποίους μπορούμε να εντοπίσουμε τον ποιοτικό παρηκμασμό της κινηματογραφικής κριτικής. Ωστόσο, η ανάλυση τους ξεχωριστά δεν αποδίδει κανένα νόημα στη μελέτη μας, καθώς θα ήταν τουλάχιστον εσφαλμένο να απομονώναμε την κριτική και να αναλύαμε τον σύγχρονο ξεπεσμό της αυτόνομα. Η κριτική είναι, κατά κάποιον τρόπο, συστατικό της κινηματογραφικής ταινίας. Ο κινηματογράφος αποτελεί μια μορφή Τέχνης. Και η Τέχνη είναι αναπόσπαστο συστατικό του πορτραίτου μιας κοινωνίας. Άρα, στα πλαίσια μιας διεξοδικότερης ανάλυσης, θα ήταν σκόπιμο να εντοπίσουμε τις αλλαγές που επηρεάζουν τον θεσμό μέσα από τις μεταλλάξεις του κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι.

Η κινηματογραφική κριτική μεταποιείται και μετεξελίσσεται παράλληλα με το κοινωνικό σύστημα στο οποίο εμπεριέχεται. Μπορεί στη σημερινή της μορφή να έχει εμπλουτιστεί με γνώσεις, οι οποίες προέκυψαν απ' την ιστορία του κινηματογραφικού μέσου. Όμως, έχει διασχιστεί σε σχέση με την προγενέστερη μορφή της. Η πρωταρχική, σχεδόν δοκιμιακή ανάλυση ενός έργου έχει αντικατασταθεί από μια πιο ανάλαφρη μορφή σύντομης παρουσίασης των ταινιών. Η κριτική δεν έχει πλέον ως σκοπό να αποδομήσει μια ταινία, αλλά απλά να προτείνει κάποια θέαση. Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε αυτή την μετάλλαξη με γνώμονα το σύγχρονο Δυτικό καπιταλιστικό σύστημα, που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε δύο επιδιώξεις: Α) Την δημιουργία υπεραξίας, όπως "οραματίζεται" η φιλελεύθερη οικονομία. Β) Την ζύμωση των συνειδήσεων με τρόπο βολικό για την εξουσία.

Στα πλαίσια της ζύμωσης των συνειδήσεων το πολιτικό σύστημα επιθυμεί να απομακρύνει τους πολίτες από ιδέες και απόψεις που θα ήταν επικίνδυνες για την ευημερία του. Ορίζοντας το Cinema του δημιουργού ως ένα Cinema με κυρίαρχο στόχο τον προβληματισμό, αμέσως αντιλαμβανόμαστε μια ιδιότυπη κόντρα που αναπτύσσεται μεταξύ εξουσίας και Τέχνης. Στα πλαίσια αυτής της έμμεσης κόντρας οι κυβερνήσεις επιθυμούν να ελαχιστοποιήσουν την έκθεση του πληθυσμού σε αντιδραστικά ερεθίσματα, που πιθανώς εμπεριέχονται στο έργο του δημιουργού-καλλιτέχνη. Ταυτόχρονα, οι εξουσίες επιδίδονται στην επινόηση ενός συνόλου προτύπων και ιδεών, οι οποίες προορίζονται στο να κρατούν "ναρκωμένο" το κοινό σε μια ψευδαίσθηση ευτυχίας. Στα πλαίσια αυτά, γίνεται βασική επιδίωξη η μεγαλύτερη δυνατή έκθεση του πληθυσμού στα "φτιαχτά" πρότυπα, ούτως ώστε να μυηθεί ο μέσος άνθρωπος σε μια κουλτούρα(το σύγχρονο lifestyle) βολική στο πολιτικό σύστημα. Όλοι αυτοί οι παράγοντες ευνοούν την παραγωγή χαμηλής ποιότητας ταινιών(τηλεσκουπιδιών), οι οποίες εντάσσονται στο, εκ πολιτικής, "φτιαχτό-επινοημένο" σύστημα αξιών και προτύπων, τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για τη μαζική ζύμωση των συνειδήσεων.

Σε αυτή την παράγραφο, θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε πως επιδρούν στην κινηματογραφική παραγωγή και στην κριτική οι βλέψεις της ελεύθερης οικονομίας για δημιουργία υπεραξίας. Ο κινηματογράφος, από τη σκοπιά της παραγωγής, είναι χρήμα και ενίοτε πολύ χρήμα! Όπως τονίσαμε προηγουμένως, είναι επιθυμία των κυβερνήσεων η μεγαλύτερη δυνατή έκθεση του πληθυσμού σε πρότυπα που εξυπηρετούν τους σκοπούς τους. Αυτή η επιθυμία, εκτός των σκοπών που προαναφέρθηκαν, βρίσκεται σε συμφωνία με την πολιτική τακτική για δημιουργία υπεραξίας. Στα πλαίσια αυτά, το πολιτικό σύστημα επιθυμεί να μειώσει τους παράγοντες που δύναται να αποτρέψουν το κοινό απ' το να παρακολουθήσει μια χαμηλής ποιότητας ταινία, και να ενισχύσει εκείνους που θα το προσελκύσουν. Ένας τέτοιος αποτρεπτικός παράγοντας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελεί μια αρνητική κριτική. Κατά αυτόν τον τρόπο, η εξασθένιση του θεσμού της κριτικής είναι άμεσος στόχος. Κάτι που επιτυγχάνεται ποικιλοτρόπως. Το κοινωνικοπολιτικό σύστημα, έτσι όπως διαμορφώνεται, επιτρέπει και προωθεί τη δημιουργία Μ.Μ.Ε. που υπερασπίζονται την θετή κουλτούρα του lifestyle. Το ισχυρότερο κίνητρο που παρέχει η οικονομία σε τέτοια μέσα, είναι ότι τα εντάσσει στους "νόμους" της αγορά. Έτσι δημιουργείται έδαφος πρόσφορο για τη σύσταση αμφισβητούμενου περιεχομένου Μ.Μ.Ε. Όλα γίνονται ένα περίπλοκο σύμπλεγμα. Ο μέσος άνθρωπος όντας μέλος και απορροφώντας τα σχήματα της υπάρχον κοινωνίας "μορφώνεται" με τρόπο ευνοϊκό προς τα προαναφερθέν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που εξυπηρετούν τη συγκεκριμένη κουλτούρα. Και έτσι τείθονται οι βάσεις για την μακροημέρευση μιας δυσοίωνης κατάστασης. Της σημερινής τάξης πραγμάτων!

Έκβαση όλων των παραπάνω, είναι η πολυάριθμη συνύπαρξη διάφορων M.M.E. και στο χώρο του κινηματογράφου. Το αποτέλεσμα είναι η κινηματογραφική κριτική να διασχίζεται ως θεσμός. Και τελικά τα κριτικά κείμενα που αφορούν το cinema στερούνται ενιαίας ταυτότητας. Καθώς συνυπάρχουν ταυτόχρονα, άρθρα που εξετάζουν μια ταινία σύμφωνα με τα κίνητρα της αγοράς, τα κριτήρια της Τέχνης ή και κάτι ενδιάμεσο. Έτσι, μέσα σε αυτόν τον ασύμβατο όγκο της υπερπληροφορίας, η κινηματογραφική κριτική αλληλλοαναιρείται και εξασθενεί στη συνείδηση του κοινού. Και πλέον, το πολιτικό σύστημα, έχοντας στα χέρια του και λοιπά χρήσιμα εργαλεία(όπως η διαφήμιση, star system, λοιπές συμφωνίες κλπ), δύναται σχεδόν ανενόχλητο να ελέγχει και να επιβάλλει την κινηματογραφική αγορά.

Όπως προκύπτει απ' τα παραπάνω, η ποιοτική κατάπτωση της κινηματογραφικής κριτικής είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικό και οφείλεται σε πολυάριθμους και διαπλεκόμενους παράγοντες. Δεν έχει κανένα νόημα να χρεώνουμε την απαξίωση που γνωρίζει ο θεσμός αποκλειστικά στους κριτικούς. Ένας "καλός" ή ένας "κακός" κριτικός δεν προκύπτει από παρθενογένεση. Η ύπαρξη και η ποιότητα των κριτικών είναι πλήρως εξαρτώμενη της συμπαρουσίας εργοδοτών-ταινιών-κοινού-καλλιτεχνών μέσα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Παρ' όλα αυτά, ως αγνοί κινηματογραφόφιλοι, οφείλουμε να διατυπώσουμε την ανάγκη ύπαρξης κριτικών με ανιδιοτελή αγάπη προς την έβδομη Τέχνη. Ένας κριτικός χωρίς γνώσεις συνήθως προδίδεται μέσα απ' το γραπτό του. Όμως, ένας κριτικός με κερδοσκοπικά κίνητρα είναι ένα καίριο πλήγμα για τον κινηματογράφο...